Νέος θεσμός της Ποινικής Διαταγής
Η ποινική διαταγή συνιστά δικαστική απόφαση με προσωρινή ισχύ, χωρίς την ακρόαση του κατηγορουμένου, η οποία επιδίδεται στον κατηγορούμενο, ο οποίος μπορεί να υποβάλει αντιρρήσεις οποιουδήποτε περιεχομένου κατ’ αυτής, εντός 15 ημερών από την επίδοσή της. Επομένως, ναι μεν ο κατηγορούμενος δεν μετέχει, ούτε ακούγεται κατά οιοδήποτε τρόπο στην διαδικασία έκδοσης της ποινικής διαταγής, ωστόσο διασφαλίζεται απόλυτα η δυνατότητα ακολουθίας της τακτικής διαδικασίας και η άσκηση κατ’ αυτή των ανωτέρω δικαιωμάτων του. Συνεπώς, η έκδοση της ποινικής διαταγής από Δικαστή σε δημόσια συνεδρίαση καθώς και η εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με την τακτική διαδικασία, εφόσον τούτο ζητήσει ο κατηγορούμενος με την υποβολή των αντιρρήσεων, διασφαλίζουν τη συνταγματικότητα του νέου θεσμού που αναγνωρίζεται από τη νομολογία και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πολλές ποινικές υποθέσεις εκδικάστηκαν φέτος χωρίς να χρειαστεί να συνεδριάσει το Πλημμελειοδικείο σε ακροαματική διαδικασία και οι διάδικοι να ταλαιπωρηθούν χάνοντας χρόνο και χρήμα. Με την Ποινική Διαταγή, που εφαρμόζεται στα Πρωτοδικεία από πέρυσι, υποθέσεις ήσσονος ποινικής σημασίας συζητούνται γρήγορα, χωρίς να φθάνουν στο ακροατήριο. Η ποινική διαταγή αποτελεί μια εναλλακτική διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, σκοπός της είναι η επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας και η αποσυμφόρηση της δικαστικής ύλης.
Ο νέος θεσμός έχει αρκετή επιτυχία και μάλιστα φαίνεται να χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο. Η Ποινική Διαταγή εφαρμόζεται, για εξοικονόμηση κόπου και εξόδων, στα αδικήματα ήσσονος ποινικής σημασίας, όπως σε πλημμελήματα αρμοδιότητας του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, για τα οποία απειλείται ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τα δύο, όπως η οδήγηση χωρίς δίπλωμα (αρ. 94 του ΚΟΚ) και η κατοχή ναρκωτικών ουσιών για ιδία χρήση.
Διαφορά Ποινικής Διαταγής με Ποινική Συνδιαλλαγή και Ποινική Διαπραγμάτευση
Η διαδικασία έκδοσης ποινικής διαταγής διαφοροποιείται σαφώς από τις διαδικασίες της ποινικής συνδιαλλαγής (301,302 ΠΚ) ή της ποινικής διαπραγμάτευσης (303 ΚΠΔ), αφού σε αυτήν δεν υφίσταται συγκατάθεση του κατηγορουμένου για την ενεργοποίησή της ούτε προκαταβολική αποδοχή της έκβασής της, αλλά έκδοση απόφασης ερήμην του, την οποία ο κατηγορούμενος δικαιούται να μην την αποδεχθεί και να την προσβάλλει εκ των υστέρων, οδηγώντας την υπόθεση στο ακροατήριο και στην εκδίκασή της με βάση τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας.
Διαδικασία της Ποινικής Διαταγής
Η διαδικασία της ποινικής διαταγής λειτουργεί ως εξής: Ο εισαγγελέας που ασκεί την ποινική δίωξη, αφού εξετάσει τον φάκελο και κρίνει ότι το αποδεικτικό υλικό είναι επαρκές και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας για την περαιτέρω διακρίβωση των περιστατικών, που θεμελιώνουν την ενοχή του κατηγορουμένου, υποβάλει αίτηση στον αρμόδιο δικαστή – μόνον εάν τα παραπάνω συντρέχουν σωρευτικά – προκειμένου να εκδοθεί ποινική διαταγή, συντάσσοντας κατηγορητήριο. Εφόσον ο δικαστής κρίνει ότι πράγματι τα στοιχεία που προσκομίζονται είναι επαρκή, προβαίνει στην έκδοση της Ποινικής Διαταγής σε δημόσια συνεδρίαση, χωρίς προηγούμενη ακρόαση του κατηγορουμένου, διαφορετικά παραπέμπει τον κατηγορούμενο να δικαστεί στο ακροατήριο. Εάν, όμως, εκδώσει ποινική διαταγή, χωρίς φυσικά κλήτευση και ακρόαση, επιβάλλει χρηματική ποινή μειωμένη κατά 2/3 σε σχέση με το πλαίσιο που ορίζεται στον νόμο και ποινή φυλάκισης μέχρι τρεις μήνες με υφ’ όρο αναστολή (καθώς και τυχόν παρεπόμενες ποινές, ενώ ρυθμίζει την τύχη των τυχόν κατασχεθέντων). Ο κατηγορούμενος πληροφορείται για την εις βάρος του κατηγορία μέσω επίδοσης σ’ αυτόν της Ποινικής Διαταγής, η οποία είναι προσωρινή καταδικαστική απόφαση.
Αντιρρήσεις κατά Ποινικής Διαταγής
Σύμφωνα με τη διαδικασία της ποινικής διαταγής ο καταδικασθείς έχει τη δυνατότητα της υποβολής «αντιρρήσεων» επί της δικαστικής αποφάσεως, εντός 15 ημερών μετά την κοινοποίησή της. Οι αντιρρήσεις αφορούν, κατά κύριο λόγο, την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, με βάση το οποίο εκδόθηκε η Ποινική Διαταγή. Η εμπρόθεσμη υποβολή αντιρρήσεων χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, καθώς με μόνη την εμπρόθεσμη υποβολή ανατρέπεται η απόφαση Ποινικής Διαταγής και η υπόθεση εισάγεται στο ακροατήριο προς συζήτηση. Ο κατηγορούμενος κινδυνεύει δε με μεγαλύτερη ποινή… Στην Ποινική Διαταγή εισάγεται μία εξαίρεση της αρχής της μη χειροτέρευσης, που ισχύει στα ένδικα μέσα και ένδικα βοηθήματα, αφού το δικαστήριο, που δικάζει τις αντιρρήσεις σε πρώτο βαθμό, δεν δεσμεύεται από τη διάταξη του άρθρου 470 του ΚΠΔ. Συνεπώς το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, μετά την υποβολή αντιρρήσεων κατά της Ποινικής Διαταγής, εκδικάζοντας την υπόθεση, μπορεί να επιβάλει στον ένοχο της πράξης ποινικές κυρώσεις μεγαλύτερες από εκείνες που του είχαν επιβληθεί με την ποινική διαταγή. Αν οι αντιρρήσεις προβληθούν εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 412, η απόφαση που εκδόθηκε ανατρέπεται και η υπόθεση εισάγεται για να συζητηθεί με την κοινή διαδικασία, ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του κατηγορουμένου. Αν δεν προβληθούν εμπρόθεσμα αντιρρήσεις, η διαταγή που εκδόθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 410 εκτελείται. Έφεση και αναίρεση εναντίον της δεν επιτρέπονται.
Συζήτηση των Αντιρρήσεων στην Ποινική Διαταγή στο ακροατήριο
Αν οι αντιρρήσεις προβληθούν εμπρόθεσμα, η απόφαση που εκδόθηκε ανατρέπεται και η υπόθεση εισάγεται για να συζητηθεί με την κοινή διαδικασία ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του κατηγορουμένου (άρθρο 166, το οποίο ορίζει ότι: η προθεσμία εμφάνισης των διαδίκων, των μαρτύρων και πραγματογνωμόνων στο ακροατήριο ορίζεται σε δεκαπέντε ημέρες. Αν αυτός που κλητεύεται διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστης διαμονής, η προθεσμία αυτή είναι τριάντα ημερών, αν η διαμονή του βρίσκεται σε χώρα της Ευρώπης ή της Μεσογείου και εξήντα ημερών σε κάθε άλλη περίπτωση. Η προθεσμία αρχίζει την επομένη της επίδοσης και λήγει την προηγούμενη της ημέρας της δικασίμου.)
Μη δέσμευση από την απαγόρευση χειροτέρευσης στην συζήτηση των Αντιρρήσεων Επι της Ποινικής Διαταγής
Στην ποινική διαταγή εισάγεται μία εξαίρεση της αρχής της μη χειροτέρευσης, που ισχύει στα ένδικα μέσα και ένδικα βοηθήματα. Συνεπώς το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, μετά την υποβολή αντιρρήσεων κατά της ποινικής διαταγής, εκδικάζοντας την υπόθεση, μπορεί να επιβάλει στον ένοχο της πράξης ποινικές κυρώσεις μεγαλύτερες από εκείνες που του είχαν επιβληθεί με την ποινική διαταγή.
Ένδικα μέσα κατά της Απόφασης Επί των Αντιρρήσεων στην Ποινική Διαταγή
Κατά της απόφασης επί των αντιρρήσεων επιτρέπεται η άσκηση των ενδίκων μέσων που προβλέπονται από τον κώδικα (489επ., 504επ. ΚΠΔ).
- Δες ακόμη άρθρο Αυτόφωρο
- Δες ακόμη άρθρο Ιατρική Αμέλεια
- Δες ακόμη άρθρο Παιδική Πορνογραφία
- Δες ακόμα άρθρο Συκοφαντική Δυσφήμηση
- Δες ακόμα άρθρο Σωματική Βλάβη
- Δες ακόμα άρθρο Ναρκωτικά
- Δες ακόμα άρθρο Ποινική Διαπραγμάτευση – Συνδιαλλαγή
- Δες ακόμα άρθρο Απάτη
- Δες ακόμα άρθρο Πλαστογραφία
- Δες ακόμα άρθρο Υπεξαίρεση
- Δες ακόμα άρθρο Ανθρωποκτονία εξ Αμελείας
- Δες ακόμα άρθρο Φοροδιαφυγή
ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΤΑΓΗ – ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ – ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
1. Έλαβα ποινική διαταγή χωρίς να δικαστώ. Τι σημαίνει αυτό;
Η ποινική διαταγή είναι μια προσωρινή καταδικαστική απόφαση που εκδίδεται από δικαστή σε πλημμελήματα ήσσονος σημασίας, χωρίς προηγούμενη ακρόασή σας. Αφορά υποθέσεις αρμοδιότητας Μονομελούς Πλημμελειοδικείου με απειλούμενη ποινή έως ένα έτος, όπως οδήγηση χωρίς δίπλωμα ή κατοχή ναρκωτικών για ιδία χρήση. Η ποινή που επιβάλλεται είναι μειωμένη: χρηματική ποινή κατά τα 2/3 του νόμιμου πλαισίου και φυλάκιση έως τρεις μήνες με αναστολή. Αν δεν αντιδράσετε εντός 15 ημερών από την επίδοση, η διαταγή γίνεται οριστική και εκτελεστή. Έχετε όμως το δικαίωμα να υποβάλετε αντιρρήσεις και να οδηγήσετε την υπόθεση σε κανονική δίκη.
2. Πώς μπορώ να αντιδράσω κατά της ποινικής διαταγής;
Το μοναδικό ένδικο βοήθημα είναι οι αντιρρήσεις, που υποβάλλονται εντός 15 ημερών από την επίδοση της διαταγής. Με την εμπρόθεσμη υποβολή τους η ποινική διαταγή ανατρέπεται αυτομάτως και η υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο, με την κοινή διαδικασία και προηγούμενη κλήτευση. Έφεση και αναίρεση κατά της ίδιας της ποινικής διαταγής δεν επιτρέπονται, οπότε οι αντιρρήσεις είναι η μοναδική οδός. Οι αντιρρήσεις αφορούν συνήθως την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, την αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών, ελλείψεις στη δικογραφία ή προβολή ελαφρυντικών. Η σύνταξή τους χρειάζεται προσοχή, καθώς καθορίζουν τη γραμμή υπεράσπισης στο ακροατήριο.
3. Κινδυνεύω με μεγαλύτερη ποινή αν προσβάλω τη διαταγή;
Ναι, αυτό είναι κρίσιμο σημείο. Στις αντιρρήσεις κατά ποινικής διαταγής δεν ισχύει η αρχή της μη χειροτέρευσης που γνωρίζουμε από τα ένδικα μέσα. Συνεπώς, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, αν κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο, μπορεί να επιβάλει αυστηρότερες ποινές από εκείνες της αρχικής ποινικής διαταγής. Για τον λόγο αυτό η απόφαση να υποβληθούν αντιρρήσεις πρέπει να είναι μελετημένη και να λαμβάνει υπόψη τη δύναμη των αποδεικτικών στοιχείων, την πιθανότητα αθώωσης ή αναγνώρισης ελαφρυντικών (άρθρο 84 ΠΚ), αλλά και τις δυνατότητες αναστολής (άρθρο 99 ΠΚ) ή μετατροπής της ποινής. Η εκτίμηση αυτή γίνεται από δικηγόρο μετά από μελέτη του φακέλου.
4. Πόσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία μέχρι να εκδικαστούν;
Η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων είναι αυστηρή: 15 ημέρες από την επίδοση της ποινικής διαταγής. Αν παρέλθει άπρακτη, η διαταγή εκτελείται και δεν χωρεί άλλο ένδικο βοήθημα. Μετά την εμπρόθεσμη υποβολή, η υπόθεση προσδιορίζεται για συζήτηση στο ακροατήριο, με προθεσμία κλήτευσης τουλάχιστον 15 ημερών (30 ή 60 ημερών αν διαμένετε στην αλλοδαπή). Ο πραγματικός χρόνος μέχρι την εκδίκαση εξαρτάται από τον φόρτο εργασίας του αρμόδιου Πρωτοδικείου και κυμαίνεται συνήθως από λίγους μήνες έως έναν χρόνο. Σε περίπτωση καταδίκης, ακολουθούν οι προθεσμίες έφεσης (489 επ. ΚΠΔ) και αναίρεσης (504 επ. ΚΠΔ).
5. Τι έγγραφα και στοιχεία χρειάζονται για τις αντιρρήσεις;
Απαραίτητη είναι η ίδια η ποινική διαταγή με την έκθεση επίδοσης, ώστε να υπολογιστεί σωστά η 15ήμερη προθεσμία. Στη συνέχεια ο δικηγόρος ζητά τον φάκελο της δικογραφίας από την Εισαγγελία, για να μελετήσει το αποδεικτικό υλικό, τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα. Χρήσιμα είναι όσα στοιχεία τεκμηριώνουν την υπεράσπιση: αποδεικτικά για το ιστορικό, ιατρικές γνωματεύσεις, βεβαιώσεις εργοδότη, πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου, οικογενειακή κατάσταση. Όλα αυτά υποστηρίζουν την αμφισβήτηση της ενοχής ή τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για ελαφρυντικά (πρότερος έντιμος βίος, μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά). Η συγκέντρωση πρέπει να γίνει άμεσα, ώστε να μη χαθεί η προθεσμία.
6. Ποιος είναι ο ρόλος του δικηγόρου σε αυτή τη διαδικασία;
Ο δικηγόρος μελετά τον φάκελο της δικογραφίας και αξιολογεί αν συμφέρει η υποβολή αντιρρήσεων ή η αποδοχή της μειωμένης ποινής που έχει ήδη επιβάλει η ποινική διαταγή. Η στάθμιση αυτή είναι κρίσιμη, λόγω της δυνατότητας χειροτέρευσης της ποινής στο ακροατήριο. Εφόσον αποφασιστεί η προσβολή, συντάσσει και υποβάλλει εμπρόθεσμα τις αντιρρήσεις, οργανώνει τη γραμμή υπεράσπισης, εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο, προβάλλει αυτοτελείς ισχυρισμούς για ελαφρυντικά, αναστολή ή μετατροπή της ποινής και, σε περίπτωση δυσμενούς απόφασης, ασκεί έφεση ή αναίρεση. Η Δικηγορική Εταιρία ΖΙΑΜΠΑΡΑ Δ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ διαθέτει εμπειρία στον χειρισμό αντιρρήσεων και στην ποινική υπεράσπιση συναφών αδικημάτων.


