ELEN

ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ – ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Τι είναι υπεξαίρεση χρημάτων;

Υπεξαίρεση χρημάτων είναι μια αξιόποινη πράξη η οποία τιμωρείται από το νόμο. Στην ουσία είναι ένα ποινικό αδίκημα που στρέφεται κατά του αγαθού της προσωπικής ιδιοκτησίας. Με απλά λόγια είναι μια πράξη που μοιάζει με κλοπή, καθώς αυτός που την κάνει υπεξαιρεί, δηλαδή αφαιρεί χρήματα που δεν του ανήκουν. Η διαφορά της από την κλοπή είναι ότι αυτός που την διαπράττει δεν χρειάζεται να πάρει (κλέψει) τα χρήματα από κάποιον άλλο. Στην περίπτωση της υπεξαίρεσης τα χρήματα βρέθηκαν με κάποιον τρόπο (συνήθως λόγω της θέσης του) στην κατοχή του δράστη ο οποίος απλά τα κράτησε χωρίς να του ανήκουν. Η υπεξαίρεση χρημάτων μπορεί να γίνει με θύμα μια ιδιωτική εταιρία ή το δημόσιο. Μια από τις πιο τρανταχτές περιπτώσεις υπεξαίρεσης χρημάτων στην Ελλάδα είναι το σκάνδαλο Κοσκωτά. 

Σύμφωνα με το άρθρο 375 του Ποινικού Κώδικα που δίνει τον ορισμό της υπεξαίρεσης, στην υπεξαίρεση όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Ο νόμος διακρίνει περιπτώσεις ως προς το μέγεθος της ποινής αναλόγως της αξίας του πράγματος που υπεξαιρείται. Έτσι, εάν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται ποινή κάθειρξης μέχρι 10 ετών στον υπαίτιο, αντιθέτως εάν η υπεξαίρεση έχει αντικείμενο πράγμα ευτελούς αξίας τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών, η ποινική δίωξη ασκείται μόνο μετά από έγκληση του παθόντος, σε κάποιες δε περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να κρίνει την πράξη ακόμη και ατιμώρητη.

Περιγραφή του εγκλήματος

Τα στοιχεία που απαιτούνται για την τέλεση της υπεξαίρεσης είναι τα ακόλουθα:

  • η παράνομη ιδιοποίηση
  • το ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα (π.χ. η ανάληψη χρημάτων από κοινό τραπεζικό λογαριασμό δεν συνιστά υπεξαίρεση, διότι από τη στιγμή της κατάθεσης την κυριότητα επί των χρημάτων αποκτάει η τράπεζα, η οποία ως θεματοφύλακας έχει υποχρέωση απόδοσής τους σε όποιον δικαιούχο ζητήσει την ανάληψη ή η καθυστέρηση της καταβολής του τιμήματος εκ μέρους του αγοραστή σε πώληση με παρακράτηση κυριότητας δεν συνιστά υπεξαίρεση, αν ο πωλητής δεν έχει υπαναχωρήσει προηγουμένως από τη σύμβαση πώλησης)
  • η περιέλευση του πράγματος στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο (ακόμα και με εγκληματική πράξη)

Η υπεξαίρεση μπορεί να τελεστεί από τον οποιονδήποτε. Κατ’ εξαίρεση στο πρόσωπο του υπαιτίου πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένες ιδιότητες, όταν το αντικείμενο που υπεξαιρείται του το έχουν εμπιστευθεί:

  • λόγω ανάγκης ή της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου (π.χ. δικηγόρος εισπράττει από την αντίδικη ασφαλιστική εταιρία το ποσό που επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με την υποχρέωση να το αποδώσει στον εντολέα του) ή της ιδιότητάς του ως επιτρόπου (π.χ. ο επίτροπος ανηλίκου) ή ως κηδεμόνα του παθόντος (π.χ. ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας) ή μεσεγγυούχου (π.χ. ο μεσεγγυούχος σε περίπτωση συντηρητικής κατάσχεσης) ή διαχειριστή ξένης περιουσίας (π.χ. ο διαχειριστής ε.π.ε.).

Ο δράστης πρέπει να γνωρίζει ότι το κινητό πράγμα που κατέχει και που ιδιοποιείται είναι ξένο και να θέλει να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτό.

Υπεξαίρεση κατά του Δημοσίου – ΟΤΑ  – ΝΠΔΔ

   Όταν το αδίκημα στρέφεται κατά του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, έχει εφαρμογή ο Νόμος “Περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του Δημοσίου” (Ν.1608/1950). Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με αυτόν, “αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας”, αυτό μπορεί να επισύρει την ποινή της “ισόβιας κάθειρξης” (αρ.1 Ν.1608/1950).

Υπεξαίρεση πράγματος ευτελούς αξίας

    Τέλος, αν η κλοπή ή η υπεξαίρεση έχει αντικείμενο πράγμα ευτελούς αξίας, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών. Αν όμως η πράξη τελέστηκε από ανάγκη για άμεση χρήση ή ανάλωση του αντικειμένου της κλοπής ή υπεξαίρεσης, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την πράξη ατιμώρητη. (αρ. 377 παρ. 1 ΠΚ)

ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ – ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

1. Τι ποινή κινδυνεύω για υπεξαίρεση χρημάτων;

Η βασική μορφή του αδικήματος (άρθρο 375 ΠΚ) τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο ετών, ενώ αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Όταν η αξία υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, η ποινή ανεβαίνει σε κάθειρξη έως δέκα ετών. Στις υπεξαιρέσεις σε βάρος του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ εφαρμόζεται ο Ν.1608/1950, με αυστηρότερο πλαίσιο. Η τελική ποινή εξαρτάται όμως από πολλούς παράγοντες: ποιότητα και πληρότητα κατηγορητηρίου, ύπαρξη ελαφρυντικών (άρθρο 84 ΠΚ), προηγούμενη απόδοση των χρημάτων, λευκό ποινικό μητρώο. Συχνά πετυχαίνεται αναστολή ή μετατροπή της ποινής.

2. Πώς μπορεί να μειωθεί ή να ανασταλεί η ποινή;

Σημαντική ελάφρυνση επιφέρει η έμπρακτη μετάνοια: η απόδοση του ποσού στον παθόντα πριν την έκδοση οριστικής απόφασης μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε εξάλειψη του αξιοποίνου σε ορισμένες μορφές, ή σε ουσιώδη μείωση. Προβάλλονται ελαφρυντικά πρότερου σύννομου βίου, μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, ειλικρινούς μετάνοιας και μη ταπεινών αιτίων. Όταν η ποινή δεν υπερβαίνει τα τρία έτη χορηγείται κατά κανόνα αναστολή (άρθρο 99 ΠΚ), ενώ προβλέπεται μετατροπή σε χρηματική ή παροχή κοινωφελούς εργασίας (άρθρο 80 ΠΚ). Σε πράγμα ευτελούς αξίας το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την πράξη και ατιμώρητη.

3. Τι κάνω αν κληθώ σε προανάκριση ή απολογία;

Από την πρώτη στιγμή που λαμβάνεται κλήση, μήνυση ή κλήση μάρτυρα ύποπτης τέλεσης, η παρουσία δικηγόρου είναι κρίσιμη. Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα σιωπής, δικαίωμα πρόσβασης στη δικογραφία και δικαίωμα γραπτού υπομνήματος αντί προφορικής απολογίας. Βιαστικές απαντήσεις, παραδοχές χωρίς νομική καθοδήγηση ή παράδοση εγγράφων χωρίς έλεγχο μπορούν να βλάψουν ανεπανόρθωτα την υπόθεση. Η σωστή στρατηγική στο πρώτο στάδιο διαμορφώνει συχνά το αποτέλεσμα όλης της δίκης, καθώς εκεί καταγράφεται η εκδοχή του κατηγορουμένου που θα κρίνει το δικαστήριο.

4. Υπάρχει περίπτωση να αποφύγω τελείως την καταδίκη;

Ναι, σε αρκετές περιπτώσεις. Η υπεξαίρεση απαιτεί αυστηρά στοιχεία: ξένο κινητό πράγμα, νόμιμη κατοχή του δράστη και πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης. Πολλές υποθέσεις καταρρέουν επειδή πρόκειται στην πραγματικότητα για αστική διαφορά (καθυστέρηση πληρωμής, αμφισβήτηση λογαριασμών, ανεκκαθάριστες σχέσεις), όχι για ποινικό αδίκημα. Επίσης ελέγχεται η παραγραφή, η νομιμότητα των αποδεικτικών μέσων, η ύπαρξη έγκλησης όπου απαιτείται, η ταυτότητα του κατόχου των χρημάτων. Σε υπεξαίρεση από κοινό λογαριασμό ή σε πώληση με παρακράτηση κυριότητας χωρίς υπαναχώρηση, η αντικειμενική υπόσταση δεν στοιχειοθετείται.

5. Πόσο διαρκεί μια υπόθεση υπεξαίρεσης στα δικαστήρια;

Η συνολική διάρκεια εξαρτάται από τη βαρύτητα του ποσού και τη φύση του παθόντος. Η προδικασία (προανάκριση, κύρια ανάκριση, παραπεμπτικό βούλευμα) διαρκεί συνήθως από αρκετούς μήνες έως ένα με δύο έτη. Η εκδίκαση στον πρώτο βαθμό μπορεί να γίνει σε Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή σε Μονομελές/Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων όταν πρόκειται για κακούργημα. Ακολουθεί έφεση και ενδεχομένως αναίρεση στον Άρειο Πάγο. Συνολικά μια υπόθεση εξελίσσεται σε δύο έως πέντε χρόνια, με αναβολές και διακοπές. Στο διάστημα αυτό ο κατηγορούμενος είναι κατά κανόνα ελεύθερος.

6. Ποιος ο ρόλος του δικηγόρου σε υπόθεση υπεξαίρεσης;

Το γραφείο μας αναλαμβάνει την υπεράσπιση από την προδικασία μέχρι την τελική εκδίκαση. Μελετά τη δικογραφία, εντοπίζει αδυναμίες της κατηγορίας, συντάσσει υπομνήματα, προετοιμάζει μάρτυρες υπεράσπισης και προβάλλει αυτοτελείς ισχυρισμούς για ελαφρυντικά, αναστολή ή μετατροπή. Διαπραγματεύεται με τον παθόντα όπου είναι δυνατή η ικανοποίησή του και η εξάλειψη του αξιοποίνου. Παρίσταται σε όλα τα στάδια, από την απολογία έως τον Άρειο Πάγο. Με πολυετή εμπειρία στο ποινικό δίκαιο και ιδίως σε αδικήματα κατά της ιδιοκτησίας, η Δικηγορική Εταιρία ΖΙΑΜΠΑΡΑ Δ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ χτίζει στρατηγική προσαρμοσμένη στα δεδομένα κάθε υπόθεσης.