Διαθήκη

Διαθήκη είναι το έγγραφο εκείνο με το οποίο ο άνθρωπος προσδιορίζει ο ίδιος κληρονόμους του αλλά και ρυθμίζει ορισμένες σχέσεις οικογενειακού δικαίου. Στο νόμο συναντάται και ως «διάταξη τελευταίας βούλησης» ή «τελευταία διάταξη». Η διαθήκη συντάσσεται αυτοπροσώπως σύμφωνα με ορισμένους τύπους και ανακαλείται ελεύθερα. Τα αποτελέσματα της διαθήκης παράγονται μόνο μετά το θάνατο του διαθέτη (αυτού του οποίου είναι η διαθήκη). Για να είναι η διαθήκη έγκυρη πρέπει να συντάσσεται σύμφωνα με έναν από τους τύπους που ορίζονται στο νόμο. Ειδικότερα, προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικά τρεις τακτικοί τύποι σύνταξης διαθήκης, η ιδιόγραφη, η δημόσια και η μυστική, καθώς και τύποι έκτακτων διαθηκών που υπό προϋποθέσεις συντάσσονται σε πλοίο ή σε εκστρατεία ή σε περίπτωση αποκλεισμού.

Ιδιόγραφη διαθήκη είναι αυτή που γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Δεν απαιτεί πανηγυρικές διαδικασίες, είναι ανέξοδη, δεν μαθαίνουν τρίτοι ούτε το περιεχόμενό της, ούτε ότι συντάχθηκε και αναπροσαρμόζεται ανά πάσα στιγμή που διαθέτης πιστεύει ότι η τελευταία του βούληση άλλαξε. Ο διαθέτης μπορεί να παραδώσει τη διαθήκη και σε τρίτο πρόσωπο να του τη φυλάξει ή και σε συμβολαιογράφο, με την απλή διαδικασία της κατάθεσης εγγράφων.

Η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με τη δήλωση της τελευταίας βούλησης του διαθέτη ενώπιον συμβολαιογράφου και τριών μαρτύρων ή ενώπιον δύο συμβολαιογράφων και ενός μάρτυρα. Τα πλεονεκτήματα της δημόσιας διαθήκης είναι ότι μπορούν με αυτόν τον τύπο να συντάξουν διαθήκη και πρόσωπα που δεν μπορούν να γράψουν, ούτε να υπογράψουν, αποτρέπεται ο κίνδυνος κλοπής από τρίτους ή απώλειας της διαθήκης, περιορίζεται ο κίνδυνος να ακυρωθεί η διαθήκη λόγω ασαφών διατυπώσεων και έχει την αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου. Η δημόσια διαθήκη όμως παρουσιάζει και σημαντικά μειονεκτήματα σε σχέση με την ιδιόγραφη. Ειδικότερα, η παράβαση κάποιας από τις διατυπώσεις που απαιτεί ο νόμος προκαλεί ακυρότητα της διαθήκης, ακόμη και αν η δήλωση βουλήσεως του διαθέτει δεν έχει κανένα ελάττωμα. Ο κίνδυνος αυτός, καθώς επίσης και το γεγονός ότι τρίτοι θα ακούσουν την τελευταία δήλωση βουλήσεως του διαθέτη, αποτρέπει πολλούς να επιλέξουν αυτόν τον τύπο διαθήκης. Τέλος, τα έξοδα που απαιτούνται για αυτόν τον τύπο της διαθήκης είναι επίσης ένας αποτρεπτικός παράγοντας.

Η μυστική διαθήκη αποτελεί ένα ενδιάμεσο τύπο μεταξύ της ιδιόγραφης και της δημόσιας διαθήκης και συντάσσεται σε δύο στάδια: Στο πρώτο στάδιο σύνταξης της μυστικής διαθήκης, ο διαθέτης συντάσσει έγγραφο που περιέχει την τελευταία του βούληση και στο δεύτερο ο διαθέτης παραδίδει ο ίδιος το έγγραφο αυτό σε συμβολαιογράφο, μπροστά σε τρεις μάρτυρες ή μπροστά σε δεύτερο συμβολαιογράφο και ένα μάρτυρα, με τη δήλωση ότι περιέχει την τελευταία του βούληση. Η μυστική διαθήκη έχει το βασικό πλεονέκτημα που έχει και η δημόσια, δηλαδή μπορεί να θεωρηθεί άκυρη για καθαρά τυπικό λόγο ή για παράλειψη κάποιας διατύπωσης, στη διαδικασία που ακολουθείται ενώπιον του συμβολαιογράφου. Προέβλεψε όμως ο νομοθέτης ότι, αν μυστική διαθήκη ακυρωθεί για κάποιο ελάττωμα της συμβολαιογραφικής πράξης, ισχύει τότε ως ιδιόγραφη διαθήκη, αν είναι έγκυρη ως ιδιόγραφη διαθήκη, υπό προϋποθέσεις. Η μυστική διαθήκη πλεονεκτεί ως προς την ιδιόγραφη διαθήκη, γιατί μένει στο συμβολαιογράφο και αποτρέπεται έτσι ο κίνδυνος απώλειας ή κλοπής. Όμως έχει και το κυριότερο μειονέκτημα της ιδιόγραφης διαθήκης, εφόσον υπάρχουν πιθανότητες το έγγραφο που παραδίδεται στο συμβολαιογράφο να περιέχει ασάφειες, που μπορούν να προκαλέσουν ακυρότητα της διαθήκης.