ELEN

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑ ΣΕ ΔΙΑΘΗΚΗ

Τι είναι το κληρονομικό καταπίστευμα;

Στο κληρονομικό καταπίστευμα σε διαθήκη ο διαθέτης υποχρεώνει τον κληρονόμο του, να καταλείπει την κληρονομιαία περιουσία σε συγκεκριμένο άνθρωπο. Με την διαθήκη του, ένα πρόσωπο μπορεί να καθορίσει την τύχη της περιουσίας του  μετά τον θάνατό του, κατονομάζοντας, υπό τους περιορισμούς του νόμου, αυτούς που επιθυμεί να το κληρονομήσουν. Δεν αποκλείεται όμως ο διαθέτης να θεωρήσει σκόπιμο να  συστήσει με την διαθήκη του καταπίστευμα, ορίζοντας ότι ένα πρόσωπο, ο λεγόμενος «βεβαρυμμένος», ο οποίος θα αποκτήσει μεν την κληρονομιαία περιουσία ή ένα ποσοστό της, αλλά μόνο μέχρι την επέλευση ενός συγκεκριμένου γεγονότος (λ.χ. τον θάνατό του) ή την παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος, οπότε και θα υποχρεούται να την  παραδώσει σε ένα άλλο, ρητώς οριζόμενο πρόσωπο, που ονομάζεται καταπιστευματοδόχος.   

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ως βεβαρυμμένοι δεν μπορεί να οριστούν περισσότεροι του ενός κληρονόμοι. Δεν αποκλείεται μάλιστα η υποχρέωση αυτή να αφορά ακόμα και  όλους τους κληρονόμους ως προς την κληρονομική μερίδα που τους αντιστοιχεί. Ομοίως, με την ιδιότητα του καταπιστευματοδόχου ενδέχεται να περιβληθούν περισσότερα του ενός πρόσωπα, ανάλογα με τη βούλησή του διαθέτη.   

Μπορεί ο διαθέτης να ορίσει καταπιστευματοδόχο του καταπιστευματοδόχου;

Ο διαθέτης δεν μπορεί να ορίσει καταπιστευματοδόχο του καταπιστευματοδόχου. Η υποχρέωση  για παράδοση της κληρονομίας μπορεί να επιβληθεί μόνο μια φορά, δηλαδή μόνο στον βεβαρυμμένο κληρονόμο και όχι, και, στον καταπιστευματοδόχο. Μάλιστα σε περίπτωση που  τεθεί τέτοιος όρος στη διαθήκη καθίσταται αυτοδικαίως άκυρος, αφού η συγκεκριμένη διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου.  

Πρέπει να αναφέρεται ρητώς στην διαθήκη ο όρος «καταπίστευμα»;

Η σύσταση του καταπιστεύματος στο κείμενο της διαθήκης, δεν είναι αναγκαίο να δηλώνεται με χρήση πανηγυρικών φράσεων, ούτε καν της λέξης «καταπίστευμα», μπορεί  δε να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί να συνάγεται από τη διαθήκη η βούλησή του να γίνει κάποιος κληρονόμος του μόνο για ορισμένο διάστημα και μετέπειτα να  περιέλθει η κληρονομία του σε άλλο πρόσωπο. 

Πως γίνεται η διαχείριση του καταπιστεύματος από τον βεβαρυμμένο;

Ο βεβαρυμμένος υποχρεούται, μέχρι την απόδοση του καταπιστεύματος, να διαχειρίζεται την κληρονομιαία περιουσία επιδεικνύοντας την επιμέλεια που επιδεικνύει και στις  δικές του υποθέσεις, φέροντας ευθύνη στην περίπτωση βαριάς αμέλειας. Στα πλαίσια της  τακτικής διαχείρισης, ο βεβαρυμμένος μπορεί να συνάπτει έγκυρα συμβάσεις, ενώ δεν αποκλείεται να διαθέσει και αντικείμενα της κληρονομιάς, με συγκατάθεσή του καταπιστευματοδόχου, και να παραδώσει στον τελευταίο οτιδήποτε προήλθε από την εκποίησή  τους.  

Ποια είναι η άμυνα του καταπιστευματοδόχου απέναντι στον βεβαρυμμένο για κακοδιαχείριση;

Ο καταπιστευματοδόχος, από την πλευρά του, έχει δικαίωμα προσδοκίας κληρονομίας από το θάνατο του διαθέτη και μέχρι την επαγωγή του καταπιστεύματος. Ως φορέας  αυτού του δικαιώματος, γίνεται δεκτό ότι δικαιούται να αιτηθεί δικαστικής προστασίας, και  συγκεκριμένα να ζητήσει την επιβολή ασφαλιστικών μέτρων, σε περίπτωση που η διαχείριση του καταπιστεύματος από τον βεβαρυμμένο, αποκλίνει από τις προϋποθέσεις που  τάσσει ο νόμος (1937§2 ΑΚ) και μπορεί να επιφέρει την προσβολή ή την ματαίωση του παραπάνω δικαιώματος του.  

Ποιά τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις καταπιστευματοδόχου;

Το καταπίστευμα επάγεται αυτοδικαίως στον καταπιστευματοδόχο, μόλις παρέλθει ο χρόνος ή επέλθει το γεγονός που καθορίστηκε ρητώς στη διαθήκη, το οποίο όμως δεν  απαιτείται να είναι και βέβαιο. Σε περίπτωση δε που με την διαθήκη ορίστηκε καταπιστευματοδόχος χωρίς παράλληλα να ορισθεί τέτοιο γεγονός, η κληρονομία περιέρχεται στον  καταπιστευματοδόχο με τον θάνατο του βεβαρυμμένου αρχικού κληρονόμου (1935 ΑΚ).  

Ο καταπιστευματοδόχος με την επαγωγή της κληρονομίας καθίσταται κληρονόμος καθολικός διάδοχος του διαθέτη, ο δε βεβαρυμμένος υποχρεούται να του αποδώσει άμεσα  το καταπίστευμα, στην κατάσταση που αυτό όφειλε να βρίσκεται, μετά την τακτική διαχείριση. Ενδεχόμενοι καρποί και λοιπά ωφελήματα αποδίδονται στον βεβαρυμμένο κληρονόμο, ο οποίος δικαιούται επιπλέον να ζητήσει οτιδήποτε κατέβαλλε για δαπάνες, πέραν όσων διενεργήθηκαν στο πλαίσιο της τακτικής διαχείρισης ή όσων αποτελούν τακτικά βάρη  της κληρονομιάς. 

Σε περίπτωση ωστόσο που ο βεβαρυμμένος αρνηθεί να αποδώσει το καταπίστευμα, ο καταπιστευματοδόχος μπορεί να προστατευτεί έναντί του ασκώντας την αγωγή περί  κλήρου (1871 επ. ΑΚ) και να διεκδικήσει τα έννομα δικαιώματα του. Περαιτέρω, ο καταπιστευματοδόχος έχει το δικαίωμα να αποδεχθεί ή να αποποιηθεί την κληρονομιά, μετά την επαγωγή της σε αυτόν. 

Ποιές οι φορολογικές υποχρεώσεις βεβαρυμμένου και καταπιστευματοδόχου;

Τέλος, από φορολογικής άποψης, ο καταπιστευματοδόχος θεωρείται ψιλός κύριος  της περιουσίας που θα του αποδοθεί, (ενώ ο βεβαρυμμένος ως επικαρπωτής) και θα φορολογηθεί κατά τον χρόνο που θα περιέλθει σε αυτόν η κληρονομιά, ο φόρος όμως θα υπολογιστεί στην αξία της πλήρους κυριότητας της περιουσίας κατά τον χρόνο παράδοσής της  σε αυτόν από τον βεβαρυμμένο κληρονόμο και με βάση την σχέση του με τον αρχικό διαθέτη. 

Τι είναι το περιλιμπανόμενο καταπίστευμα ή καταπίστευμα υπολοίπου;

Kαταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου) υπάρχει, όταν ο διαθέτης εγκαθιστά τον καταπιστευματοδόχο σε ό,τι απομένει ή βρεθεί στην κληρονομία κατά το χρόνο επαγωγής σ` αυτόν του καταπιστεύματος και όταν ο διαθέτης επιτρέπει ρητά με τη διαθήκη του την ελεύθερη και απεριόριστη διαχείριση της κληρονομίας στον βεβαρημένο, οπότε ο τελευταίος έχει δικαίωμα να προβεί σε κάθε διάθεση των κληρονομιαίων αντικειμένων με πράξη επαχθή ή χαριστική (πώληση, δωρεά), δεν δικαιούται όμως να τα διαθέτει με τελευταία διάταξη, αφού η κληρονομιά μετά το θάνατο του ανήκει στον καταπιστευματοδόχο. Μια τέτοια διάθεση εκ μέρους του τελευταίου είναι άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή είναι επιγενόμενη (όχι αρχική) και σχετική υπέρ του καταπιστευματοδόχου, από τον οποίο και μόνο μπορεί να προταθεί. Η εξουσία του βεβαρημένου κληρονόμου να διαθέτει ως ανωτέρω τα αντικείμενα της κληρονομίας υπόκειται (μόνο) στον γενικό περιορισμό των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, και συνεπώς ο κληρονόμος δεν μπορεί να προβεί, εναντίον της καλής πίστεως, σε άσκοπη ή άσωτη κατασπατάληση της περιουσίας με σκοπό απλώς και μόνο να μην περιέλθει τίποτε από αυτήν στον καταπιστευματοδόχο.

ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑ ΣΕ ΔΙΑΘΗΚΗ

1. Τι σημαίνει για μένα ότι είμαι καταπιστευματοδόχος;

Σημαίνει ότι ο διαθέτης όρισε με τη διαθήκη του πως η κληρονομιά θα περάσει αρχικά σε άλλο πρόσωπο, τον βεβαρυμμένο, και κατόπιν σε εσάς όταν επέλθει συγκεκριμένο γεγονός ή παρέλθει ορισμένος χρόνος. Έως τότε διατηρείτε δικαίωμα προσδοκίας στην κληρονομιά, το οποίο προστατεύεται από τον νόμο. Μόλις επέλθει το γεγονός που όρισε ο διαθέτης, το καταπίστευμα επάγεται αυτοδικαίως σε εσάς και γίνεστε καθολικός διάδοχος του διαθέτη. Αν δεν προβλέπεται συγκεκριμένο γεγονός, το καταπίστευμα περιέρχεται σε εσάς με τον θάνατο του βεβαρυμμένου. Έχετε το δικαίωμα να αποδεχθείτε ή να αποποιηθείτε την κληρονομιά μετά την επαγωγή.

2. Τι μπορώ να κάνω αν ο βεβαρυμμένος κακοδιαχειρίζεται την περιουσία;

Ως καταπιστευματοδόχος, ακόμη και πριν επαχθεί σε εσάς το καταπίστευμα, έχετε δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Αν διαπιστώνετε ότι ο βεβαρυμμένος αποκλίνει από τα όρια της τακτικής διαχείρισης που τάσσει το άρθρο 1937 ΑΚ, μπορείτε να ζητήσετε ασφαλιστικά μέτρα για την προστασία της κληρονομιαίας περιουσίας. Επιπλέον, ο βεβαρυμμένος ευθύνεται για βαριά αμέλεια και οφείλει να επιδεικνύει την επιμέλεια που δείχνει στις δικές του υποθέσεις. Αν αρνηθεί να σας αποδώσει το καταπίστευμα μετά την επαγωγή, η αγωγή περί κλήρου (1871 επ. ΑΚ) είναι το βασικό εργαλείο διεκδίκησης. Τα συγκεκριμένα μέτρα εξαρτώνται από τη μορφή της κακοδιαχείρισης και τη φύση της περιουσίας.

3. Σε πόσο χρόνο θα πάρω τελικά την κληρονομιά;

Ο χρόνος εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του διαθέτη όπως αποτυπώνεται στη διαθήκη. Συνηθέστερα, η επαγωγή στον καταπιστευματοδόχο ορίζεται να γίνει με τον θάνατο του βεβαρυμμένου, οπότε ο χρόνος είναι αβέβαιος. Άλλοτε ορίζεται συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή γεγονός (π.χ. ενηλικίωση, γάμος, πάροδος ετών). Αν προκύψει δικαστική διαμάχη — λ.χ. αμφισβήτηση εγκυρότητας της διαθήκης ή άρνηση απόδοσης — η διαδικασία μπορεί να επιμηκυνθεί κατά αρκετά έτη ανάλογα με τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Αντίθετα, αν τα πράγματα είναι ξεκάθαρα και ο βεβαρυμμένος συνεργάσιμος, η απόδοση γίνεται άμεσα μόλις επέλθει το οριζόμενο γεγονός.

4. Τι έγγραφα χρειάζομαι για να διεκδικήσω το καταπίστευμα;

Βασικά έγγραφα είναι η δημοσιευμένη διαθήκη με το πρακτικό δημοσίευσης από το Πρωτοδικείο, πιστοποιητικό περί μη αποποίησης και μη προσβολής της διαθήκης, ληξιαρχική πράξη θανάτου του διαθέτη και του βεβαρυμμένου (όταν απαιτείται), πιστοποιητικά εγγυτέρων συγγενών και κληρονομητήριο όπου χρειάζεται. Για τα ακίνητα απαιτούνται τίτλοι ιδιοκτησίας, πιστοποιητικά κτηματολογίου ή υποθηκοφυλακείου και η ηλεκτρονική ταυτότητα του ακινήτου. Χρήσιμο είναι κάθε στοιχείο που τεκμηριώνει την κατάσταση της περιουσίας κατά τον χρόνο επαγωγής, καθώς και τυχόν αποδείξεις για διαχείριση ή εκποιήσεις από τον βεβαρυμμένο. Η αποδοχή κληρονομιάς γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο όταν περιλαμβάνονται ακίνητα.

5. Τι φόρο θα πληρώσω όταν μου παραδοθεί η περιουσία;

Ο καταπιστευματοδόχος αντιμετωπίζεται φορολογικά ως ψιλός κύριος μέχρι την επαγωγή και ως πλήρης κύριος όταν του παραδίδεται η περιουσία. Η φορολόγηση γίνεται κατά τον χρόνο που περιέρχεται σε εσάς η κληρονομιά, αλλά υπολογίζεται στην αξία της πλήρους κυριότητας κατά τον χρόνο εκείνο και με βάση τη συγγενική σχέση σας με τον αρχικό διαθέτη — όχι με τον βεβαρυμμένο. Αυτό μπορεί να αποβεί ευνοϊκό ή δυσμενές, ανάλογα με την κατηγορία συγγένειας. Συνιστάται να έχει εκτιμηθεί η αντικειμενική και αγοραία αξία πριν από τη δήλωση φόρου, ώστε να αποφευχθούν εκπρόθεσμες δηλώσεις και πρόστιμα της ΑΑΔΕ.

6. Ποιος ο ρόλος του δικηγόρου σε υπόθεση καταπιστεύματος;

Το γραφείο μας αναλαμβάνει εξαρχής την ερμηνεία της διαθήκης, ώστε να διαπιστωθεί αν πρόκειται για κανονικό καταπίστευμα, για καταπίστευμα υπολοίπου ή για άλλη μορφή τελευταίας διάταξης, καθώς η διάκριση καθορίζει την έκταση των δικαιωμάτων σας. Παρακολουθούμε τη διαχείριση από τον βεβαρυμμένο, ασκούμε ασφαλιστικά μέτρα όταν διακινδυνεύεται η περιουσία και προετοιμάζουμε την αγωγή περί κλήρου σε περίπτωση άρνησης απόδοσης. Συντάσσουμε την αποδοχή κληρονομιάς, χειριζόμαστε τα κτηματολογικά και φορολογικά ζητήματα και εκπροσωπούμε τον πελάτη σε τυχόν αμφισβήτηση εγκυρότητας της διαθήκης ή σύγκρουση με συγκληρονόμους. Στόχος είναι η ασφαλής και πλήρης μεταβίβαση της περιουσίας στον δικαιούχο.