Η καταγγελία θεωρείται έγκυρη, εφόσον γίνεται εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το Ι.Κ.Α. μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα με την καταγγελία της σύμβασης, εκτός της περίπτωσης της τακτικής καταγγελίας, όπου η καταβολή της γίνεται κατά τη λήξη του χρόνου προειδοποίησης.
Η μη τήρηση έστω και μίας από τις άνω διατυπώσεις της απόλυσης, επιφέρει ακυρότητα της καταγγελίας και υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζόμενου.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 5 του άρθρου 66 του Ν. 4808/2021, στην περίπτωση που έχει καταβληθεί μεν η αποζημίωση αλλά η καταγγελία της σύμβασης εργασίας πάσχει για κάποιον από τους λοιπούς λόγους, τότε εφόσον ο εργοδότης διορθώσει το τυπικό σφάλμα εντός ενός (1) μηνός από την επίδοση της σχετικής αγωγής ή από την υποβολή αιτήματος επίλυσης εργατικής διαφοράς, η καταγγελία θεωρείται έγκυρη. Στην περίπτωση, που η πλήρωση των συγκεκριμένων προϋποθέσεων γίνει μετά την ως άνω προθεσμία, η πλήρωση αυτή λογίζεται ως νέα καταγγελία και η προηγούμενη ως ανυπόστατη. Πάντως, σε περίπτωση καταβολής ελλιπούς ποσού αποζημίωσης λόγω προφανούς σφάλματος ή εύλογης αμφιβολίας ως προς τη βάση υπολογισμού αυτής, δεν αναγνωρίζεται η ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά διατάσσεται η συμπλήρωση της αποζημίωσης.
Όσον αφορά στην υποχρέωση του εργοδότη να αναγγείλει, με ηλεκτρονική υποβολή του σχετικού εντύπου, στο ΠΣ «ΕΡΓΑΝΗ» την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εντός τεσσάρων (4) ημερών από την ημέρα της καταγγελίας (άρθρο 38 Ν. 4488/2017), διευκρινίζεται ότι η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής δεν καθιστά την καταγγελία άκυρη, αλλά επιφέρει κυρώσεις για τον εργοδότη.
Πέραν των ανωτέρω τυπικών προϋποθέσεων και παρόλο που η καταγγελία της σχέσεως εργασίας είναι αναιτιώδης, το δικαίωμα του εργοδότη δεν είναι ανεξέλεγκτο, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του Α.Κ. περί κατάχρησης δικαιώματος και δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.
Επιπλέον, υπάρχουν περιπτώσεις που απαγορεύεται ρητά από το νόμο η καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Με την παρ. 1 του άρθρου 66 του Ν. 4808/2021, ομαδοποιούνται οι περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και περιλαμβάνονται σε ενιαία διάταξη περιπτώσεις προστασίας του εργαζόμενου από την καταγγελία (Προστασία από απολύσεις). Για τις περιπτώσεις αυτές, και σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 66 του Ν. 4808/2021, διευρύνεται το πλαίσιο προστασίας των εργαζομένων καθώς στην περίπτωση που ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους συγκεκριμένους λόγους, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο.
Σε περίπτωση μη έγκυρης καταγγελίας, ο μισθωτός μπορεί να επιδιώξει δικαστικώς είτε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, είτε την καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημίωσής του. Η αγωγή για ακυρότητα της καταγγελίας είναι απαράδεκτη εάν δεν κοινοποιηθεί εντός τριών μηνών από την απόλυση ενώ η αγωγή για την καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημίωσης είναι απαράδεκτη εάν δεν κοινοποιηθεί εντός έξι μηνών από του χρονικού σημείου κατά το οποίο η αποζημίωση κατέστη απαιτητή (άρθρο 6 Ν. 3198/1955).
Mε την παρ. 3 του άρθρου 66 του Ν. 4808/2021, εισάγεται νέα ρύθμιση που προβλέπει ότι το δικαστήριο, αντί οποιασδήποτε άλλης συνέπειας, μετά από αίτημα είτε του εργαζομένου είτε του εργοδότη, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερο του διπλάσιου της κατά νόμο αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης. Το αίτημα υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά τον καθορισμό του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ιδίως, την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη.
Ο εργαζόμενος δύναται και ο ίδιος να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και έχει υποχρέωση, αν είναι υπάλληλος, να καταγγείλει τη σύμβαση αυτή προ χρόνου ίσου με το ½ του οριζόμενου από το νόμο για τον εργοδότη σε περίπτωση τακτικής καταγγελίας. Ο χρόνος όμως αυτός δε μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβεί τους τρεις μήνες ούτε η αποζημίωση που οφείλεται σε περίπτωση παραβάσεως της υποχρέωσης προειδοποιήσεως, να υπερβεί το ποσό των τριών μηνών (άρθρο 4 του Ν.2112/20).
Η οικειοθελής αποχώρηση του μισθωτού αναγγέλλεται από τον εργοδότη, ηλεκτρονικά, στο Πληροφοριακό Σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ», το αργότερο τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες από την ημέρα αποχώρησης του μισθωτού. Η αναγγελία θα πρέπει να συνοδεύεται υποχρεωτικά είτε από ηλεκτρονικά σαρωμένο έντυπο, υπογεγραμμένη από τα δύο μέρη είτε από εξώδικη δήλωση του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, με την οποία τον ενημερώνει ότι έχει χωρήσει οικειοθελής αποχώρησή του και ότι αυτή θα αναγγελθεί στο ΠΣ «ΕΡΓΑΝΗ». Στην τελευταία περίπτωση, η εξώδικη δήλωση του εργοδότη επιδίδεται στον εργαζόμενο το αργότερο τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες από την οικειοθελή του αποχώρηση και η αναγγελία γίνεται την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης. Αν ο εργοδότης δεν τηρήσει εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής των συνοδευτικών εγγράφων, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ότι λύθηκε με άτακτη καταγγελία του εργοδότη (άρθρο 38 του Ν.4488/2017).
- Βλέπε και άρθρο Καταγγελία Σύμβασης Εργασίας
- Βλέπε και άρθρο Αποζημίωση Απόλυσης
- Βλέπε και άρθρο Μεταβολή Όρων Εργασίας
- Βλέπε και άρθρο Επίσχεση Εργασίας
- Βλέπε και άρθρο Ετήσια Κανονική Άδεια
- Βλέπε και άρθρο Αμοιβή Εργαζόμενου
- Βλέπε και άρθρο Υπερεργασία – Υπερωρίες
- Βλέπε και άρθρο Υποχρεώσεις Εργοδοτών
ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
1. Πότε είναι άκυρη η απόλυσή μου από τον εργοδότη;
Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας πρέπει να γίνει εγγράφως, να συνοδεύεται από καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και ο εργαζόμενος να έχει δηλωθεί κανονικά στην ασφάλιση. Αν λείπει έστω και μία από αυτές τις προϋποθέσεις, η απόλυση είναι άκυρη και ο εργοδότης βρίσκεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών.
Άκυρη θεωρείται επίσης η καταγγελία όταν παραβιάζει το άρθρο 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, καθώς και όταν εμπίπτει στις απαγορεύσεις του άρθρου 66 του Ν. 4808/2021 (απόλυση εγκύου, λεχώνας, για συνδικαλιστική δράση, λόγω καταγγελίας περιστατικών βίας κ.λπ.). Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει αναγνώριση της ακυρότητας και μισθούς υπερημερίας.
2. Τι μπορώ να κάνω αν με απέλυσαν χωρίς αποζημίωση;
Ο εργαζόμενος έχει δύο βασικές επιλογές. Αφενός, μπορεί να ασκήσει αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, ζητώντας μισθούς υπερημερίας και επαναπρόσληψη. Αφετέρου, μπορεί να αποδεχθεί τη λύση της σύμβασης και να ασκήσει αγωγή για καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημίωσης απόλυσης.
Παράλληλα, υπάρχει η δυνατότητα υποβολής αιτήματος εργατικής διαφοράς στην Επιθεώρηση Εργασίας, που λειτουργεί συμφιλιωτικά και μπορεί να οδηγήσει σε ταχύτερη διευθέτηση. Με βάση το άρθρο 66 παρ. 3 του Ν. 4808/2021, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει πρόσθετη αποζημίωση από τρεις μήνες αποδοχών έως το διπλάσιο της νόμιμης αποζημίωσης, ανάλογα με την ένταση του πταίσματος του εργοδότη.
3. Πόσο χρόνο έχω για να προσβάλω την απόλυση;
Οι προθεσμίες είναι αυστηρές και αποκλειστικές. Η αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας πρέπει να κοινοποιηθεί στον εργοδότη εντός τριών (3) μηνών από την ημέρα της απόλυσης, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Η αγωγή για καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημίωσης πρέπει να κοινοποιηθεί εντός έξι (6) μηνών από τότε που η αποζημίωση κατέστη απαιτητή (άρθρο 6 Ν. 3198/1955).
Αν παρέλθουν οι προθεσμίες αυτές, ο εργαζόμενος χάνει το δικαίωμα δικαστικής διεκδίκησης, ανεξάρτητα από το πόσο βάσιμες είναι οι αξιώσεις του. Γι’ αυτό η άμεση επικοινωνία με δικηγόρο, ιδανικά μέσα στις πρώτες εβδομάδες μετά την απόλυση, είναι κρίσιμη.
4. Τι έγγραφα χρειάζομαι για να διεκδικήσω τα δικαιώματά μου;
Απαραίτητα είναι το έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης, η σύμβαση εργασίας (αν υπάρχει γραπτή), τα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας τουλάχιστον του τελευταίου έτους, οι αναγγελίες πρόσληψης και αποχώρησης από το ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ, καθώς και η βεβαίωση αποδοχών. Χρήσιμα είναι επίσης τα ένσημα ΕΦΚΑ και κάθε στοιχείο που αποδεικνύει την πραγματική προϋπηρεσία και τις αποδοχές.
Αν η απόλυση πιθανολογείται καταχρηστική ή απαγορευμένη (π.χ. λόγω εγκυμοσύνης, συνδικαλιστικής δράσης ή καταγγελίας του εργαζόμενου για παράνομες πρακτικές), συγκεντρώνονται και αποδεικτικά στοιχεία (μηνύματα, μάρτυρες, ιατρικές βεβαιώσεις, έγγραφα συνδικαλιστικής ιδιότητας) που στηρίζουν τον πραγματικό λόγο της απόλυσης.
5. Τι πιθανότητες έχω να δικαιωθώ στο δικαστήριο;
Οι πιθανότητες ευδοκίμησης εξαρτώνται από τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης. Όταν διαπιστώνεται τυπική πλημμέλεια (έλλειψη έγγραφου τύπου, μη καταβολή ή ελλιπής αποζημίωση, μη ασφάλιση), η ακυρότητα είναι κατά κανόνα ισχυρή, αν και ο εργοδότης έχει προθεσμία ενός μήνα από την επίδοση της αγωγής να διορθώσει το σφάλμα κατά τους όρους του Ν. 4808/2021.
Στις περιπτώσεις προστατευόμενης κατηγορίας εργαζομένων, ο νόμος μεταθέτει το βάρος απόδειξης στον εργοδότη, εφόσον ο εργαζόμενος προβάλλει επαρκείς ενδείξεις. Σε υποθέσεις καταχρηστικότητας απαιτείται πληρέστερη απόδειξη. Ρεαλιστική εκτίμηση πιθανοτήτων γίνεται μετά από μελέτη όλων των εγγράφων και των πραγματικών περιστατικών.
6. Ποιος είναι ο ρόλος του δικηγόρου σε υποθέσεις απόλυσης;
Ο δικηγόρος εξετάζει αρχικά τη νομιμότητα της καταγγελίας, υπολογίζει τη σωστή αποζημίωση με βάση την προϋπηρεσία και τις πραγματικές αποδοχές (συμπεριλαμβανομένων υπερωριών, επιδομάτων, bonus) και επιλέγει τη δικονομική στρατηγική: εξώδικο, εργατική διαφορά στην Επιθεώρηση Εργασίας, αγωγή ακυρότητας ή αγωγή αποζημίωσης.
Στη συνέχεια, ασκεί την αγωγή στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εκπροσωπεί τον εργαζόμενο στο ακροατήριο, διαπραγματεύεται συμβιβαστικές λύσεις και υποβάλλει αίτημα για επιδίκαση πρόσθετης αποζημίωσης κατά το άρθρο 66 παρ. 3 του Ν. 4808/2021. Η εμπειρία της εταιρίας σε εργατικές υποθέσεις διασφαλίζει ότι κάθε προθεσμία τηρείται και κάθε νόμιμη αξίωση διεκδικείται στο σύνολό της.


