ELEN

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΟΔΗΓΗΣΗ – ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Ο νόμος για την Επικίνδυνη Οδήγηση επιλέχθηκε από τον Έλληνα νομοθέτη να αποτελέσει την εκδικητικότερη διάταξη του Ποινικού Κώδικα. Τα τροχαία ατυχήματα ως απόρροια της κινδυνώδους συμπεριφοράς αμελών και ανώριμων οδηγών αποτελούν έναν χώρο διαχρονικής σύγκρουσης του κράτους δικαίου με το λαϊκό περί δικαίου αίσθημα. Με την διάταξη του άρθρου 290Α ΠΚ περί επικίνδυνης οδήγησης, αποτυπώνεται η ξεκάθαρη βούληση του νομοθέτη να θεσπίσει εξοντωτικές ποινές στην παραβίαση των κανόνων οδικής συμπεριφοράς, σε μια προσπάθεια να ικανοποιήσει το λαϊκό αίσθημα που διαμορφώνεται από τα ΜΜΕ.

Το μόνο που ενδιαφέρει είναι η ικανοποίηση ενός υποκινούμενου λαϊκού περί δικαίου αισθήματος και η κατά παραγγελία νομοθέτηση, που υποκρύπτει, αφενός, άγνοια της γενικότερης λογικής του νόμου, και αφετέρου, μια άνευ προηγουμένου έξαρση νομοθετικού λαϊκισμού.

Ενημέρωση 29 Αυγούστου 2026: η σελίδα αποτυπώνει το άρθρο 290Α ΠΚ όπως ισχύει μετά τους ν. 4855/2021, 5039/2023 και 5090/2024, καθώς και τη σχέση του με τον νέο Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 5209/2025).

Σύμφωνα με το άρθρο 290Α ΠΚ για την επικίνδυνη οδήγηση, όπως ισχύει:

1. Όποιος κατά τη συγκοινωνία στους δρόμους ή στις πλατείες: α) οδηγεί όχημα, μολονότι δεν είναι σε θέση να το πράξει με ασφάλεια εξαιτίας της κατανάλωσης οινοπνεύματος ή χρήσης ναρκωτικών ουσιών ή λόγω σωματικής ή πνευματικής εξάντλησης ή β) οδηγεί όχημα σε εθνικές ή περιφερειακές οδούς αντίστροφα στο ρεύμα της εκάστοτε κατεύθυνσης ή σε πεζοδρόμους, πεζοδρόμια ή πλατείες, ή οδηγεί όχημα που είναι τεχνικά ανασφαλές ή με ανασφαλή τρόπο φορτωμένο ή προβαίνει κατά την οδήγηση σε επικίνδυνους ελιγμούς ή μετέχει σε αυτοσχέδιους αγώνες, ή γ) οδηγεί όχημα i) σε αυτοκινητόδρομο ή σε οδό ταχείας κυκλοφορίας με ταχύτητα που υπερβαίνει το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας κατά τουλάχιστον εξήντα (60) χλμ. ανά ώρα και αν πρόκειται για λεωφορείο ή φορτηγό αυτοκίνητο, κατά τουλάχιστον τριάντα (30) χλμ. ανά ώρα, ii) εντός κατοικημένης περιοχής ή σε άλλο οδικό δίκτυο με ταχύτητα που υπερβαίνει το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας κατά τουλάχιστον σαράντα (40) χλμ. ανά ώρα και αν πρόκειται για λεωφορείο ή φορτηγό αυτοκίνητο, κατά τουλάχιστον είκοσι (20) χλμ. ανά ώρα, ή δ) οδηγεί όχημα στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης (Λ.Ε.Α.) εκτός των περιπτώσεων αποκλειστικού προορισμού της, ή ε) παραβιάζει ερυθρό σηματοδότη, τιμωρείται, αν δεν προβλέπονται βαρύτερες κυρώσεις σε άλλες διατάξεις: αα) με φυλάκιση έως τρία (3) έτη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, ββ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γγ) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη ή προκάλεσε σημαντική βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις, δδ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών, αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.

  1. Όποιος στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου οδηγεί επικίνδυνα από αμέλεια και από την πράξη του αυτή μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή.

Οι τροποποιήσεις του άρθρου 290Α ΠΚ

Το άρθρο 290Α εισήχθη με τον νέο Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019, σε ισχύ από 1.7.2019) και αναδιατυπώθηκε με τον ν. 4637/2019. Με τον ν. 4855/2021 η λέξη «προέκυψε» αντικαταστάθηκε από τη φράση «μπορεί να προκύψει», ώστε το έγκλημα να μετατραπεί από έγκλημα συγκεκριμένης σε έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης, ενώ η βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις πρέπει πλέον να είναι «σημαντική». Με τον ν. 5039/2023 (σε ισχύ από 3.4.2023) προστέθηκαν οι περιπτώσεις γ) και δ), δηλαδή η σοβαρή υπέρβαση των ορίων ταχύτητας και η κίνηση στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης, και με τον ν. 5090/2024 (σε ισχύ από 1.5.2024) προστέθηκε η περίπτωση ε), η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη. Ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 5209/2025) δεν τροποποίησε το άρθρο 290Α, μετέβαλε όμως τα όρια και τις διαδικασίες στις οποίες αυτό παραπέμπει, όπως εξηγείται παρακάτω.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΡΘΡΟΥ 290Α ΠΚ ΓΙΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΟΔΗΓΗΣΗ

Προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και πάλι η ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους και στις πλατείες.

Μετά τον ν. 4855/2021 πρόκειται για έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης. Δεν απαιτείται να τέθηκε πράγματι σε κίνδυνο συγκεκριμένο πρόσωπο ή πράγμα, αρκεί η συμπεριφορά του οδηγού, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες τόπου, χρόνου και κυκλοφορίας, να ήταν ικανή να προκαλέσει κοινό κίνδυνο. Η δυνατότητα κινδύνου, όμως, παραμένει στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης και πρέπει να βεβαιώνεται με πραγματικά περιστατικά στην απόφαση. Η απλή παράβαση του ΚΟΚ, ακόμη και σοβαρή, δεν αρκεί από μόνη της, όπως δεν αρκεί από μόνη της και κάθε υπέρβαση των ορίων οινοπνεύματος.

Η διάταξη τυποποιεί πέντε ομάδες συμπεριφορών: πρώτον, την οδήγηση από πρόσωπο που δεν είναι σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια λόγω οινοπνεύματος, ναρκωτικών ή εξάντλησης, δεύτερον, την οδήγηση αντίθετα στο ρεύμα σε εθνικές ή περιφερειακές οδούς, σε πεζοδρόμους, πεζοδρόμια ή πλατείες, με τεχνικά ανασφαλές ή ανασφαλώς φορτωμένο όχημα, με επικίνδυνους ελιγμούς ή σε αυτοσχέδιους αγώνες, τρίτον, την υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά τουλάχιστον 60 χλμ./ώρα σε αυτοκινητόδρομο ή οδό ταχείας κυκλοφορίας και κατά τουλάχιστον 40 χλμ./ώρα σε κατοικημένη περιοχή ή στο λοιπό οδικό δίκτυο (30 και 20 χλμ./ώρα αντίστοιχα για λεωφορεία και φορτηγά), τέταρτον, την κίνηση στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης, και πέμπτον, την παραβίαση ερυθρού σηματοδότη.

Η πρώτη παράγραφος απαιτεί δόλο, έστω ενδεχόμενο, ως προς τη συμπεριφορά και ως προς τη δυνατότητα κινδύνου. Ο οδηγός που γνωρίζει ότι έχει πιει και οδηγεί, που περνά συνειδητά με κόκκινο ή που υπερβαίνει εν γνώσει του το όριο κατά 40 χλμ./ώρα και πλέον, ενεργεί με δόλο. Όποιος ενεργεί από αμέλεια, επειδή αφαιρέθηκε, δεν αντιλήφθηκε τον σηματοδότη ή δεν γνώριζε το ισχύον όριο, εμπίπτει στη δεύτερη παράγραφο, δηλαδή σε πλημμέλημα με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή.

Οι κακουργηματικές μορφές των υποπεριπτώσεων γγ) και δδ) είναι εγκλήματα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα. Κατά το άρθρο 29 ΠΚ, η βαριά σωματική βλάβη ή ο θάνατος καταλογίζονται στον δράστη μόνο αν τα προκάλεσε τουλάχιστον από αμέλεια, δηλαδή αν το αποτέλεσμα ήταν προβλεπτό και συνδέεται αιτιωδώς με τη συγκεκριμένη επικίνδυνη συμπεριφορά και όχι με άλλον παράγοντα, όπως η συμπεριφορά του παθόντος ή τρίτου.

Ως προς τη συρροή, κατά την κρατούσα άποψη το αποτέλεσμα αποτελεί στοιχείο της ίδιας της κακουργηματικής πράξης, η οποία απορροφά την ανθρωποκτονία ή τη σωματική βλάβη από αμέλεια. Αντίθετα, η αμελής μορφή της δεύτερης παραγράφου συρρέει αληθινά με την ανθρωποκτονία από αμέλεια (άρθρο 302 ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών μετά τον ν. 5090/2024) ή με τη σωματική βλάβη από αμέλεια (άρθρο 314 ΠΚ), όπως είχε κρίνει ο Άρειος Πάγος ήδη υπό το προϊσχύσαν άρθρο 290 ΠΚ (ΑΠ 282/2013). Οι αντίστοιχες παραβάσεις του ΚΟΚ, όπως η οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος, απορροφώνται από το άρθρο 290Α όταν αυτό στοιχειοθετείται.

Δρόμοι νοούνται κάθε είδους δρόμοι, εθνικοί, περιφερειακοί, δημοτικοί, κοινοτικοί, αγροτικοί, εντός ή εκτός πόλης, γέφυρες, σήρραγγες, υπόγειες διαβάσεις, πεζόδρομοι, πεζοδρόμια και γενικά κάθε μέρος προορισμένο για την κίνηση και την κυκλοφορία οχημάτων και πεζών, στο οποίο έχει κανείς ελεύθερα ή με αντίτιμο διοδίων δικαίωμα πρόσβασης και προσπέλασης.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΟΔΗΓΗΣΗ ΚΑΙ ΝΕΟΣ ΚΟΚ (Ν. 5209/2025)

Ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 5209/2025, ΦΕΚ Α΄ 100/13.6.2025) εφαρμόζεται στο σύνολό του από τις 13 Σεπτεμβρίου 2025. Δεν άγγιξε το κείμενο του άρθρου 290Α ΠΚ, μετέβαλε όμως τα μεγέθη από τα οποία εξαρτάται η εφαρμογή του: τα όρια ταχύτητας, τα όρια οινοπνεύματος, τη διαδικασία ελέγχου και τις υποχρεώσεις μετά το ατύχημα. Τέσσερα σημεία έχουν άμεση ποινική σημασία.

Όρια ταχύτητας και κατώφλι του άρθρου 290Α

Κατά το άρθρο 24 του νέου ΚΟΚ, από την 1η Ιανουαρίου 2026 το γενικό όριο ταχύτητας μέσα στις κατοικημένες περιοχές είναι τα 30 χλμ./ώρα. Τα 50 χλμ./ώρα διατηρούνται μόνο σε μονόδρομους με τουλάχιστον δύο λωρίδες, σε οδούς διπλής κατεύθυνσης με τουλάχιστον δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση και σε οδούς με διαχωριστική νησίδα, εκτός αν η σήμανση ορίζει διαφορετικά. Επειδή το άρθρο 290Α παραπέμπει σε υπέρβαση του εκάστοτε ορίου κατά 40 χλμ./ώρα, το ποινικό κατώφλι μέσα στην πόλη μετακινήθηκε από τα 90 στα 70 χλμ./ώρα σε κάθε δρόμο που υπάγεται στο γενικό όριο, ενώ στον αυτοκινητόδρομο με όριο 130 παραμένει στα 190. Διοικητικά, η υπέρβαση άνω των 50 χλμ./ώρα επισύρει πρόστιμο 700 ευρώ και επιτόπου αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 60 ημέρες, η δε οδήγηση με ταχύτητα άνω των 200 χλμ./ώρα πρόστιμο 2.000 ευρώ και αφαίρεση της άδειας για ένα έτος. Ο δόλος της πρώτης παραγράφου πρέπει να καλύπτει και την υπέρβαση, γι’ αυτό η πλάνη του οδηγού ως προς το ισχύον όριο, ιδίως όπου η νέα σήμανση δεν έχει ακόμη τοποθετηθεί, εξετάζεται ως πραγματική πλάνη κατά το άρθρο 30 ΠΚ.

Οινόπνευμα, ναρκωτικά και φάρμακα

Το άρθρο 46 του νέου ΚΟΚ διατηρεί το όριο των 0,50 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος, ή 0,25 χιλιοστογράμμων ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, και κλιμακώνει τις κυρώσεις. Από 0,50 έως 0,80 η παράβαση κατατάσσεται στην κατηγορία Ε3-Β. Από 0,80 έως 1,10 επιβάλλονται πρόστιμο 700 ευρώ και αφαίρεση της άδειας για 90 ημέρες. Άνω του 1,10 στο αίμα, ή 0,60 στον εκπνεόμενο αέρα, η παράβαση είναι πλημμέλημα με φυλάκιση τουλάχιστον δύο μηνών, πρόστιμο 1.200 ευρώ και αφαίρεση άδειας και πινακίδων για 180 ημέρες, με πολυετή αφαίρεση σε περίπτωση υποτροπής, ενώ το όχημα ακινητοποιείται. Όποιος αρνείται τον έλεγχο τεκμαίρεται ότι έχει συγκέντρωση άνω του 1,10, στα δε θανατηφόρα τροχαία ο έλεγχος γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία. Ο έλεγχος διενεργείται από συνεργείο τουλάχιστον δύο οργάνων, εκ των οποίων το ένα ανακριτικός υπάλληλος, και κάθε απόκλιση από τη διαδικασία ελέγχεται από την υπεράσπιση. Η οδήγηση υπό την επίδραση τοξικών ουσιών ή φαρμάκων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο μηνών, χρηματική ποινή και δικαστική αφαίρεση της άδειας από τρεις έως έξι μήνες. Για το άρθρο 290Α, ωστόσο, τα όρια αυτά δεν αρκούν από μόνα τους, απαιτείται να αποδειχθεί ότι ο οδηγός δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια και ότι από την οδήγησή του μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος. Αναλυτικά στη σελίδα Οδήγηση: Όρια Αλκοόλ.

Συμπεριφορά μετά το ατύχημα

Το άρθρο 47 του ΚΟΚ υποχρεώνει κάθε εμπλεκόμενο σε ατύχημα με θάνατο ή σωματική βλάβη να παράσχει βοήθεια στους παθόντες, να ειδοποιήσει την αστυνομία και να παραμείνει στον τόπο μέχρι την άφιξή της. Η παράβαση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, πρόστιμο 1.200 ευρώ και αφαίρεση της άδειας για 180 ημέρες. Αν από την εγκατάλειψη ο παθών περιήλθε σε κίνδυνο ζωής, απειλείται κάθειρξη έως έξι έτη, αν επήλθε βαριά σωματική βλάβη κάθειρξη έως δέκα έτη και αν επήλθε θάνατος κάθειρξη έως είκοσι έτη. Αντίστροφα, ο οδηγός που συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις αυτές δεν συλλαμβάνεται με την αυτόφωρη διαδικασία του άρθρου 419 ΚΠΔ για τη σωματική βλάβη, εκτός αν είναι ύποπτος φυγής ή ιδιαίτερα επικίνδυνος.

Παρεπόμενες κυρώσεις και υποτροπή

Κατά το άρθρο 101 του ΚΟΚ, αν όχημα χρησιμοποιήθηκε ως μέσο για την τέλεση κακουργήματος ή εκ δόλου πλημμελήματος, η άδεια οδήγησης και οι πινακίδες αφαιρούνται με απόφαση του δικαστηρίου, ενώ το άρθρο 66 ΠΚ επιτρέπει την αφαίρεση της άδειας οδήγησης ως παρεπόμενη ποινή. Παράλληλα, το άρθρο 110 του ΚΟΚ καθιερώνει σύστημα υποτροπής, με πολλαπλασιασμό των προστίμων και πολυετή αφαίρεση της άδειας σε επανάληψη της ίδιας παράβασης.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΑΡΘΡΟΥ 290Α ΠΚ ΓΙΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΟΔΗΓΗΣΗ

Με τον νόμο περί Επικίνδυνης Οδήγησης το Ελληνικό κράτος δικαίου απεμπόλησε τον χαρακτήρα του ουδέτερου παρατηρητή: Αντί να νομοθετήσει προληπτικά και παραδειγματικά, επέλεξε να νομοθετήσει εκδικητικά και ευκαιριακά, καταργώντας στην πράξη την ουσία της τιμώρησης του Ποινικού Κώδικα, ικανοποιώντας λαϊκιστικά μόνο την ανάγκη των τηλεθεατών για εξοντωτικές φωτογραφικές τιμωρίες.

Νομικά μιλώντας, για να νομοθετήσει η Πολιτεία τόσο αυστηρές ποινικές διατάξεις, δεν αρκεί η επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά μαζί με την αποδοχή του κινδύνου της από τον δράστη, απαιτείται κυρίως η αποδοχή του μοιραίου αποτελέσματος και αυτό ΔΕΝ υφίσταται στους αμελείς και ανώριμους δράστες.

Η ανόμοια και επιλεκτική εφαρμογή του νόμου από τα ελληνικά δικαστήρια, ανάλογα με την συναισθηματική ένταση που εμφανίζουν τα ΜΜΕ στο εγκληματικό αποτέλεσμα, αποτέλεσε την κραυγαλέα ομολογία της αποτυχίας του Έλληνα νομοθέτη, που αρνήθηκε να ενηλικιωθεί πνευματικά και κοινωνικά, επιλέγοντας να νομοθετεί πρόχειρα, βιαστικά και παρορμητικά, πιστεύοντας ότι έτσι θα επιτύχει αποτελεσματική προστασία από επικίνδυνες συμπεριφορές εν γένει.

Εν κατακλείδι, η ελληνική δικαιοσύνη δυστυχώς υπέκυψε στην υποκινούμενη λαϊκή αγανάκτηση και απώλεσε την ιδιότητα της ως ανεξάρτητο όργανο διαφύλαξης της κοινωνικής ειρήνης και εξασφάλισης μιας αμερόληπτης προστασίας των εννόμων αγαθών, επιχειρώντας αντί να προλαμβάνει και να καθοδηγεί, να κινητοποιείται κατόπιν εορτής για να ικανοποιεί το θυμικό του πολίτη στο πλευρό των, διαχρονικά πρόθυμων να το πράξουν, ΜΜΕ.

Όταν νομοθετεί η λαϊκή οργή το Κράτος Δικαίου ηττάται. 

 

ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΟΔΗΓΗΣΗ – ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

1. Τι ποινή κινδυνεύω για επικίνδυνη οδήγηση;

Το άρθρο 290Α ΠΚ προβλέπει διαβαθμισμένες ποινές. Αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος μόνο για ξένα πράγματα, απειλείται φυλάκιση έως τρία έτη. Αν μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Σε περίπτωση βαριάς σωματικής βλάβης η πράξη γίνεται κακούργημα με κάθειρξη έως δέκα έτη, ενώ αν επήλθε θάνατος προβλέπεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και, επί θανάτου μεγάλου αριθμού ανθρώπων, δυνατότητα ισόβιας κάθειρξης. Στην αμελή μορφή της παραγράφου 2 η ποινή περιορίζεται σε φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Στην πράξη, με σωστή υπεράσπιση και αναγνώριση ελαφρυντικών (άρθρο 84 ΠΚ), η ποινή κατά κανόνα μειώνεται σημαντικά και πολύ συχνά αναστέλλεται ή μετατρέπεται.

2. Πώς μπορώ να αποφύγω την καταδίκη ή τη φυλακή;

Η υπεράσπιση εστιάζει στην αμφισβήτηση του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή του δόλου διακινδύνευσης που απαιτείται για την κακουργηματική μορφή. Σε πολλές υποθέσεις η συμπεριφορά αξιολογείται ως αμελής, οπότε μετατοπίζεται στην παράγραφο 2 με πολύ ηπιότερη ποινή. Παράλληλα ελέγχεται η αιτιώδης συνάφεια, η συνυπαιτιότητα τρίτων ή του παθόντος, η εγκυρότητα της αλκοτέστ ή τοξικολογικής εξέτασης και η τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων. Αν επιβληθεί ποινή φυλάκισης έως τρία έτη, υπάρχουν εργαλεία αναστολής (άρθρο 99 ΠΚ), μετατροπής σε χρηματική (άρθρο 80 ΠΚ) ή κοινωφελούς εργασίας. Η αναγνώριση ελαφρυντικών (πρότερος έντιμος βίος, μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά, ειλικρινής μετάνοια) μπορεί να ρίξει την ποινή ακόμη και κάτω από το όριο μετατρεψιμότητας.

3. Τι κάνω αν συλληφθώ στο αυτόφωρο μετά από τροχαίο;

Πρώτη και απαραίτητη ενέργεια είναι η άμεση επικοινωνία με δικηγόρο, πριν δοθεί οποιαδήποτε απολογία ή κατάθεση. Ο οδηγός έχει δικαίωμα σιωπής και δεν υποχρεούται να αυτοενοχοποιηθεί. Δηλώσεις στο σημείο του ατυχήματος, χωρίς ψυχραιμία και νομική καθοδήγηση, αξιοποιούνται αργότερα από την κατηγορούσα αρχή. Στο αυτόφωρο ο δικηγόρος ζητά προθεσμία απολογίας, εξασφαλίζοντας χρόνο για τη μελέτη της δικογραφίας, την κατάρτιση γραπτού υπομνήματος και τη συλλογή τεχνικών στοιχείων (πραγματογνωμοσύνη τροχαίου, βίντεο, μάρτυρες). Σε σοβαρές υποθέσεις με βαρύ τραυματισμό ή θάνατο, ζητείται η επιβολή περιοριστικών όρων αντί προφυλάκισης, η οποία αποτελεί εξαιρετικό μέτρο.

4. Πόσο διαρκεί η ποινική διαδικασία;

Σε πλημμεληματική μορφή (διακινδύνευση πραγμάτων ή ανθρώπου, σωματική βλάβη πλην βαριάς), η υπόθεση εκδικάζεται στο Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο και κατά κανόνα ολοκληρώνεται σε πρώτο βαθμό μέσα σε ένα έως δύο έτη από την άσκηση της δίωξης. Σε κακουργηματική μορφή (βαριά σωματική βλάβη ή θάνατος) προηγείται κύρια ανάκριση, παραπομπή με βούλευμα και εκδίκαση σε Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει δύο έως τέσσερα έτη. Η έφεση προσθέτει επιπλέον χρόνο, όμως αναστέλλει την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης. Ο χρόνος αξιοποιείται για ωρίμανση των αποδεικτικών στοιχείων και ενίσχυση της υπεράσπισης.

5. Τι έγγραφα και στοιχεία χρειάζεται η υπεράσπιση;

Συγκεντρώνονται το δελτίο τροχαίου ατυχήματος, οι εκθέσεις αυτοψίας της Τροχαίας, τα σχεδιαγράμματα, οι φωτογραφίες, οι καταθέσεις μαρτύρων και τα αποτελέσματα αλκοτέστ ή τοξικολογικών. Σημαντικά είναι τυχόν βίντεο από κάμερες ασφαλείας ή κινητά, η ιατροδικαστική έκθεση, τα ιατρικά πιστοποιητικά τραυματιών και το ποινικό μητρώο του οδηγού. Σε πολλές περιπτώσεις διατάσσεται ή προσκομίζεται ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη ανασύστασης τροχαίου, που αμφισβητεί την ταχύτητα, την αιτιώδη συνάφεια ή τη συνυπαιτιότητα. Έγγραφα που τεκμηριώνουν τον πρότερο έντιμο βίο, την επαγγελματική και οικογενειακή κατάσταση και ενδεχόμενη αποκατάσταση της ζημίας προς τον παθόντα ενισχύουν την αναγνώριση ελαφρυντικών.

6. Ποιος ο ρόλος του δικηγόρου σε υπόθεση επικίνδυνης οδήγησης;

Το γραφείο μας αναλαμβάνει την υπόθεση από τη στιγμή της σύλληψης ή της κλήσης σε κατάθεση και χαράσσει εξατομικευμένη στρατηγική υπεράσπισης. Μελετά κρίσιμα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άρθρου 290Α ΠΚ, αμφισβητεί τον δόλο διακινδύνευσης, μετατοπίζει την υπόθεση από την κακουργηματική στην πλημμεληματική ή στην αμελή μορφή και αξιοποιεί κάθε διαδικαστικό ελάττωμα. Συντάσσει αυτοτελείς ισχυρισμούς για ελαφρυντικά, διαπραγματεύεται εξωδικαστικό συμβιβασμό με τον παθόντα όπου είναι δυνατό, και εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Στόχος είναι η αποφυγή στερητικής της ελευθερίας ποινής και, όπου εφικτό, η αθώωση ή η μείωση κατηγορίας.

7. Τι αλλάζει με τον νέο ΚΟΚ (ν. 5209/2025) στην επικίνδυνη οδήγηση;

Ο νέος ΚΟΚ δεν τροποποίησε το άρθρο 290Α ΠΚ, άλλαξε όμως τα μεγέθη στα οποία αυτό παραπέμπει. Από την 1η Ιανουαρίου 2026 το γενικό όριο ταχύτητας στις κατοικημένες περιοχές είναι 30 χλμ./ώρα, οπότε η υπέρβαση κατά 40 χλμ./ώρα που απαιτεί το άρθρο 290Α συμπληρώνεται ήδη στα 70 χλμ./ώρα, αντί για τα 90 που ίσχυαν με το όριο των 50. Παράλληλα, ο ΚΟΚ αυστηροποίησε τις διοικητικές κυρώσεις με κλιμακωτά πρόστιμα και πολυετή αφαίρεση άδειας σε υποτροπή, καθιέρωσε τεκμήριο συγκέντρωσης οινοπνεύματος άνω του 1,10 για όποιον αρνείται τον έλεγχο, επέβαλε υποχρεωτική αιμοληψία στα θανατηφόρα τροχαία και απειλεί κάθειρξη έως είκοσι έτη για την εγκατάλειψη θύματος κατά το άρθρο 47.

8. Πότε η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ συνιστά επικίνδυνη οδήγηση;

Τα όρια του ΚΟΚ, 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος ή 0,25 χιλιοστόγραμμα ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, θεμελιώνουν διοικητική παράβαση και, άνω του 1,10, το αυτοτελές πλημμέλημα του άρθρου 46 ΚΟΚ με φυλάκιση τουλάχιστον δύο μηνών. Για το άρθρο 290Α ΠΚ απαιτείται κάτι περισσότερο, να αποδειχθεί ότι ο οδηγός δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια λόγω της κατανάλωσης και ότι από την οδήγησή του μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος. Η μέτρηση, ο τρόπος οδήγησης, ο τόπος και η ώρα αξιολογούνται συνολικά. Χαμηλή ένδειξη χωρίς άλλα στοιχεία δεν αρκεί, ενώ υψηλή ένδειξη σε συνδυασμό με ασταθή πορεία στοιχειοθετεί ευχερώς το έγκλημα.