Επισκεφθείτε μας: Κέντρο Αθήνας, Σταθμός Λαρίσης, Οδός Χωματιανού 31 (Πλησίον Μετρό) --- info@ziamparas.gr --- Καλέστε μας: 210 82 18 945 ή 6975 127 045

Συκοφαντική Δυσφήμηση – Ψευδής Καταμήνυση

Σύμφωνα με το άρ. 363 του Ποινικού Κώδικα, στην συκοφαντική δυσφήμηση όποιος ισχυρίζεται κάποιο ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη κάποιου και ο υπαίτιος το γνώριζε, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Οι συνεργάτες του δικηγορικού μας γραφείου έχουν χειριστεί πολλές υποθέσεις συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά και περιπτώσεις απλής δυσφήμησης, υπερασπιζόμενοι τον κατηγορούμενο και πετυχαίνοντας την αθώωσή αυτού, είτε αποδεικνύοντας ότι, το γεγονός το οποίο θεωρήθηκε δυσφημιστικό ήταν αλήθεια και ως εκ τούτου δεν έπρεπε να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος είτε αποδεικνύοντας ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του αδικήματος, είτε επειδή επρόκειτο για έναν απλό ισχυρισμό ή άποψη και όχι για κάποιο ψευδές γεγονός, είτε επειδή αυτό δεν ήταν ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή.

Τι είναι συκοφαντική δυσφήμηση;

Αν κάποιος ισχυριστεί ή διαδώσει για κάποιον άλλον ενώπιον τρίτου ψευδές γεγονός, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, και ο υπαίτιος γνώριζε ότι το γεγονός είναι ψευδές, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών άρ. 363 εδ. 1 ΠΚάρ. 362 εδ. 1 ΠΚ. Αν η πράξη τελέστηκε από 01-07-2019 και μετά, μαζί με τη φυλάκιση επιβάλλεται και χρηματική ποινή άρ. 363 εδ. 1 ΠΚάρ. πρώτο ν. 4620/2019 άρ. δεύτερο ν. 4620/2019. Αν η πράξη τελέστηκε έως και 30-06-2019, μαζί με τη φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή άρ. 363 εδ. 1 υποεδ. 2 ΠΚ. Από 01-07-2019, δεν μπορεί να επιβληθεί στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων άρ. 363 εδ. 2 ΠΚάρ. 63 ΠΚάρ. πρώτο ν. 4620/2019 άρ. δεύτερο ν. 4620/2019. Η συκοφαντική δυσφήμηση αποτελεί πλημμέλημα άρ. 363 εδ. 1 ΠΚάρ. 18 εδ. 2 ΠΚ.

Διαδικασία του αυτοφώρου

Αν η συκοφαντική δυσφήμηση, η δυσφήμηση ή η εξύβριση φέρεται ότι τελέστηκε από 01-07-2019 και μετά, ακολουθείται και η διαδικασία του αυτοφώρου άρ. 417 ΚΠοινΔάρ. πρώτο ν. 4620/2019 (ΦΕΚ A 96/11-06-2019) άρ. 585 ΚΠοινΔάρ. πρώτο ν. 4620/2019 άρ. δεύτερο ν. 4620/2019. Κατά τον ν. 4596/2019, σε περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμησης, δυσφήμησης ή εξύβρισης, ακόμα και αν τελούνται δια του τύπου, αν δεν συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι, δεν ακολουθείται η διαδικασία του αυτοφώρου άρ. 417 εδ. 2 ΚΠοινΔάρ. 32 ν. 4596/2019άρ. 48 ν. 4596/2019 (ΦΕΚ Α 32/26-02-2009)άρ. 363 ΠΚάρ. 362 ΠΚάρ. 361 ΠΚ.

Δίωξη κατ’ έγκληση

Η συκοφαντική δυσφήμηση διώκεται, κατά τις γενικές διατάξεις, κατ’ έγκληση άρ. 368 παρ. 1 εδ. 1 ΠΚ άρ. 363 ΠΚ. Από 01-07-2019, δεν απαιτείται παράβολο έγκλησης άρ. 51 παρ. 1 ΚΠοινΔάρ. 42 παρ. 2 ΚΠοινΔ άρ. πρώτο ν. 4620/2019άρ. 585 ΚΠοινΔ άρ. πρώτο ν. 4620/2019 άρ. δεύτερο ν. 4620/2019. Από 01-07-2019, αν ο δικαιούχος της έγκλησης δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε 3 μήνες από την ημέρα που έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη της, ή για έναν από τους συμμετόχους, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται άρ. 114 παρ. 1 ΠΚ άρ. πρώτο ν. 4619/2019άρ. 460 ΠΚ άρ. δεύτερο ν. 4619/2019. Έως και 30-06-2019, αν ο δικαιούχος της έγκλησης δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε 3 μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση της πράξης που τελέσθηκε και του προσώπου που την τέλεσε, ή έστω ενός συμμετόχου, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται ΑΠ Ποιν. 1859/2009άρ. 117 παρ. 1 ΠΚ.

Αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση

Η αντικειμενική υπόσταση της συκοφαντικής δυσφήμησης στοιχειοθετείται, αν:

  • ο δράστης προέβηκε σε ισχυρισμό ή σε διάδοση άρ. 363 εδ. 1 ΠΚ άρ. 362 εδ. 1 ΠΚ, και
  • ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγινε ενώπιον τρίτου ΑΠ Ποιν. 308/2016 άρ. 363 εδ. 1 ΠΚ άρ. 362 εδ. 1 ΠΚ, και
  • ο ισχυρισμός ή η διάδοση αφορά σε γεγονός άρ. 363 εδ. 1 ΠΚάρ. 362 εδ. 1 ΠΚ, και
  • το γεγονός αφορά σε άλλον άρ. 363 εδ. 1 ΠΚάρ. 362 εδ. 1 ΠΚ, και
  • το γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου άρ. 363 εδ. 1 ΠΚάρ. 362 εδ. 1 ΠΚ, και
  • το γεγονός είναι ψευδές άρ. 363 εδ. 1 ΠΚ.

Η υποκειμενική υπόσταση της συκοφαντικής δυσφήμησης στοιχειοθετείται, αν:

  • ο δράστης γνωρίζει ότι το γεγονός είναι ψευδές ΑΠ Πολ. 1007/2010 άρ. 363 εδ. 1 ΠΚ, και
  • ο δράστης γνωρίζει, ή έστω διατηρεί αμφιβολίες ΑΠ Ποιν. 964/2010, ότι το γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου ΑΠ Ποιν. 513/2013 άρ. 363 εδ. 1 ΠΚάρ. 362 εδ. 1 ΠΚ, και
  • ο δράστης θέλει ή αποδέχεται να προβεί στον ισχυρισμό ή τη διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου ΑΠ Ποιν. 513/2013 ΑΠ Ποιν. 964/2010 άρ. 363 εδ. 1 ΠΚ άρ. 362 εδ. 1 ΠΚ.

Το δικαστήριο, ή το συμβούλιο, οφείλει να ελέγξει κατά σειρά προτεραιότητας, αν οι ισχυρισμοί αποτελούν συκοφαντική δυσφήμηση, απλή δυσφήμηση ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης ΑΠ Ποιν. 1568/1997. Αν το δικαστήριο, ή το συμβούλιο, αποφανθεί αρνητικά όσον αφορά τη συκοφαντική δυσφήμηση, θα προχωρήσει στη στάθμιση των ισχυρισμών ως απλής δυσφήμησης ή εξύβρισης ΑΠ Ποιν. 1568/1997

Ισχυρισμός ή διάδοση

Ισχυρισμός υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος ανακοινώνει το γεγονός ως δική του πεποίθηση, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο γεννήθηκε η πεποίθηση ΑΠ Ποιν. 964/2010. Διάδοση υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος μεταδίδει περαιτέρω ισχυρισμό άλλου προσώπου περί γεγονότος, χωρίς να υιοθετεί τον εν λόγω ισχυρισμό ΑΠ Ποιν. 964/2010. Η διάδοση μπορεί να γίνει και με μετάδοση από τον κατηγορούμενο, δια του τύπου, ισχυρισμού άλλου προσώπου σχετικά με τρίτο ΑΠ Ποιν. 964/2010. Συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου μπορεί να γίνει και με την ανάρτηση – επικόλληση διαφημιστικού φυλλαδίου με δυσφημιστικούς ισχυρισμούς ΑΠ Ποιν. 2515/2009. Η καταχώριση στο internet κειμένου με δυσφημιστικά γεγονότα δεν στοιχειοθετεί αδίκημα τελούμενο δια του Τύπου ΑΠ Ποιν. 192/2017. Αν ο δράστης τέλεσε συκοφαντική δυσφήμηση με το να περιλάβει συκοφαντικούς ισχυρισμούς σε κατάθεσή του ενώπιον του ανακριτή, και δώσει εκ νέου κατάθεση ενώπιον του ανακριτή, και αναφέρεται και προσεπιβεβαιώνει την προηγούμενη κατάθεσή του που περιλάμβανε τους συκοφαντικούς ισχυρισμούς, ο δράστης τελεί εκ νέου συκοφαντική δυσφήμηση ΑΠ Ποιν. 1334/2007. Στην περίπτωση αυτή, χρόνος έναρξης της παραγραφής της καινούριας συκοφαντικής δυσφήμησης είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος προσεπιβεβαιώνει την προηγούμενη κατάθεσή του ΑΠ Ποιν. 1334/2007.

Τρίτος στη συκοφαντική δυσφήμηση

Στην έννοια του τρίτου περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, που έλαβε γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι’ αυτόν στον οποίο αποδίδεται Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2021. Και αυτό, γιατί δεν θεσπίζεται με τις διατάξεις του άρ. 362 ΠΚ και άρ. 363 ΠΚ οποιαδήποτε εξαίρεση ή διάκριση όσον αφορά την έννοια του τρίτου Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2021. Στην έννοια του τρίτου περιλαμβάνονται επομένως και τα πρόσωπα που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως

  • οι δικαστές Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2021 ΑΠ Ποιν. 1264/2016 ΑΠ Ποιν. 611/2015, και
  • οι εισαγγελείς Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2021 ΑΠ Ποιν. 1264/2016 ΑΠ Ποιν. 611/2015, και
  • οι υπάλληλοι του δικαστηρίου Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2021 ΑΠ Ποιν. 1264/2016 ΑΠ Ποιν. 611/2015, και
  • οι δικηγόροι Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2021, και
  • οι δικαστικοί επιμελητές Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2021 ΑΠ Ποιν. 1264/2016ΑΠ Ποιν. 611/2015, και
  • τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2021, κλπ.

Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής ή της συκοφαντικής δυσφήμησης, αν η ανακοίνωση του δυσφημιστικού γεγονότος γίνεται με το περιεχόμενο δικογράφου που περιήλθε στον δικαστή, τον εισαγγελέα και τον γραμματέα του δικαστηρίου και, εν γένει, σε πρόσωπα θεσμικώς αρμόδια, δηλαδή ειδικώς, συνταγματικώς και δικονομικώς εξουσιοδοτημένα να εξετάζουν τέτοια δικόγραφα και να λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά του περιεχομένου τους, με την αιτιολογία ότι τα πρόσωπα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του τρίτου, δεν δικαιολογείται ούτε από την γραμματική διατύπωση των άρ. 362 ΠΚ και άρ. 363 ΠΚ, καθώς, κατά το γλωσσικό νόημα της λέξης, “τρίτος” είναι οποιοσδήποτε που δεν μετέχει στη σχέση που υπάρχει μεταξύ δύο προσώπων, οπότε ο όρος αυτός καλύπτει αδιαστίκτως κάθε φυσικό πρόσωπο που δεν είναι ο δράστης ή ο παθών του εγκλήματος, και συνεπώς καταλαμβάνει αναμφισβήτητα και τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαστικά πρόσωπα, αλλά ούτε και από την τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, σκοπός των οποίων είναι η προστασία του εννόμου αγαθού της τιμής και υπόληψης του προσώπου μέλους μιας οργανωμένης κοινωνίας, από την εξωτερίκευση εκδηλώσεων αμφισβήτησης αυτού, που περιέρχονται στην αντίληψη άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να σχηματίσει αρνητική αντίληψη για την προσωπικότητα εκείνου τον οποίο αφορά το δυσφημιστικό γεγονός Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2021. Μόνο το γεγονός ότι τα δικαστικά πρόσωπα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας, και εκφέρουν την κρίση τους εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους, αποκλειστικά, προς διευθέτηση της εννόμου σχέσεως που αφορούν τα διάδικα μέρη, χωρίς να την ανακοινώνουν σε άλλους, δεν δικαιολογεί τη συσταλτική ερμηνεία του όρου “τρίτος”, αφού και ο δικαστικός λειτουργός δεν παύει ως άνθρωπος να γίνεται κοινωνός μιας δυσμενούς παράστασης για το πρόσωπο που αφορούν οι ισχυρισμοί, χωρίς μάλιστα να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών είτε για λόγους τυπικούς (όπως πχ. σε περίπτωση παραγραφής, εκπρόσθεσμης υποβολής της έγκλησης), είτε διότι περιορίζεται δικονομικά από το αντικείμενο της έρευνάς του, όπως συμβαίνει αν στο απευθυνόμενο σε αυτόν δικόγραφο περιλαμβάνονται, πέραν του ερευνώμενου αντικειμένου, και άσχετοι προς αυτό ισχυρισμοί, δυσφημιστικοί για τον αντίδικο, οπότε ο θεσμικός ρόλος των δικαστικών προσώπων δεν αποτρέπει ουσιαστικά τον κίνδυνο διασυρμού του φορέα του προστατευόμενου εννόμου αγαθού Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2021. Δεν αποκλείεται δε ο δράστης, ο δόλος του οποίου δεν χρειάζεται να οριοθετεί και να προσδιορίζει επακριβώς του τρίτους, ενώπιον των οποίων επιδιώκει να συκοφαντήσει ή να δυσφημήσει κάποιον, να αποβλέπει στην πραγματικότητα στον διασυρμό του συγκεκριμένου ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών και με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2021. Κατά παλαιότερη άποψη, αν η συκοφαντική δυσφήμηση φέρεται να τελέστηκε με γεγονός που περιλήφθηκε σε μήνυση ή ένορκη εξέταση, και ως τρίτοι προτείνονται μόνο ο εισαγγελέας, πταισματοδίκης και δικαστικός γραμματέας που απασχολήθηκαν με αυτές στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, και δεν συντρέχουν ιδιαίτερες άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την προσφορότητα της προσβολής της τιμής και υπόληψης του άλλου, ο εισαγγελέας, ο πτασματοδίκης, και ο δικαστικός γραμματέας δεν είναι τρίτοι με την έννοια που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της συκοφαντικής δυσφήμησης, και δεν στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση ΑΠ Ποιν. 487/2019 σκέψ. Γ. Στην έννοια του τρίτου περιλαμβάνονται τα φυσικά πρόσωπα ή αρχές προς τους οποίους έγινε η διάδοση ή ο ισχυρισμός, ακόμη και αν γνώριζαν ήδη το διαδιδόμενο γεγονός, ή θα μπορούσαν ευχερώς να το πληροφορηθούν από άλλους Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2021. Και αυτό, γιατί και στην περίπτωση αυτή η πράξη μπορεί να δημιουργεί επιπλέον κίνδυνο για την τιμή, καθώς ενισχύει την πίστη ως προς την αλήθεια του γεγονότος Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2021. Η πράξη τελείται ενώπιον τρίτου, ακόμη και αν δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως με ανακοίνωση δια του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2021. Ο ισχυρισμός μπορεί να γίνει και με την κατάθεση αγωγής στη γραμματεία του δικαστηρίου ΑΠ Ποιν. 1362/2000. Αν η συκοφαντική δυσφήμηση γίνει με κατάθεση αγωγής, τρίτοι που λαμβάνουν γνώση του ισχυρισμού είναι οι υπάλληλοι της γραμματείας του δικαστηρίου, οι δικαστές, ή και άλλα πρόσωπα ΑΠ Ποιν. 1362/2000. Αν η συκοφαντική δυσφήμηση γίνει με κατάθεση αγωγής από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά εντολή του πελάτη του, ο δικηγόρος δεν γίνεται φορέας των ισχυρισμών ΑΠ Ποιν. 1362/2000. Ο δικηγόρος δεν έχει ευθύνη για παραβάσεις συκοφαντικής δυσφήμησης που τελεί με τη σύνταξη αγωγών, προτάσεων, μηνύσεων κλπ., που συντάσσονται με εντολή του πελάτη του και βρίσκονται μέσα στα πλαίσια της εντολής του, αν μάλιστα δεν γνωρίζει την αναλήθεια αυτών που εκθέτει και αυτά ήταν αναγκαία για την υπεράσπιση του εντολέα του ΑΠ Ποιν. Συμβούλιο 755/1997 ΑΠ Ποιν. Συμβούλιο 761/1988. Αν όμως ο δικηγόρος δεν ενήργησε απλά ως νομικός παραστάτης του πελάτη του, αλλά χειρίστηκε την υπόθεση σαν δική του, (πχ. λόγω συγγένειας με τον πελάτη και προσωπικής ανάμειξης στην υπόθεση του πελάτη του ΑΠ Ποιν. 241/2015), το δικαστήριο δύναται να δεχθεί ότι ο δικηγόρος ευθύνεται και ως ηθικός αυτουργός για τις πράξεις του πελάτη του ΑΠ Ποιν. 241/2015. Αν η συκοφαντική δυσφήμηση τελέστηκε με εξώδικο που επιδόθηκε, και ο δικαστικός επιμελητής έλαβε γνώση του περιεχομένου του εξωδίκου, τρίτος είναι και ο δικαστικός επιμελητής που επέδωσε το εξώδικο και έλαβε γνώση του περιεχομένου του ΑΠ Ποιν. 611/2015.

Γεγονός πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου

Ως τιμή νοείται το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ’ αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων ΑΠ Ποιν. 171/2015. Ως υπόληψη νοείται το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του ΑΠ Ποιν. 171/2015. Ως γεγονός πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, το οποίο ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν ΑΠ Ποιν. 611/2015ΑΠ Ποιν. 2515/2009, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και μπορεί να αποδειχθεί, το οποίο αντίκειται στον νόμο, την ηθική και την ευπρέπεια, το οποίο προσάπτεται σε ορισμένο πρόσωπο με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής και της υπόληψής του ΑΠ Ποιν. 611/2015. Ως γεγονός πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου θεωρείται και κάθε συγκεκριμένη συμπεριφορά ή σχέση προσώπου, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν ΑΠ Ποιν. 611/2015ΑΠ Ποιν. 2515/2009, αν συνάπτεται άμεσα με κάτι που έχει συμβεί ΑΠ Ποιν. 964/2010, η οποία προσάπτεται σε ορισμένο πρόσωπο με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής και της υπόληψής του ΑΠ Ποιν. 611/2015. Στην έννοια του γεγονότος είναι δυνατόν να υπαχθούν και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, όταν συνδέονται και σχετίζονται με συγκεκριμένα περιστατικά που συνιστούν γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, και στη συγκεκριμένη περίπτωση να συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του θιγόμενου ΑΠ Ποιν. 964/2010. Απλές κρίσεις, γνώμες ή χαρακτηρισμοί που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού, χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός, είναι δυνατόν να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης ΑΠ Ποιν. 964/2010. Ψευδείς ισχυρισμοί που εμφανίζουν δικηγόρο ότι παρανομεί εις βάρος των πελατών του, για προσωπικό του όφελος, μπορούν να στοιχειοθετήσουν συκοφαντική δυσφήμηση ΑΠ Ποιν. 611/2015. Ψευδείς ισχυρισμοί που αφήνουν να εννοηθεί ότι δικηγόρος απειλεί τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα πελάτη του μπορούν να στοιχειοθετήσουν συκοφαντική δυσφήμηση ΑΠ Ποιν. 611/2015.

Ψευδές γεγονός

Αν το γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη αποδεικνύεται αληθές, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ΑΠ Ποιν. 964/2010 άρ. 366 παρ. 1 εδ. 1 ΠΚ άρ. 363 εδ. 1 ΠΚάρ. 362 ΠΚ. Αν το γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη αποδεικνύεται αληθές, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής δυσφήμησης ΑΠ Ποιν. 964/2010 άρ. 366 παρ. 1 εδ. 1 ΠΚάρ. 362 ΠΚ. Αν το γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη δεν αποδεικνύεται ότι είναι ψευδές, και υπάρχουν αμφιβολίες για την αλήθεια ή αναλήθεια αυτού, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ΑΠ Ποιν. 1228/2009 άρ. 363 εδ. 1 ΠΚάρ. 362 ΠΚ. Αν υπάρχουν αμφιβολίες για την αλήθεια του γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, στοιχειοθετείται, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, το αδίκημα της απλής δυσφήμησης ΑΠ Ποιν. 964/2010.

Απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος με μάρτυρες από 01-07-2019 και μετά

Ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον εισαγγελέα και στους διαδίκους τους μάρτυρες που κλητεύει άρ. 326 παρ. 3 ΚΠοινΔ άρ. πρώτο ν. 4620/2019 άρ. 585 ΚΠοινΔάρ. πρώτο ν. 4620/2019 άρ. δεύτερο ν. 4620/2019.

Απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος με μάρτυρες έως και 30-06-2019

Αν επιτρέπεται η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, και ο κατηγορούμενος δεν δηλώσει εγγράφως στον εγκαλούντα και στον εισαγγελέα ότι θέλει να αποδείξει την αλήθεια του γεγονότος με μάρτυρες και τα ονόματα των μαρτύρων, και προτείνει τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι το γεγονός είναι αληθές, ο αυτοτελής ισχυρισμός προτείνεται απαράδεκτα ΑΠ Ποιν. 1228/2009 άρ. 363 ΠΚάρ. 366 παρ. 1 ΠΚ άρ. 326 παρ. 3 ΚΠοινΔ άρ. 361 ΚΠοινΔ. Στην ίδια περίπτωση, αν ο κατηγορούμενος προτείνει την εξέταση μάρτυρα για την απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος, το αίτημα εξέτασης του μάρτυρα είναι απαράδεκτο ΑΠ Ποιν. 1228/2009 άρ. 363 ΠΚάρ. 366 παρ. 1 ΠΚ άρ. 326 παρ. 3 ΚΠοινΔ άρ. 361 ΚΠοινΔ. Η επίδοση της έγγραφης δήλωσης αυτής πρέπει να γίνεται τουλάχιστον 3 ημέρες πριν τη δίκη, με εξαίρεση την προσβολή της τιμής μάρτυρα ενώπιον του δικαστηρίου ΑΠ Ποιν. 1228/2009 άρ. 326 παρ. 3 ΚΠοινΔ άρ. 361 ΚΠοινΔ.

Γνώση του ψεύδους του γεγονότος

Αν ο κατηγορούμενος θεωρεί ότι ο ισχυρισμός είναι αληθής, δεν στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση ΑΠ Ποιν. 964/2010 ΑΠ Ποιν. 513/2013. Αν ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι το γεγονός είναι ψευδές, δεν στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση ΑΠ Πολ. 1007/2010. Αν ο κατηγορούμενος είχε αμφιβολίες για το ψεύδος του γεγονότος, δεν στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση ΑΠ Πολ. 1007/2010. Αν ο κατηγορούμενος θεωρεί ότι ο ισχυρισμός είναι αληθής, δύναται να στοιχειοθετηθεί απλή δυσφήμηση ΑΠ Ποιν. 964/2010. Αν ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι το γεγονός είναι ψευδές, δύναται να στοιχειοθετηθεί απλή δυσφήμηση ΑΠ Πολ. 1007/2010. Αν ο κατηγορούμενος έχει αμφιβολίες για το ψεύδος του γεγονότος, δύναται να στοιχειοθετηθεί απλή δυσφήμηση ΑΠ Πολ. 1007/2010. Η πεποίθηση του κατηγορουμένου ότι το γεγονός που ισχυρίζεται ή διαδίδει είναι αληθές δεν αποκλείει τον δόλο περί απλής δυσφήμησης, αν γνώριζε ότι τα όσα έλεγε ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του προσώπου στο οποίο αφορούν ΑΠ Ποιν. 239/2010.

Αυτοτελής ισχυρισμός πράξης προς διαφύλαξη δικαιώματος ή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον

Ο άδικος χαρακτήρας της απλής δυσφήμησης ή εξύβρισης αίρεται και όταν η εκδήλωση που προσβάλλει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αν η εκδήλωση αυτή αποτελεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλον τρόπο, και ο δράστης κινήθηκε στη προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς τον σκοπό αυτό ΑΠ Ποιν. 964/2010. Η συκοφαντική δυσφήμηση δεν δικαιολογείται από το δικαίωμα ενάσκησης κριτικής ή εκτέλεσης νομίμου καθήκοντος ΑΠ Ποιν. 1568/1997. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η απλή δυσφήμηση ή η εξύβριση στην οποία προέβη έγιναν για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και για τον λόγο αυτό δεν είναι άδικες πράξεις, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό ΑΠ Ποιν. 1859/2009 ΑΠ Ποιν. 1707/2009 άρ. 367 παρ. 1 ΠΚ άρ. 367 παρ. 2 ΠΚ άρ. 362 ΠΚ άρ. 361 παρ. 1 ΠΚ. Αν ο κατηγορούμενος προβάλλει ισχυρισμό ότι προέβη σε απλή δυσφήμηση ή εξύβριση για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και από τις σχετικές πράξεις του κατηγορουμένου στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση (με διάδοση ή ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψεύδους), ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου δεν είναι νόμιμος ΑΠ Ποιν. 1859/2009 ΑΠ Ποιν. 1707/2009 άρ. 367 παρ. 1 ΠΚ άρ. 367 παρ. 2 ΠΚ άρ. 363 ΠΚ άρ. 362 ΠΚ άρ. 361 παρ. 1 ΠΚ. Αν ο ισχυρισμός που προβάλλει ο κατηγορούμενος δεν είναι νόμιμος, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να προβεί σε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του ΑΠ Ποιν. 1859/2009 ΑΠ Ποιν. 1707/2009.

Αναβολή των ενεργειών της ποινικής προδικασίας μέχρι το τέλος σχετικής ποινικής δίωξης

Από 01-07-2019, αν ασκήθηκε έγκληση για συκοφαντική δυσφήμηση ή απλή δυσφήμηση, και το γεγονός στο οποίο αφορά η συκοφαντική δυσφήμηση είναι αξιόποινη πράξη άλλου, και για την πράξη αυτή του άλλου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση για τη δυσφήμηση, και κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών, αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης του άλλου άρ. 59 παρ. 2 ΚΠοινΔ άρ. πρώτο ν. 4620/2019 άρ. 585 ΚΠοινΔάρ. πρώτο ν. 4620/2019 άρ. δεύτερο ν. 4620/2019 άρ. 363 ΠΚ άρ. 362 ΠΚ. Τα παραπάνω ισχύουν και για το διάστημα έως και 30-06-2019 ΑΠ Ποιν. 666/2014 άρ. 59 παρ. 2 ΚΠοινΔ άρ. 585 ΚΠοινΔ άρ. πρώτο ν. 4620/2019 άρ. δεύτερο ν. 4620/2019. Η σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών έπεται, δεν προηγείται, της πράξης αναβολής του εισαγγελέα πρωτοδικών ΑΠ Ποιν. 666/2014. Κατά τη διάρκεια της αναβολής αναστέλλεται η παραγραφή των εγκλημάτων στα οποία αφορά η προκαταρκτική εξέταση ΑΠ Ποιν. 666/2014 άρ. 113 παρ. 3 εδ. 2 ΠΚάρ. 59 παρ. 2 ΚΠοινΔ. Η αναστολή της προθεσμίας παραγραφής αρχίζει από τον χρόνο έκδοσης της διάταξης περί αναβολής από τον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών ΑΠ Ποιν. 666/2014 άρ. 113 παρ. 3 εδ. 2 ΠΚ άρ. 59 παρ. 2 ΚΠοινΔ.

Σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών

Αν ο νόμος προβλέπει την έγκριση ή την έκφραση σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών σε πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ο εισαγγελέας εφετών δεν εκφέρει πρωτογενή δικαιοδοτική κρίση, αλλά ελέγχει τη νομιμότητα, και μάλιστα τον εξωτερικό τύπο των συγκεκριμένων ενεργειών του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ΑΠ Ποιν. 666/2014. Τέτοια σύμφωνη γνώμη προβλέπεται και για την αναβολή κάθε περαιτέρω ενέργειας έως το τέλος της ποινικής δίωξης άλλου ΑΠ Ποιν. 666/2014 άρ. 59 παρ. 2 ΚΠοινΔ.

Αναστολή της ποινικής δίκης μέχρι το πέρας σχετικής ποινικής δίωξης

Από 01-07-2019, αν ασκήθηκε έγκληση για συκοφαντική δυσφήμηση ή απλή δυσφήμηση, και το γεγονός στο οποία αφορά η συκοφαντική δυσφήμηση είναι αξιόποινη πράξη άλλου, και για την πράξη αυτή του άλλου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η ποινική δίκη για την απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση αναστέλλεται μέχρι το τέλος της ποινικής δίωξης για την αξιόποινη πράξη του άλλου άρ. 366 παρ. 2 εδ. 1 ΠΚ άρ. πρώτο ν. 4619/2019 άρ. 460 ΠΚάρ. δεύτερο ν. 4619/2019. Τα παραπάνω ισχύουν και για το διάστημα από 26-02-2019 έως και 30-06-2019 άρ. 366 παρ. 2 εδ. 1 ΠΚ άρ. 8 παρ. 2 ν. 4596/2019 άρ. 48 ν. 4596/2019 (ΦΕΚ Α 32/26-02-2009). Τα παραπάνω ισχύουν και για το διάστημα έως και 25-02-2019 άρ. 366 παρ. 2 εδ. 1 υποεδ. 1 ΠΚ άρ. 48 ν. 4596/2019 (ΦΕΚ Α 32/26-02-2009).

Τεκμήριο κατά το τέλος της σχετικής ποινικής δίωξης κατά τον ν. 4619/2019

Αν η απόφαση που περατώνει την ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη του άλλου είναι καταδικαστική, παράγεται νόμιμο τεκμήριο για την αλήθεια του γεγονότος που αποδίδονταν στον άλλο άρ. 366 παρ. 2 εδ. 2 ΠΚ άρ. πρώτο ν. 4620/2019.

Τεκμήριο κατά το τέλος της σχετικής ποινικής δίωξης κατά τον ν. 4596/2019

Αν ο άλλος αθωωθεί αμετάκλητα (με αθωωτική απόφαση η οποία στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη άρ. 366 παρ. 2 εδ. 2 ΠΚ ή με απαλλακτικό βούλευμα), παράγεται νόμιμο τεκμήριο για την αναλήθεια των γεγονότων τα οποία συνιστούν το περιεχόμενο της πράξης που του αποδίδονταν άρ. 366 παρ. 2 εδ. 2 ΠΚ άρ. 8 παρ. 2 ν. 4596/2019 άρ. 48 ν. 4596/2019 (ΦΕΚ Α 32/26-02-2009). Αν ο άλλος καταδικαστεί αμετάκλητα, παράγεται νόμιμο τεκμήριο για την αλήθεια των γεγονότων τα οποία συνιστούν το περιεχόμενο της πράξης που του αποδίδονταν άρ. 366 παρ. 2 εδ. 2 ΠΚ άρ. 8 παρ. 2 ν. 4596/2019 άρ. 48 ν. 4596/2019 (ΦΕΚ Α 32/26-02-2009). Είτε ο άλλος αθωωθεί είτε καταδικαστεί αμετάκλητα, επιτρέπεται ανταπόδειξη άρ. 366 παρ. 2 εδ. 3 ΠΚάρ. 8 παρ. 2 ν. 4596/2019άρ. 48 ν. 4596/2019 (ΦΕΚ Α 32/26-02-2009). Το νόμιμο αυτό τεκμήριο δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε άλλα εγκλήματα, όπως αυτό της ψευδούς καταμήνυσης για το ψευδές της καταμηνυθείσας πράξης ΑΠ Ποιν. 755/2015 ΑΠ Ποιν. 210/2010, ή της ψευδορκίας για το ψευδές της πράξης την οποία αφορούσε η κατάθεση ΑΠ Ποιν. 210/2010, ή της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης για το ψευδές της πράξης την οποία αφορούσε η κατάθεση ΑΠ Ποιν. 210/2010. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα, και δεν δεσμεύεται από την αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση για την πράξη συκοφαντικής δυσφήμησης που είχε αποδοθεί στον άλλο, όταν κρίνει επί άλλου εγκλήματος, όπως επί ψευδούς καταμήνυσης ΑΠ Ποιν. 755/2015 ή ψευδορκίας ΑΠ Ποιν. 210/2010 ή ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης ΑΠ Ποιν. 210/2010.

Τεκμήριο κατά το τέλος της σχετικής ποινικής δίωξης κατά την αρχική μορφή του άρ. 366 ΠΚ

Έως και 25-02-2019, το νόμιμο τεκμήριο βάσει αμετάκλητης αθώωσης ή καταδίκης ήταν αμάχητο ΑΠ Ποιν. 755/2015 άρ. 366 παρ. 2 εδ. 1 υποεδ. 2 ΠΚ άρ. 48 ν. 4596/2019 (ΦΕΚ Α 32/26-02-2009). Το νόμιμο αμάχητο τεκμήριο έχει την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή η επάνοδος και εκ νέου έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των ίδιων γεγονότων, τα οποία συνιστούν το περιεχόμενο της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης ΑΠ Ποιν. 755/2015. Το αμάχητο αυτό τεκμήριο δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε άλλα εγκλήματα, όπως αυτό της ψευδούς καταμήνυσης για το ψευδές της καταμηνυθείσας πράξης ΑΠ Ποιν. 755/2015 ΑΠ Ποιν. 210/2010, ή της ψευδορκίας για το ψευδές της πράξης την οποία αφορούσε η κατάθεση ΑΠ Ποιν. 210/2010, ή της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης για το ψευδές της πράξης την οποία αφορούσε η κατάθεση ΑΠ Ποιν. 210/2010. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα, και δεν δεσμεύεται από την αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση για την πράξη συκοφαντικής δυσφήμησης που είχε αποδοθεί στον άλλο, όταν κρίνει επί άλλου εγκλήματος, όπως επί ψευδούς καταμήνυσης ΑΠ Ποιν. 755/2015 ή ψευδορκίας ΑΠ Ποιν. 210/2010 ή ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης ΑΠ Ποιν. 210/2010.

Συρροή ή κατ’ εξακολούθηση έγκλημα

“Έγκλημα κατ’ εξακολούθηση” είναι το έγκλημα που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που απέχουν χρονικά μεταξύ τους και κάθε μια από αυτές προσβάλλει το ίδιο έννομο αγαθό και περιέχουν πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ίδια απόφαση για την εκτέλεσή τους ΑΠ Ποιν. 506/2015. Το αν περισσότερες πράξεις του ίδιου ατόμου θεωρούνται ως ένα κατ’ εξακολούθηση έγκλημα ή αν πρόκειται για πραγματική συρροή καταλείπεται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ΑΠ Ποιν. 308/2016.

Περιεχόμενο κλητηρίου θεσπίσματος

Αν στο κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχεται ο ακριβής καθορισμός της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο ΑΠ Ποιν. 1678/2008 άρ. 321 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ άρ. 321 παρ. 4 ΚΠοινΔ. Δηλαδή, στο κλητήριο θέσπισμα πρέπει να καθορίζονται επακριβώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως αυτό τυποποιείται στον νόμο ΑΠ Ποιν. 1678/2008 άρ. 321 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ. Και αυτό για να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση της αποδιδόμενης σ’ αυτόν κατηγορίας, και να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπισή του ΑΠ Ποιν. 1678/2008 άρ. 321 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ άρ. 6 παρ. 3 περ. α ΕΣΔΑ άρ. 6 παρ. 3 περ. β ΕΣΔΑ. Η ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι σχετική ΑΠ Ποιν. 1678/2008 άρ. 321 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠοινΔάρ. 321 παρ. 4 ΚΠοινΔ. Αν στο κλητήριο θέσπισμα περιλαμβάνεται το φερόμενο ως ψευδές και συκοφαντικό γεγονός, και δεν περιλαμβάνεται το αληθές γεγονός, υπάρχει ακριβής καθορισμός της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος ως προς το γεγονός, και το κλητήριο θέσπισμα δεν είναι άκυρο από μόνο τον λόγο αυτό ΑΠ Ποιν. 1264/2016 ΑΠ Ποιν. 918/2014. Και αυτό γιατί το ψευδές ή αληθές του γεγονότος είναι ζήτημα που άπτεται της αποδεικτικής διαδικασίας ΑΠ Ποιν. 918/2014.

Αιτιολογία ποινικής απόφασης περί συκοφαντικής δυσφήμησης

Άμεσος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης τελεί την πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού ΑΠ Ποιν. 1183/2017 σκέψ. III. Υπερχειλής δόλος υπάρχει όταν ο δράστης τελεί την πράξη με σκοπό επέλευσης συγκεκριμένου εγκληματικού αποτελέσματος ΑΠ Ποιν. 1183/2017 σκέψ. III. Η ύπαρξη άμεσου δόλου, όπου αυτός απαιτείται από τον νόμο για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης εγκλήματος, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού και ιδρύεται λόγος αναίρεσης ΑΠ Ποιν. 512/2013. Η αιτιολογία αυτή ενυπάρχει στην απόφαση, αν κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών ΑΠ Ποιν. 512/2013. Η ύπαρξη υπερχειλούς δόλου, όπου αυτός απαιτείται από τον νόμο για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης εγκλήματος, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τον σκοπό επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού και ιδρύεται λόγος αναίρεσης ΑΠ Ποιν. 512/2013. Η αιτιολογία αυτή ενυπάρχει στην απόφαση, αν κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών ΑΠ Ποιν. 512/2013. Αν γεγονότα διαλαμβάνονταν σε εξώδικο που επιδόθηκε, και η απόφαση κάνει δεκτό ότι με τα αναγραφόμενα στο εξώδικο τελέστηκε συκοφαντική δυσφήμηση, και ο συντάκτης του εξωδίκου είχε προσωπική αντίληψη για τα γεγονότα αυτά, η απόφαση δεν είναι απαραίτητο να περιλαμβάνει ειδική αιτιολογία για το πώς προκύπτει η γνώση του ψεύδους των περιστατικών από τον δράστη ΑΠ Ποιν. 611/2015.

Παραγραφή

Παραγραφή ποινικού αδικήματος

Αν παρέλθει η προθεσμία παραγραφής της αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται ΑΠ Ποιν. 1457/2010άρ. 111 ΠΚάρ. 112 ΠΚ. Η προθεσμία παραγραφής των πλημμελημάτων είναι πενταετής, και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη ΑΠ Ποιν. 1457/2010. Η προθεσμία παραγραφής της αξιόποινης πράξης αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία, και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των 3 ετών ΑΠ Ποιν. 1457/2010 άρ. 113 ΠΚ. Η παραγραφή εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμα και από τον Άρειο Πάγο ΑΠ Ποιν. 1457/2010 άρ. 111 ΠΚ άρ. 112 ΠΚ άρ. 113 ΠΚ άρ. 310 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠοινΔ άρ. 370 περ. β ΚΠοινΔ άρ. 511 ΚΠοινΔ άρ. 514 ΚΠοινΔ.

Διαχρονικό ποινικό δίκαιο

Αν από την τέλεση της πράξης μέχρι την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου άρ. 2 παρ. 1 ΠΚ άρ. πρώτο ν. 4620/2019 άρ. δεύτερο ν. 4620/2019. Αν από την τέλεση της πράξης μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης ίσχυσαν για το ίδιο έγκλημα περισσότεροι νόμοι, και ο ένας νόμος είναι ευνοϊκότερος του άλλου, εφαρμόζεται ο πιο ευνοϊκός για τον κατηγορούμενο νόμος Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 5/2008 άρ. 2 ΠΚ. Αν ο ένας νόμος απαιτεί περισσότερα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος από ότι προηγούμενος νόμος, ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος, ασχέτως του αν επισύρει βαρύτερη ποινή Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 5/2008 άρ. 2 ΠΚ. Για έγκλημα που τελέστηκε υπό την ισχύ προηγούμενου νόμου, το δικαστήριο θα εφαρμόσει είτε τον προηγούμενο είτε τον νεότερο νόμο, και όχι συνδυασμό των διατάξεων Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 5/2008 άρ. 2 ΠΚ. Αν το δικαστήριο διέσπαζε τις διατάξεις και εφάρμοζε κάθε διάταξη μόνο κατά το μέρος που ευνοεί τον κατηγορούμενο, το δικαστήριο θα κατήρτιζε ιδιαίτερο νόμο κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων περί διάκρισης των λειτουργιών ΑΠ Ποιν. 506/2015 άρ. 26 Συντάγματοςάρ. 73 Συντάγματος άρ. 2 ΠΚ.

Διαχρονικό ποινικό δικονομικό δίκαιο

Κατά μια άποψη, οι νεότερες διατάξεις του ποινικού δικονομικού δικαίου, ακόμη και αν θεσπίζουν δυσμενέστερες για τον υπαίτιο προϋποθέσεις για τη δίωξη του εγκλήματος, έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά τον χρόνο έκδοσης αυτών, μέρος, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. Συμβούλιο 1/2014. Αν νόμος τροποποιήσει δικονομικές διατάξεις, η ισχύς τους είναι αναδρομική και ο εισαγγελέας μπορεί να ασκήσει ποινική δίωξη, βάσει των νεότερων διατάξεων, για εγκλήματα που τελέστηκαν πριν την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού νόμου Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. Συμβούλιο 1/2014. Κατ’ άλλη άποψη, οι τροποποιήσεις του ποινικού δικονομικού δικαίου δεν έχουν αναδρομική ισχύ, αν θίγονται ουσιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου 2/2013 γν.Εισ.ΑΠ. Αν με τροποποιήσεις του ποινικού δικονομικού δικαίου εισάγονται ευμενέστερες διατάξεις για τον κατηγορούμενο, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος 2/2013 γν.Εισ.ΑΠ. Οι τροποποιήσεις του ποινικού δικονομικού δικαίου εφαρμόζονται αναδρομικά, εκτός αν ο δικονομικός νόμος περιέχει ρύθμιση διαφορετική, χωρίς να τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής nullum crimen, nulla poena sine lege 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Οι τροποποιήσεις του ποινικού δικονομικού δικαίου, αν δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη 1/1982 αναφ.Εισ.Εφ.Θεσσαλονίκης, εφαρμόζονται από τη στιγμή της έναρξης της ισχύς τους στην εκκρεμή ποινική δίκη κατά το ατέλεστο μέρος της 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας1/1982 αναφ.Εισ.Εφ.Θεσσαλονίκης. Δικονομικό νόμο αποτελεί και ο νόμος που ορίζει την αρμοδιότητα των δικαστηρίων 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Η μετατροπή του δικονομικού αυτού νόμου έχει αναδρομική ισχύ, εκτός αν έχει ήδη εκδοθεί απόφαση σε πρώτο βαθμό 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από συκοφαντική δυσφήμηση

Αν υπάρχει ηθική βλάβη του ενάγοντος, και υπάρχει υπαιτιότητα του εναγομένου σε αυτή, είτε από δόλο είτε από αμέλεια, γεννάται υποχρέωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Αν κάποιος, από πρόθεση ή από αμέλεια, διαπράττει συκοφαντική δυσφήμηση, είτε γνωρίζοντας είτε υπαιτίως αγνοώντας την αναλήθεια των γεγονότων, έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον άλλο ΑΠ 1577/2013. Ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικώς και σε απλή αμέλεια του δράστη ΑΠ 1577/2013. Επί περισσότερων συκοφαντικών ισχυρισμών δύναται να επιδικαστεί ένα κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ΑΠ 1509/2014. Αν η δυσφημιστική ή εξυβριστική συμπεριφορά και γενικώς η προσβολή της προσωπικότητας συγκροτείται από ένα σύνολο εκδηλώσεων, οι οποίες συνιστούν λογικώς ενιαίο βιοτικό συμβάν, και ο ενάγων αιτείται με την αγωγή του μια ενιαία σχετική αξίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης από την προσβολή, αποτιμώντας την αξίωση σε ένα μόνο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, η αγωγή δεν είναι αόριστη από μόνο το ότι ο ενάγων δεν προσδιορίζει στο δικόγραφο της αγωγής το ποσό που απαιτούνταν ως αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης από κάθε επιμέρους προσβολή της προσωπικότητάς του ΑΠ 14/2007. Αν η δυσφημιστική ή εξυβριστική συμπεριφορά και γενικώς η προσβολή της προσωπικότητας συγκροτείται από ένα σύνολο εκδηλώσεων, οι οποίες συνιστούν λογικώς ενιαίο βιοτικό συμβάν, και κάποιες εκδηλώσεις έγιναν δια του τύπου ή με ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές, γεννώντας διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία του άρ. 681 Δ ΚΠολΔ, και άλλες εκδηλώσεις έγιναν με οποιοδήποτε άλλο μέσο, γεννώντας διαφορά που εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία ως ίσχυε πριν τον ν. 2915/2001, και το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται η υπόθεση είναι καθ’ ύλην αρμόδιο και για τα δύο είδη διαφορών, δεν προκαλείται ακυρότητα ή απαράδεκτο από την εισαγωγή όλης της υπόθεσης κατά την τακτική διαδικασία ΑΠ 14/2007. Κατά μια άποψη, αν η συκοφαντική δυσφήμηση γίνεται δια εισαγωγικού της δίκης δικογράφου ή προτάσεων σε δίκη, και η αγωγή περί συκοφαντικής δυσφήμησης δεν αναφέρει τις πολιτικές δίκες στις οποίες οι εναγόμενοι υποστήριξαν τα φερόμενα ως συκοφαντικά περιστατικά, και δεν αναφέρεται η ιδιότητα των εναγομένων στις δίκες εκείνες, και δεν αναφέρεται κάθε ένα χωριστά από τα έγγραφα που περιελάμβαναν τους ισχυρισμούς, το δικόγραφο περί συκοφαντικής δυσφήμησης είναι αόριστο 27/2007 Εφ.Δωδεκανήσου. Κατά μια άποψη, αν η αγωγή αφορά σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και δεν γίνεται επίκληση υπαιτιότητας του εναγομένου, η αγωγή είναι αόριστη 61/2016 Πολ.Πρωτ.Αθηνών (προσβ. δημοσιευμάτων). Κατά μια άποψη, αν η αγωγή αφορά σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ο ενάγων φέρει το βάρος απόδειξης της υπαιτιότητας του εναγομένου 61/2016 Πολ.Πρωτ.Αθηνών (προσβ. δημοσιευμάτων).

Τι είναι ψευδής καταμήνυση;

Αν κάποιος καταμηνύσει εν γνώσει του ψευδώς άλλον ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους άρ. 229 παρ. 1 ΠΚ. Αν κάποιος εν γνώσει του και ψευδώς καθιστά άλλον ύποπτο στην αρχή για αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν, υποβάλλοντας, αλλοιώνοντας ή αποκρύπτοντας κάποιο αποδεικτικό μέσο, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους άρ. 229 παρ. 2 ΠΚ. Το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει στον παθόντα, μετά από αίτησή του, να δημοσιεύσει την απόφαση με έξοδα του καταδικασθέντα άρ. 229 παρ. 3 ΠΚ. Η ψευδής καταμήνυση αποτελεί πλημμέλημα άρ. 229 παρ. 1 ΠΚάρ. 229 παρ. 2 ΠΚ άρ. 18 εδ. 2 ΠΚ. Η ψευδής καταμήνυση διώκεται αυτεπαγγέλτως άρ. 229 ΠΚάρ. 36 ΚΠοινΔ

Αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση

Η αντικειμενική υπόσταση της ψευδούς καταμήνυσης κατ’ άρ. 229 παρ. 1 ΠΚ στοιχειοθετείται όταν:

  • ο δράστης καταμηνύει άλλον, ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, και
  • ο δράστης αποδίδει σε ένα ή περισσότερα άτομα πράξη ΑΠ Ποιν. 512/2013, και
  • η πράξη, την οποία ο δράστης αποδίδει σε άλλον, είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη ΑΠ Ποιν. 512/2013, και
  • η πράξη, την οποία ο δράστης αποδίδει σε άλλον, είναι ψευδής ΑΠ Ποιν. 512/2013.

Η υποκειμενική υπόσταση της ψευδούς καταμήνυσης κατ’ άρ. 229 παρ. 1 ΠΚ στοιχειοθετείται όταν:

  • ο δράστης γνωρίζει ότι η πράξη που αποδίδεται στον καταγγελλόμενο είναι ψευδής ΑΠ Ποιν. 114/2010ΑΠ Ποιν. 413/2010 ΑΠ Ποιν. 512/2013, και
  • ο δράστης προέβη στην καταμήνυση με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία ΑΠ Ποιν. 114/2010 ΑΠ Ποιν. 512/2013.

Το έγκλημα είναι τετελεσμένο από τη στιγμή που η μήνυση θα περιέλθει στην αρχή ή γίνει η ανακοίνωση σε αυτή, ανεξάρτητα από το αν ασκήθηκε ή όχι στη συνέχεια ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου ΑΠ Ποιν. 43/2010. Αν έχει κατατεθεί η μήνυση, και πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, τότε κατηγορία για ψευδή καταμήνυση δεν ευσταθεί μόνο αν από κάποιο νόμιμο λόγο προκύπτει το ακαταδίωκτο της καταγγελλόμενης πράξης, ώστε να μην παρίσταται ανάγκη να διαπιστωθεί με οποιαδήποτε ανακριτική πράξη, ούτε και με την κατ’ άρ. 43 παρ. 2 ΚΠοινΔ προκαταρκτική εξέταση ΑΠ Ποιν. 43/2010. Αν παρίσταται ανάγκη να διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, όπως όταν δεν προκύπτει από την ίδια την έγκληση ότι η έγκληση δεν στηρίζεται στον νόμο, το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης είναι τετελεσμένο από την υποβολή της έγκλησης ΑΠ Ποιν. 43/2010.

Συρροή ή κατ’ εξακολούθηση έγκλημα

“Έγκλημα κατ’ εξακολούθηση” είναι το έγκλημα που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που απέχουν χρονικά μεταξύ τους και κάθε μια από αυτές προσβάλλει το ίδιο έννομο αγαθό και περιέχουν πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ίδια απόφαση για την εκτέλεσή τους ΑΠ Ποιν. 506/2015. Το αν περισσότερες πράξεις του ίδιου ατόμου θεωρούνται ως ένα κατ’ εξακολούθηση έγκλημα ή αν πρόκειται για πραγματική συρροή καταλείπεται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ΑΠ Ποιν. 308/2016.

Περιεχόμενο απόφασης για ψευδή καταμήνυση

Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής ποινικής απόφασης, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν

  • την υποβολή της μήνυσης ή της αναφοράς ενώπιον της αρχής, και
  • την καταγγελόμενη ποινική πράξη, και
  • την γνώση της αναλήθειας των καταγγελόμενων περιστατικών από τον δράστη, και
  • τον σκοπό αυτού να προκληθεί καταδίωξη του ψευδώς καταγγελλόμενου προσώπου ΑΠ Ποιν. 413/2010 σκέψ. I.