Επισκεφθείτε μας: Κέντρο Αθήνας, Σταθμός Λαρίσης, Οδός Χωματιανού 31 (Πλησίον Μετρό) --- info@ziamparas.gr --- Καλέστε μας: 210 82 18 945 ή 6975 127 045

Δικαστική Συμπαράσταση

Τι είναι η δικαστική συμπαράσταση: διαδικασία, προϋποθέσεις  και σε τι εξυπηρετεί ένα άτομο ανίκανο να επιμεληθεί ολικά ή μερικά τον εαυτό του.

1. Ποια η έννοια της δικαστικής συμπαράστασης και ποιος ο σκοπός της;

Δικαστική συμπαράσταση είναι η κατάσταση, στη οποία τίθεται ένα άτομο λόγω κάποια ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή εξαιτίας κάποιας σωματικής αναπηρίας είτε λόγω τοξικομανίας και αλκοολισμού αδυνατεί να μεριμνά για τις προσωπικές του υποθέσεις.

Ο νομοθέτης έχει προβλέψει τον θεσμό της δικαστικής συμπαράστασης, στον Αστικό Κώδικα (1666 – 1688 ΑΚ) ως ένα μέσο προστασίας προσώπων, τα οποία είτε λόγω κάποιας πάθησης είτε εξαιτίας κάποιας νοσηρής εξάρτησης αδυνατούν να ασκήσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους ως ενεργοί πολίτες,

Ο προστατευτικός αυτός χαρακτήρας που διέπει τις διατάξεις του ΑΚ αποσκοπεί στην προστασία του δικαστικά συμπαραστατούμενου, ο οποίος κατά κανόνα δεν διαθέτει την απαιτούμενη διανοητική διαύγεια, ώστε να δεσμεύεται νομικά από τις ενέργειες του.

2. Πώς τίθεται ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση;

Δεδομένου των σοβαρών συνεπειών που συνεπάγεται η κήρυξη ενός προσώπου σε Δικαστική συμπαράσταση, η σχετική εξουσία έχει ανατεθεί στις Δικαστικές αρχές, έπειτα από αίτηση που κατατίθεται από τους ενδιαφερόμενους.

3. Ποια πρόσωπα δύνανται να καταθέσουν την αίτηση της δικαστικής συμπαράστασης;

Η απάντηση στο σχετικό ερώτημα διαφοροποιείται ανάλογα την περίπτωση για την οποία ζητείται η κήρυξη ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση. Κατ επέκταση διακρίνουμε τις εξής περιπτώσεις:

Α) Επί σωματικής αναπηρίας: Σε περίπτωση που ο υπέρ ου πάσχει αποκλειστικά από σωματική αναπηρία, μόνο ο ίδιος ο πάσχων έχει δικαίωμα να καταθέσει αίτηση για τη θέση του σε δικαστική συμπαράσταση (άρ.1667 εδ.3 ΑΚ.)

Β) Επί διανοητικής ή ψυχικής διαταραχής: Όταν πάσχων ταλαιπωρείται από κάποια διανοητική ή ψυχική διαταραχή ο κύκλος των προσώπων που νομιμοποιούνται να καταθέσουν την αίτηση διευρύνεται σημαντικά. Πλέον δικαίωμα προς κατάθεση έχουν:

  1. O ίδιος ο πάσχων (1667 εδ.1 ΑΚ)
  2. O σύζυγος του πάσχοντος (1667 εδ.1 ΑΚ)
  3. Oι γονείς του πάσχοντος (1667 εδ.1 ΑΚ)
  4. Tα τέκνα του πάσχοντος (1667 εδ.1 ΑΚ)
  5. O Εισαγγελέας Πρωτοδικών (1667 εδ.1 ΑΚ)
  6. Tο Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (1667 εδ.1 ΑΚ)

4. Ποια η διαδικασία μετά την κατάθεση της αιτήσεως;

Ακολουθεί η συζήτηση της υποθέσεως κεκλεισμένων των θυρών, όπου ο Δικαστής μη δεσμευόμενος από τα αιτήματα των διαδίκων αποφασίζει:

α) αν πρέπει να τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση ο υπέρ ου η αίτηση,

β) για ποιες πράξεις και

γ) ποιος θα ασκεί τις απαραίτητες νομικές ενέργειες για λογαριασμό του. Το πρόσωπο το οποίο επιφορτίζεται με την σχετική εξουσία ονομάζεται δικαστικός συμπαραστάτης, ενώ το όργανο που τον “επιβλέπει” εποπτικό συμβούλιο.

Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την έκδοση και της δικαστικής απόφασης, η οποία αποφασίζει επί των προαναφερόμενων ζητημάτων.

5. Τι ρόλο διαδραματίζει το εποπτικό συμβούλιο;

Ο έτερος ακρογωνιαίος λίθος του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης είναι το εποπτικό συμβούλιο. Το εποπτικό συμβούλιο αποτελείται από 3 έως 5 μέλη (συγγενείς και φίλοι), οι οποίοι διορίζονται από το αρμόδιο Δικαστήριο με σκοπό τον “έλεγχο” του δικαστικού συμπαραστάτη (1682 ΑΚ). Η αρμοδιότητα του εποπτικού συμβουλίου δεν συνίσταται μόνο στην εποπτεία της δράσης του δικαστικού συμπαραστάτη, αλλά ουκ ολίγες φορές διαδραματίζει και συμβουλευτικό ρόλο.

Νομολογιακά και νομοθετικά έχουν καθορισθεί ορισμένες ενέργειες οι οποίες πάντα απαιτούν την έγκριση του εποπτικού συμβουλίου ενώ για κάποιες άλλες απαιτείται και η άδεια του Δικαστηρίου.

6. Ποιες οι έννομες συνέπειες του γεγονότος της κήρυξης της δικαστικής συμπαράστασης ;

Οι έννομες συνέπειες της δικαστικής συμπαράστασης διαφοροποιούνται ανάλογα από το είδος της δικαστικής συμπαράστασης. Έτσι το Δικαστήριο δύναται:

1) Να τον κηρύσσει ανίκανο για όλες (πλήρης) ή για ορισμένες δικαιοπραξίες (μερική), γιατί κρίνει ότι αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως (στερητική δικαστική συμπαράσταση), είτε

2) Να ορίζει ότι για την ισχύ όλων (πλήρης) ή ορισμένων δικαιοπραξιών (μερική) απαιτείται η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη (επικουρική δικαστική συμπαράσταση), είτε

3) Να αποφασίζει τον συνδυασμό των δύο προηγούμενων ρυθμίσεων (1676 ΑΚ)

Υπεύθυνος πλέον για όλες τις δικαιοπρακτικές ενέργειες του δικαστικά συμπαραστατούμενου καθίσταται ο δικαστικός συμπαραστάτης, ο οποίος ανάλογα με το με το περιεχόμενο της δικαστικής κρίσης, ενεργεί για λογαριασμό και στο όνομα του συμπαραστατούμενου ή εγκρίνει τις σχετικές του ενέργειες. Οποιαδήποτε ενέργεια πραγματοποιεί από τούδε και στο εξής ο συμπαραστατούμενος δίχως την έγκριση του Δικαστικού Συμπαραστάτη του δεν αναπτύσσει νομική ενέργεια και δεν έχει καμία ισχύ.

Εν κατακλείδι, η διαδικασία της δικαστικής συμπαράστασης είναι ο κατάλληλος τρόπος και η ενδεδειγμένη λύση για ηλικιωμένους που αδυνατούν να μεριμνήσουν προσωπικά, λόγω σωματικών αναπηριών ή εξαιτίας κάποιας ψυχικής ασθένειας τις υποθέσεις τους.

Ποια τα καθήκοντα του δικαστικού συμπαραστάτη;

Σε γενικές γραμμές τα καθήκοντα του δικαστικού συμπαραστάτη αναφέρονται στην επιμέλεια, την εξώδικη και δικαστική εκπροσώπηση, καθώς και την διοίκηση της περιουσίας του πάσχοντος.

Δεδομένου ότι ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης δημιουργήθηκε για την προστασία του προσώπου που έχει ανάγκη, γίνεται δεκτό πως ο δικαστικός συμπαραστάτης πρέπει σε κάθε περίπτωση να ενεργεί προς το συμφέρον του πάσχοντος και να επιδιώκει προσωπική επικοινωνία με αυτόν πριν από οποιαδήποτε ενέργεια, εφόσον η επικοινωνία είναι δυνατή.

Στην δικαστική συμπαράσταση εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις που αφορούν την επιτροπεία ανηλίκων. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:

Α) Σε αυτές για τις οποίες δεν απαιτείται άδεια του εποπτικού συμβουλίου ή του Δικαστηρίου (ενδεικτικά: απογραφή περιουσίας, τοποθέτηση τίτλων/πολύτιμων αντικειμένων σε ασφαλή τράπεζα, πληρωμή χρεών)

Β) Σε αυτές για τις οποίες απαιτείται άδεια του εποπτικού συμβουλίου (ενδεικτικά: μίσθωση/εκμίσθωση ακινήτων του πάσχοντος ή άσκηση εμπράγματης αγωγής για ακίνητό του)

Γ) Σε αυτές για τις οποίες απαιτείται άδεια Δικαστηρίου. Εδώ ανήκουν όλες οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1624 ΑΚ, το οποίο παρότι αφορά την επιτροπεία ανηλίκων, εφαρμόζεται αναλογικά και στην δικαστική συμπαράσταση (ενδεικτικά: μερική ή ολική διάθεση της περιουσίας του πάσχοντος, πώληση  ακινήτου, τίτλων, επιχείρησης, παροχή/αποδοχή δανείου, αποποίηση κληρονομιάς, κληροδοσίας κλπ).

Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, ο δικαστικός συμπαραστάτης δεν έχει απεριόριστη εξουσία, αλλά αντίθετα απαραίτητη είναι σε πολλές περιπτώσεις  η προηγούμενη έγκριση των πράξεων του από το εποπτικό συμβούλιο ή το Δικαστήριο.

Ειδικότερα, πρέπει να τονισθεί πως ο δικαστικός συμπαραστάτης δεν μπορεί να προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία θα μειώσει την περιουσία του προσώπου για το συμφέρον του οποίου ενεργεί, εφόσον δεν έχει άδεια του δικαστηρίου. Διαφορετικά, η πράξη διάθεσης του δικαστικού συμπαραστάτη (όπως και κάθε άλλη πράξη χωρίς την απαιτούμενη άδεια) είναι απολύτως άκυρη και ο δικαστικός συμπαραστάτης οφείλει αποζημίωση στον πάσχοντα και οδηγείται σε παύση των καθηκόντων του.

Τι είναι η ακούσια νοσηλεία;

Όταν η κατάσταση ενός προσώπου επιβάλλει την ακούσια νοσηλεία του σε μονάδα ψυχικής υγείας, αυτή γίνεται μετά προηγούμενη άδεια του  δικαστηρίου και κατά τις διατάξεις ειδικών νόμων”.

Ειδικότερα, βάσει του νόμου 2071/1992 και του άρθρου 16 του νόμου 2716/1999  σε συνδυασμό με τη γενική διάταξη του άρθρου 1687 του Αστικού Κώδικα, η ακούσια νοσηλεία, δηλαδή η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και παραμονή του για θεραπεία σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας, διατάσσεται υπό τις εξής προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά:

α)ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή,

β)να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του,

γ) η έλλειψη νοσηλείας του να έχει ως συνέπεια να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του και

δ) η νοσηλεία του να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου (άρθρο 95 παρ. του νόμου  2071/1992).