Φοροδιαφυγή

Με τις διατάξεις της περιπτ. α της παρ. 1 του άρθρου 66 ορίζεται ότι διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής όποιος αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την αποφυγή πληρωμής του φόρου εισοδήματος, του ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή του Ειδικού Φόρου Ακινήτων.

Ενδεικτικά αναφέρονται (στον νόμο χρησιμοποιείται η διατύπωση «ιδίως») οι περιπτώσεις αποφυγής πληρωμής των οφειλόμενων φόρων, όπως :

– Η παράλειψη υποβολής δήλωσης.

– Η υποβολή ανακριβούς δήλωσης.

– Η καταχώρηση στα λογιστικά αρχεία εικονικών (ολικά ή μερικά) δαπανών.

– Η επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη.

Περαιτέρω, ως έγκλημα φοροδιαφυγής θεωρούνται και οι περιπτώσεις :

– Της παραπλάνησης της Φορολογικής Διοίκησης με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών.

– Της αθέμιτης παρασιώπησης ή απόκρυψης αληθινών γεγονότων, με σκοπό την μη απόδοση ή απόδοση ανακριβώς ή συμψηφισμό ανακριβώς ή έκπτωση ανακριβώς των φόρων κ.λπ. ή με σκοπό την επίτευξη επιστροφής.

Μια ειδικότερη κατηγορία φοροδιαφυγής είναι αυτή που ορίζεται στη παράγραφο 5 του άρθρου 66 του Ν.4174/2013 και αφορά την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων.

Ως πλαστό, γενικά, φορολογικό στοιχείο θεωρείται εκείνο το στοιχείο που έχει γίνει κατ’ απομίμηση ενός άλλου και χρησιμοποιείται δολίως αντί του πραγματικού.

Ως πλαστό θεωρείται και το φορολογικό στοιχείο που έχει σφραγισθεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου.

Με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται ότι θεωρείται ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου.

Εικονικό, γενικά, είναι το στοιχείο που δεν έχει πραγματική υπόσταση, που είναι ψεύτικο.

Σύμφωνα με τη σχετική διάταξη εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφεται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση.

Εικονικό θεωρείται επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται.