Επισκεφθείτε μας: Κέντρο Αθήνας, Σταθμός Λαρίσης, Οδός Χωματιανού 31 (Πλησίον Μετρό) --- info@ziamparas.gr --- Καλέστε μας: 210 82 18 945 ή 6975 127 045

Επιταγή – Συναλλαγματική

Επιταγή – Συναλλαγματική: Στην επιταγή, ο εκδότης είναι οφειλέτης και ο κομιστής είναι δανειστής. Στη συναλλαγματική, ο αποδέκτης είναι οφειλέτης και ο εκδότης δανειστής.

Επιταγή

Στην επιταγή, ο εκδότης είναι οφειλέτης της απαίτησης από την επιταγή, και ο κομιστής είναι δανειστής της απαίτησης. Ο εκδότης δίνει εντολή στην τράπεζά του να καταβληθεί στον κομιστή της επιταγής το αναγραφόμενο ποσό, με ανάληψη από τον τραπεζικό λογαριασμό του εκδότη. Ο κομιστής μπορεί να μεταβιβάσει σε τρίτο πρόσωπο την απαίτησή του από την επιταγή, συχνότερα με οπισθογράφηση. Ο καθ’ ου η οπισθογράφηση γίνεται νέος κομιστής της επιταγής. Αν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό του εκδότη, ο κομιστής δίνει την επιταγή στην τράπεζα και αναλαμβάνει το ποσό. Αν δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό του εκδότη, η επιταγή δεν θα πληρωθεί, θα σφραγιστεί, και ο κομιστής μπορεί να στραφεί προς πληρωμή κατά του εκδότη, των οπισθογράφων και των τριτεγγυητών. Με τη σειρά του, κάθε οπισθογράφος και τριτεγγυητής που πλήρωσε την επιταγή μπορεί να στραφεί κατά των προηγούμενών του οπισθογράφων ή τριτεγγυητών, και κατά του εκδότη. Η τραπεζική επιταγή έχει συγκεκριμένες προϋποθέσεις ισχύος. Αν η τραπεζική επιταγή είναι άκυρη, διαφοροποιείται ο χρόνος παραγραφής και οι μέθοδοι διεκδίκησης του ποσού. Μόνο οι επιταγές που πληρούν τους όρους του άρ. 1 ν. 5960/1933 θεωρούνται τραπεζικές επιταγές (και όχι πχ. η ταχυδρομική επιταγή νδ. 404/1974).

Προϋποθέσεις ικανότητας ανάληψης υποχρέωσης από την επιταγή

Αν κάποιος είναι ικανός να αναλάβει υποχρέωση από δικαιοπραξία, είναι ικανός να αναλάβει υποχρέωση από την επιταγή άρ. 58 ν. 5960/1933. Αν κάποιος είναι ανίκανος να αναλάβει υποχρέωση από δικαιοπραξία γιατί είναι ανήλικος, αλλά τήρησε τις διατυπώσεις του νόμου περί απόκτησης της ικανότητας προς ενέργεια εμπορικών πράξεων, δεν είναι ανίκανος να αναλάβει υποχρέωση από την επιταγή από μόνο τον λόγο αυτό άρ. 58 παρ. 1 εδ. 2 ν. 5960/1933. Η ικανότητα προς ανάληψη υποχρεώσης από δικαιοπραξία κρίνεται κατά τον πραγματικό χρόνο έκδοσης της επιταγής, και όχι κατά τον χρόνο προχρονολόγησης ή μεταχρονολόγησης 1249/1989 Εφ.Θεσσαλονίκης. Η ικανότητα προς ανάληψη υποχρέωσης από δικαιοπραξία ρυθμίζεται, για το πρόσωπο που αναλαμβάνει υποχρέωση από την επιταγή, από τον εγχώριο Νόμο του προσώπου αυτού άρ. 70 εδ. 1 ν. 5960/1933. Αν ο νόμος αυτός κηρύσσει εφαρμοστέο τον Νόμο άλλης χώρας, εφαρμόζεται ο Νόμος της άλλης χώρας άρ. 70 εδ. 2 ν. 5960/1933. Αν το πρόσωπο είναι ανίκανο κατά τον σύμφωνα με τα παραπάνω εφαρμοστέο Νόμο, αλλά ικανό σύμφωνα με τον Νόμο της χώρας στο έδαφος της οποίας υπέγραψε, η υποχρέωσή του δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο αυτό άρ. 70 εδ. 3 ν. 5960/1933. Το επί ποιων προσώπων είναι δυνατό να εκδοθεί η επιταγή ρυθμίζεται από τον Νόμο της χώρας στην οποία η επιταγή είναι πληρωτέα άρ. 71 εδ. 1 ν. 5960/1933. Αν η επιταγή είναι άκυρη κατά τον Νόμο της χώρας πληρωμής λόγω του προσώπου επί του οποίου εκδόθηκε, και από την επιταγή ανέλαβε υποχρέωση και άλλος υπογράφοντάς τη σε άλλη χώρα, και ο Νόμος της χώρας αυτής δεν περιλαμβάνει τη σχετική διάταξη για ακυρότητα της επιταγής λόγω του προσώπου επί του οποίου εκδόθηκε, η υποχρέωση του άλλου δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο αυτό άρ. 71 εδ. 2 ν. 5960/1933. Η επιταγή είναι δυνατόν να εκδόθηκε σε χώρα εκτός των ΗΠΑ, αλλά να είναι πληρωτέα στις ΗΠΑ 4001/2002 Πολ.Πρ.Αθήνας. Ο τύπος της υποχρέωσης από την επιταγή ρυθμίζεται από τον Νόμο της χώρας, στο έδαφος της οποίας αναλήφθηκε η υποχρέωση δια υπογραφής άρ. 72 εδ. 1 ν. 5960/1933. Αν η ανάληψη της υποχρέωσης είναι άκυρη λόγω τυπικής έλλειψης σύμφωνα με τον Νόμο της χώρας, στο έδαφος της οποίας αναλήφθηκε η υποχρέωση δια υπογραφής, αλλά η ανάληψη της υποχρέωσης είναι τυπικά έγκυρη κατά τον Νόμο της χώρας πληρωμής, η υποχρέωση δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο αυτό άρ. 72 εδ. 2 ν. 5960/1933. Αν η υποχρέωση που αναλήφθηκε με την υπογραφή είναι άκυρη κατά τον Νόμο της χώρας στο έδαφος της οποίας αναλήφθηκε η υποχρέωση δια υπογραφής και κατά τον νόμο της χώρας πληρωμής, αλλά έγκυρη κατά τον Νόμο της χώρας στην οποία αναλήφθηκε μεταγενέστερα υποχρέωση δια υπογραφής, η μεταγενέστερη υποχρέωση δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο αυτό άρ. 72 εδ. 3 ν. 5960/1933. Τα αποτελέσματα της υποχρέωσης που αναλήφθηκε από την επιταγή δια υπογραφής ρυθμίζονται από τον Νόμο της χώρας, στο έδαφος της οποίας αναλήφθηκε η υποχρέωση δια υπογραφής άρ. 73 ν. 5960/1933. Οι προθεσμίες για την άσκηση της αγωγής ρυθμίζονται για όλους τους υπογράφοντες από τον Νόμο της χώρας όπου εκδόθηκε η επιταγή άρ. 74 ν. 5960/1933. Ο τύπος και οι προθεσμίες του διαμαρτυρικού και ο τύπος κάθε πράξης που είναι αναγκαία για την άσκηση ή διατήρηση δικαιώματος από επιταγή ρυθμίζονται από τον Νόμο της χώρας στο έδαφος της οποίας συντάσσεται το διαμαρτυρικό ή όπου ενεργείται η κάθε πράξη αντίστοιχα άρ. 76 ν. 5960/1933. Οι διατάξεις αστικού δικονομικού δικαίου περί συναλλαγματικής εφαρμόζονται και επί επιταγής άρ. 77 ν. 5960/1933. Το αν η επιταγή είναι αναγκαίως εν όψει ή αν δύναται να εκδοθεί επί προθεσμία από την όψη ρυθμίζεται από τον Νόμο της χώρας πληρωμής άρ. 75 περ. 1 ν. 5960/1933. Τα αποτελέσματα της μεταχρονολόγησης ρυθμίζονται από τον Νόμο της χώρας πληρωμής άρ. 75 περ. 1 ν. 5960/1933. Η προθεσμία της εμφάνισης ρυθμίζεται από τον Νόμο της χώρας πληρωμή ςάρ. 75 περ. 2 ν. 5960/1933. Το αν η επιταγή δύναται να γίνει αποδεκτή, να βεβαιωθεί, να επικυρωθεί ή να θεωρηθεί, και τα σχετικά αποτελέσματα κρίνονται από τον Νόμο της χώρας πληρωμής άρ. 75 περ. 3 ν. 5960/1933. Το αν ο κομιστής δύναται να απαιτήσει μερική πληρωμή ή αν υποχρεούται να αποδεχθεί μερική πληρωμή ρυθμίζεται από τον Νόμο της χώρας πληρωμής άρ. 75 περ. 4 ν. 5960/1933. Το αν η επιταγή δύναται να είναι δίγραμμη και τα αποτελέσματα της διγράμμισης ρυθμίζονται από τον Νόμο της χώρας πληρωμής άρ. 75 περ. 5 ν. 5960/1933. Το αν η επιταγή δύναται να περιέχει τη ρήτρα “σε λογαριασμό” ή ισοδύναμη και τα αποτελέσματα της ρήτρας αυτής ρυθμίζονται από τον Νόμο της χώρας πληρωμής άρ. 75 περ. 5 ν. 5960/1933. Το αν ο κομιστής της επιταγής έχει ειδικά δικαιώματα επί της προβλέψεως και η φύση των δικαιωμάτων αυτών ρυθμίζονται από τον Νόμο της χώρας πληρωμής άρ. 75 περ. 6 ν. 5960/1933. Το αν ο εκδότης δύναται να ανακαλέσει την επιταγή ή να προβεί σε αντίσταση κατά της πληρωμής της ρυθμίζονται από τον Νόμο της χώρας πληρωμής άρ. 75 περ. 7 ν. 5960/1933. Το ποια μέτρα μπορούν να ληφθούν σε περίπτωση απώλειας ή κλοπής της επιταγής ρυθμίζονται από τον Νόμο της χώρας πληρωμής άρ. 75 περ. 8 ν. 5960/1933. Το αν το διαμαρτυρικό ή η ισοδύναμη βεβαίωση είναι αναγκαία για την διατήρηση του δικαιώματος της αναγωγής εναντίον των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υποχρέων ρυθμίζονται από τον Νόμο της χώρας πληρωμής άρ. 75 περ. 9 ν. 5960/1933. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις περί χαρτοσήμανσης της επιταγής, δεν θίγεται η ισχύς των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από την επιταγήάρ. 78 εδ. 1 ν. 5960/1933. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις περί χαρτοσήμανσης της επιταγής, η άσκηση των δικαιωμάτων από την επιταγή αναστέλλεται μέχρι η επιταγή να χαρτοσημανθεί νόμιμα μέσω καταβολής του νόμιμου χαρτοσήμου και των νόμιμων προστίμων άρ. 78 εδ. 2 ν. 5960/1933.

Προϋποθέσεις εγκυρότητας

Για να είναι έγκυρη η επιταγή πρέπει να αναγράφεται

  • Η λέξη “Επιταγή” στο σώμα του εγγράφου άρ. 1 στοιχ. 1 ν. 5960/1933. Αν η επιταγή συντάσσεται σε ξένη γλώσσα, αρκεί η αντίστοιχη ξένη λέξη άρ. 1 παρ. 1 εδ. 2 ν. 5960/1933.
  • Απλή και καθαρή εντολή πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού άρ. 1 στοιχ. 2 ν. 5960/1933. Αν υπάρχει διαφορά μεταξύ του ολογράφως και αριθμητικά αναφερόμενου ποσού, ισχύει το ολογράφως άρ. 9 παρ. 1 ν. 5960/1933. Αν αναγράφονται περισσότερα του ενός ποσά, είτε αριθμητικώς είτε ολογράφως, και διαφέρουν μεταξύ τους, ισχύει το μικρότερο ποσό άρ. 9 παρ. 2 ν. 5960/1933. Αν η επιταγή είναι πληρωτέα σε ξένο νόμισμα που δεν κυκλοφορεί στον τόπο πληρωμής, ακολουθούνται οι κανόνες του άρ. 36 ν. 5960/1933.
  • Όνομα της πληρώτριας τράπεζας άρ. 1 στοιχ. 3 ν. 5960/1933. Πληρωτής είναι συνήθως τράπεζα, μπορεί όμως να είναι και νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που ασκεί τραπεζικές υπηρεσίες (ταχυδρομικά ταμιευτήρια, ταμείο παρακαταθηκών και δανείων) άρ. 3 παρ. 2 ν. 5960/1933άρ. 54 ν. 5960/1933. Πληρωτής και εκδότης μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο μόνο αν πρόκειται για διαφορετικά υποκαταστήματα της ίδιας τράπεζαςάρ. 6 παρ. 3 ν. 5960/1933
  • Τόπος πληρωμής άρ. 1 στοιχ. 4 ν. 5960/1933 Αν λείπει ο τόπος πληρωμής, αναπληρώνεται από τον τόπο που αναφέρεται δίπλα στο όνομα της πληρώτριας άρ. 2 παρ. 2 εδ. 2 ν5960/1933, και αν αναφέρονται περισσότερα υποκαταστήματά της, από το πρώτο απ’ αυτά άρ. 2 παρ. 2 εδ. 2 ν. 5960/1933. Αν δεν υπάρχει κανένας από τους προαναφερόμενους τόπους, ο τόπος πληρωμής αναπληρώνεται από τον τόπο έκδοσης άρ. 2 παρ. 3 ν. 5960/1933. Ως τόπος πληρωμής μπορεί να τεθεί η κατοικία του τρίτου, ή ο τόπος έδρας της πληρώτριας, ή άλλος τόπος αν τρίτος είναι τράπεζα άρ. 8 ν. 5960/1933.
  • Τόπος έκδοσης άρ. 1 στοιχ. 5 ν. 5960/1933 Η επιταγή είναι άκυρη αν δεν αναγράφεται ούτε τόπος έκδοσης ούτε τόπος δίπλα στο όνομα του εκδότη άρ. 2 παρ. 1 ν. 5960/1933 άρ. 2 παρ. 4 ν. 5960/1933. Αν λείπει μόνο ο τόπος έκδοσης, αναπληρώνεται από τον τόπο που αναφέρεται δίπλα στο όνομα του εκδότη άρ. 2 παρ. 4 ν. 5960/1933.
  • Ημερομηνία έκδοσης άρ. 1 στοιχ. 5 ν. 5960/1933 Μεταχρονολόγηση άρ. 29 εδ. 4 ν. 5960/1933 και προχρονολόγηση επιτρέπεται. Αν η επιταγή εκδόθηκε μεταξύ δύο τόπων με διαφορετικά ημερολόγια, ισχύει ως ημερομηνία έκδοσης η ημερομηνία κατά το ημερολόγιο του τόπου πληρωμής άρ. 30 ν. 5960/1933
  • Υπογραφή του εκδότη άρ. 1 στοιχ. 6 ν. 5960/1933 Ο εκδότης δεν είναι απαραίτητο να είναι ο δικαιούχος των αναγραφόμενων στην επιταγή τραπεζικών λογαριασμών ΑΠ 1098/2008 άρ. 3 παρ. 1 ν. 5960/1933.
  • Η εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής, κατά συνήθη άποψη στη νομολογία. Η επιταγή έχει οκτώ ημέρες προθεσμία προς εμφάνιση στην τράπεζα από την ημέρα που αναγράφεται ως χρονολογία έκδοσης άρ. 29 παρ. 4 ν. 5960/1933.(για επιταγές που εκδίδονται και πληρώνονται στην ίδια χώρα άρ. 29 παρ. 1 ν. 5960/1933 είκοσι μέρες για επιταγές που εκδίδονται και πληρώνονται στην ίδια ήπειρο άρ. 29 παρ. 2 περ. 1 ν. 5960/1933 και εβδομήντα μέρες για επιταγές που εκδίδονται σε μία ήπειρο και πληρώνονται σε άλλη ήπειρο άρ. 29 παρ. 2 περ. 2 ν. 5960/1933. Επιταγή που εκδίδεται σε χώρα της Ευρώπης και πληρώνεται σε χώρα της Μεσογείου ή το αντίστροφο θεωρείται ότι εκδίδεται και πληρώνεται στην ίδια ήπειρο άρ. 29 παρ. 3 ν. 5960/1933. Η εμφάνιση γίνεται μόνο σε εργάσιμη ημέρα άρ. 55 παρ. 1 ν. 5960/1933. Η προθεσμία των οκτώ ημερών παρατείνεται στην επόμενη εργάσιμο αν η τελευταία μέρα εμφάνισης είναι νόμιμη εορτάσιμη (Κυριακή, ημέρες πλήρους αργίας Δημόσιων Γραφείων ή Τραπεζών άρ. 62 ν. 5960/1933) άρ. 55 παρ. 2 ν. 5960/1933. Η προθεσμία εμφάνισης παρατείνεται και όταν αυτή εμποδίζεται λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος, ανωτέρας βίας ή διάταξης νόμου οποιουδήποτε κράτους άρ. 48 παρ. 1 ν. 5960/1933. Αν η ανωτέρα βία διαρκεί περισσότερες από 15 μέρες από την ημέρα που ο κομιστής ειδοποίησε τον οπισθογράφο του περί της ανωτέρας βίας, μπορεί να ασκήσει αναγωγή και χωρίς την εμφάνιση ή βεβαίωση ή διαμαρτυρικό άρ. 48 παρ. 4 ν. 5960/1933. Καθαρώς προσωπικά γεγονότα του κομιστή ή του εντολοδόχου προς εμφάνιση της επιταγής ή σύνταξη βεβαίωσης δεν αποτελούν ανωτέρα βία άρ. 48 παρ. 5 ν. 5960/1933.

Η μη εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής έχει τις εξής συνέπειες:

  • η επιταγή καθίσταται πλέον άκυρη, κατά μία άποψη, και
  • ο κομιστής χάνει τα αναγωγικά του δικαιώματα άρ. 40 περ. 2 ν. 5960/1933, και
  • ο εκδότης αποκτά δικαίωμα να ανακαλέσει την επιταγή άρ. 32 παρ. 1 ν. 5960/1933, και
  • η οπισθογράφηση επιταγής εις διαταγή έχει πλέον θέση εκχώρησης.

Με την ανάκληση της επιταγής η τράπεζα έχει εντολή από τον πελάτη της να μην πληρώσει την επιταγή. Μετά από συμφωνία του εκδότη και του λήπτη για συμπλήρωση των συγκεκριμένων στοιχείων αργότερα, η επιταγή μπορεί να εκδοθεί χωρίς να αναφέρει κάποια από τα ανωτέρω στοιχεία. Η επιταγή αυτή λέγεται λευκή άρ. 13 ν. 5960/1933. Αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις εγκυρότητας, πέραν των συμφωνημένων για λευκή επιταγή, η επιταγή είναι άκυρη άρ. 2 παρ. 1 ν. 5960/1933.

Τι δεν είναι απαραίτητο να περιέχει η επιταγή

Ενδεικτικά, η επιταγή δεν είναι απαραίτητο να περιλαμβάνει

  • τον αριθμό του τραπεζικού λογαριασμού του εκδότη, ή
  • ημερομηνία λήξεως, ή
  • το όνομα του λήπτη, ή
  • τυποποιημένη μορφή εγγράφου ανά τράπεζα. Η επιταγή μπορεί να εκδοθεί και χωρίς μπλοκ επιταγών, αν και δεν συνηθίζεται προς αποφυγή πλαστογραφίας/ ακυρότητας.

Σφράγιση επιταγής

Αν στον λογαριασμό του εκδότη δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια όταν ο κομιστής εμφανίσει την επιταγή, η τράπεζα υποχρεούται να βεβαιώσει τη μη πληρωμή της επιταγής. Η βεβαίωση αυτή γίνεται συνήθως με σφραγίδα, η δε σφράγιση γίνεται είτε στο σώμα της επιταγής είτε σε ξεχωριστό έγγραφο, και σημειώνεται η ημέρα εμφάνισης της επιταγήςάρ. 2 νδ. 1325/1972. Στη βεβαίωση περιλαμβάνεται και η εξουσιοδότηση από τη μια τράπεζα στην άλλη, όταν η τράπεζα που πρόκειται να σφραγίσει την επιταγή είναι διαφορετική από την πληρώτριαάρ. 88 παρ. 1 ν. 1969/199132/2010 Μον.Πρ.Ρόδου. Συνέπειες της σφράγισης έγκυρης επιταγής, για τον εκδότη, είναι

  • Ο εκδότης καταχωρείται στον Τειρεσία. Η καταχώρηση θα γίνει από την Τράπεζα που σφράγισε την επιταγή. Αν, βάσει της επιταγής, ο κομιστής εκδώσει διαταγή πληρωμής εναντίον του εκδότη, η καταχώρηση θα γίνει και από τη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής.
  • Ο εκδότης έχει αυξημένες πιθανότητες απόρριψης αιτημάτων λήψης πίστωσης από Τράπεζες, λόγω της καταχώρησής του στον Τειρεσία.
  • Ο εκδότης ευθύνεται ποινικά για έκδοση ακάλυπτης επιταγής.
  • Ο εκδότης ευθύνεται να πληρώσει το ποσό της επιταγής στον κομιστή, καθώς και αποζημίωση για την αδικοπραξία της έκδοσης ακάλυπτης επιταγήςάρ. 914 ΑΚ.

Συνέπειες της σφράγισης έγκυρης επιταγής, για τον κομιστή, είναι

  • Ο κομιστής δικαιούται να υποβάλει έγκληση κατά του εκδότη της επιταγής για έκδοση ακάλυπτης επιταγήςάρ. 79 παρ. 5 ν. 5960/1933άρ. 15 παρ. 3 ν. 3472/2006. Η μήνυση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής πρέπει να κατατεθεί εντός 3 μηνών από την ημέρα της σφράγισης, αν με αυτήν έλαβε γνώση της ακάλυπτης επιταγής ο κομιστήςάρ. 117 παρ. 1 ΠΚ.
  • Ο κομιστής δικαιούται να διεκδικήσει το ποσό της επιταγής από τον εκδότη, τους οπισθογράφους που έθεσαν την υπογραφή τους πριν τον κομιστή, και τους τριτεγγυητές. Το ποσό αυτό μπορεί να το διεκδικήσει είτε με διαταγή πληρωμής είτε με αγωγή. Ταυτόχρονα, προς εξασφάλιση της αξίωσής του αυτής μπορεί να στραφεί κατά των ως άνω οφειλετών με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για να αποτρέψει μεταβίβαση των περιουσιακών τους στοιχείων.
  • Ο κομιστής δικαιούται να διεκδικήσει αποζημίωση από τον εκδότη λόγω αδικοπραξίας από την έκδοση ακάλυπτης επιταγήςάρ. 914 ΑΚ.

Συνέπειες της σφράγισης έγκυρης επιταγής, για τον εξ αναγωγής υπόχρεο που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής, είναι

  • Ο κομιστής δικαιούται να υποβάλει έγκληση κατά του εκδότη της επιταγής για έκδοση ακάλυπτης επιταγήςάρ. 79 παρ. 5 ν. 5960/1933άρ. 15 παρ. 3 ν. 3472/2006. Η μήνυση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής πρέπει να κατατεθεί εντός 3 μηνών από την ημέρα κατά την οποία ο κομιστής έλαβε γνώση του ακάλυπτου της επιταγήςάρ. 117 παρ. 1 ΠΚ.
  • Ο κομιστής δικαιούται να διεκδικήσει το ποσό της επιταγής από τον εκδότη, τους οπισθογράφους που έθεσαν την υπογραφή τους πριν τον κομιστή, και τους τριτεγγυητές. Το ποσό αυτό μπορεί να το διεκδικήσει είτε με διαταγή πληρωμής είτε με αγωγή. Ταυτόχρονα, προς εξασφάλιση της αξίωσής του αυτής μπορεί να στραφεί κατά των ως άνω οφειλετών με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για να αποτρέψει μεταβίβαση των περιουσιακών τους στοιχείων.
  • Ο κομιστής δικαιούται να διεκδικήσει αποζημίωση από τον εκδότη λόγω αδικοπραξίας από την έκδοση ακάλυπτης επιταγήςάρ. 79 παρ. 5 εδ. 2 ν. 5960/1933άρ. 15 παρ. 3 ν. 3472/2006άρ. 914 ΑΚ.

Έγκυρη επιταγή

Τύποι επιταγής – Τρόποι μεταβίβασης

Ο εκδότης, ως συντάκτης της επιταγής, ρυθμίζει το πόσο εύκολη είναι η μεταβίβαση της επιταγής, θέτοντας ρήτρες επί του σώματός της και κατονομάζοντας τον λήπτη. Παρότι μεταβολή του τύπου της επιταγής μετά την έκδοση δεν επιτρέπεται, η εν λευκώ οπισθογράφηση επιταγής εις διαταγή την καθιστά λειτουργικά ισοδύναμη με επιταγή στον κομιστή.

Επιταγή εις διαταγή

Ως επιταγή εις διαταγή νοείται

  • επιταγή που κατονομάζει τον λήπτη, και φέρει τη ρήτρα εις διαταγήάρ. 5 παρ. 2 περ. 1 ν. 5960/1933, ή
  • επιταγή που κατονομάζει τον λήπτη, και δεν φέρει τη ρήτρα εις διαταγή, όχι εις διαταγή και στον κομιστήάρ. 5 παρ. 2 περ. 1 ν. 5960/1933άρ. 5 παρ. 2 περ. 2 ν. 5960/1933άρ. 5 παρ. 2 περ. 3 ν. 5960/1933άρ. 5 παρ. 3 ν. 5960/1933.

Η επιταγή μπορεί να εκδοθεί και σε διαταγή του εκδότη τηςάρ. 6 εδ. 1 ν. 5960/1933, με τη ρήτρα εις διαταγή εμού του ιδίου.

Μεταβίβαση με οπισθογράφηση

Η επιταγή εις διαταγή μεταβιβάζεται με οπισθογράφηφηάρ. 14 παρ. 1 ν. 5960/1933. Για να είναι ισχυρή η οπισθογράφηση, ο οπισθογράφος πρέπει να έχει ικανότητα προς δικαιοπραξίαάρ. 58 ν. 5960/1933. Με την οπισθογράφηση,

  • ο οπισθογράφος μεταβιβάζει όλα τα δικαιώματά του από την επιταγή στον υπέρ ου η οπισθογράφησηάρ. 17 παρ. 1 ν. 5960/1933, και
  • ο οπισθογράφος αναλαμβάνει την ευθύνη της πληρωμής της επιταγής έναντι του υπέρ ου και κάθε επόμενου δικαιούχουάρ. 18 παρ. 1 ν. 5960/1933.

Η οπισθογράφηση είναι καθαρή και απλήάρ. 15 παρ. 1 εδ. 1 ν. 5960/1933. Όροι επί της οπισθογράφησης δεν ισχύουνάρ. 15 παρ. 1 εδ. 2 ν. 5960/1933. Μερική οπισθογράφηση είναι άκυρηάρ. 15 παρ. 2 ν. 5960/1933. Άκυρη είναι και η οπισθογράφηση από την τράπεζαάρ. 15 παρ. 3 ν. 5960/1933. Η οπισθογράφηση μπορεί να γίνει και προς τον εκδότη και κάθε άλλο υπόχρεοάρ. 14 παρ. 3 εδ. 1 ν. 5960/1933, και αυτοί μπορούν να οπισθογραφήσουν την επιταγή εκ νέου. Οπισθογράφηση προς την πληρώτρια ισχύει μόνο ως εξόφλησηάρ. 15 παρ. 5 εδ. 1 ν. 5960/1933εκτός αν γίνεται από κατάστημα της πληρώτριας προς άλλο κατάστημά της, πέραν αυτού που εξέδωσε την επιταγήάρ. 15 παρ. 5 εδ. 2 ν. 5960/1933.

Οπισθογράφηση προς συγκεκριμένο πρόσωπο

Ο λήπτης ή ο νόμιμος κομιστής της επιταγής μπορεί να την οπισθογραφήσει προς συγκεκριμένο άτομοάρ. 16 παρ. 1 ν. 5960/1933άρ. 16 παρ. 2 εδ. 1 ν. 5960/1933. Ο οπισθογράφος πρέπει

  • να υπογράψει πάνω στην επιταγή ή το πρόσθεμαάρ. 16 παρ. 1 εδ. 2 ν. 5960/1933, και
  •  
  • να γράψει το όνομα του υπέρ ουάρ. 16 παρ. 1 ν. 5960/1933άρ. 16 παρ. 2 εδ. 1 ν. 5960/1933.

Αν την οπισθογραφήσει στον κομιστή, η οπισθογράφηση θεωρείται ότι είναι εν λευκώάρ. 15 παρ. 4 ν. 5960/1933.

Οπισθογράφηση εν λευκώ

Ο λήπτης ή ο νόμιμος κομιστής της επιταγής μπορεί να την οπισθογραφήσει χωρίς να ορίσει συγκεκριμένα το ποιός θα είναι ο νόμιμος κομιστής. Η οπισθογράφηση αυτή λέγεται εν λευκώάρ. 16 παρ. 2 εδ. 1 ν. 5960/1933. Ο οπισθογράφος πρέπει

    • να υπογράψει στο πίσω μέρος της επιταγής ή στο πρόσθεμαάρ. 16 παρ. 2 εδ. 2 ν. 5960/1933, και
    • να μην γράψει όνομα για τον υπέρ ουάρ. 16 παρ. 2 εδ. 1 ν. 5960/1933
    , ή
    • να οπισθογραφήσει την επιταγή στον κομιστήάρ. 15 παρ. 4 ν. 5960/1933, και
    • να υπογράψει πάνω στην επιταγή ή στο πρόσθεμαάρ. 16 παρ. 1 εδ. 2 ν. 5960/1933.

Ο κομιστής επιταγής που οπισθογραφήθηκε εν λευκώ μπορεί να συμπληρώσει το όνομά του στη θέση του υπέρ ουάρ. 17 παρ. 2 στοιχ. 1 ν. 5960/1933. Ο κομιστής επιταγής που οπισθογραφήθηκε εν λευκώ μπορεί μεταβιβάσει την επιταγή

  • κατονομάζοντας στην επιταγή άλλον ως υπέρ ουάρ. 17 παρ. 2 στοιχ. 1 ν. 5960/1933, ή
  • με οπισθογράφηση (εν λευκώ ή μη) της επιταγήςάρ. 17 παρ. 2 στοιχ. 2 ν. 5960/1933, ή
  • παραδίδοντας την επιταγή ως έχει σε άλλονάρ. 17 παρ. 2 στοιχ. 3 ν. 5960/1933.
Ρήτρες στην οπισθογράφηση
Αξία προς είσπραξη, Αξία σε κάλυψη, Αξία σε πίστωση

Η ρήτρα αυτή ισοδυναμεί στην πρακτική με οπισθογράφηση λόγω προεξόφλησης (check discounting). Ο οπισθογράφος καταθέτει την επιταγή στην τράπεζα, δίνοντάς της την εντολή να εισπράξει την επιταγή3278/2009 Εφ.Αθηνών. Η τράπεζα οφείλει να μεριμνήσει για την όχληση περί πληρωμής της επιταγής, ως πληρεξούσιος του οπισθογράφου. Αν η επιταγή πληρωθεί, η τράπεζα πιστώνει στον λογαριασμό του οπισθογράφου την αξία της επιταγής. Αν η επιταγή δεν πληρωθεί, η τράπεζα έχει δικαίωμα να αναζητήσει το ποσό που τυχόν προεξόφλησε, και μάλιστα έντοκα από τον χρόνο στον οποίο ο οπισθογράφος όφειλε να αναζητήσει την πληρωμή, ή από την όχληση177/2007 Εφ.Λάρισας. Στην πρακτική, ο οπισθογράφος μπορεί να αναλάβει την επιταγή από την τράπεζα αφού επιστρέψει το ποσό που προεξοφλήθηκε, είτε με καταβολή μετρητών είτε με χρέωση του λογαριασμού του. Μπορεί ακόμη να αναλάβει την επιταγή αν η απαίτηση ασφαλιστεί εκ νέου με εγγυητικό μέσο, όπως επιταγές, μεταχρονολογημένες ή όχι (check rediscounting)

Λόγω πληρεξουσιότητας, Κατά πληρεξουσιότητα

Ο οπισθογράφος παραδίδει την επιταγή στον υπερ ου, αλλά παραμένει δικαιούχος της επιταγής και τελευταίος νόμιμος κομιστής τηςΑΠ 1915/2008. Ο υπέρ ου η οπισθογράφηση, είτε φυσικό πρόσωπο είτε τράπεζα, λειτουργεί ως πληρεξούσιος του οπισθογράφου, με εντολή να ασκήσει τα δικαιώματα εκ της επιταγής στο όνομα του οπισθογράφουάρ. 23 παρ. 1 ν. 5960/1933άρ. 23 παρ. 3 ν. 5960/1933214/2007 Εφ.Πατρών. Ως οπισθογράφηση λόγω πληρεξουσιότητας λογίζεται και η αναφορά στην οπισθογράφηση “πληρώσατε εις διαταγή (Επωνυμία τράπεζας) σε πίστωση λογαριασμού του (όνομα δικαιούχου)”ΑΠ 2060/2007. Ως οπισθογράφηση λόγω πληρεξουσιότητας μπορεί να ισχύσει και οπισθογράφηση χωρίς τη σχετική ρήτρα, με μόνη τη συμφωνία των μερών. Η οπισθογράφηση λέγεται καλυμμένη λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση, και χρειάζεται να αποδειχθεί επί του δικαστηρίουΑΠ 2011/2009. Η εντολοδόχος τράπεζα μπορεί να οπισθογραφήσει την επιταγή μόνο λόγω πληρεξουσιότητας214/2007 Εφ.Πατρών. Η σχετική εντολή δεν περατώνεται με τον θάνατο του οπισθογράφου ή τη μεταγενέστερη ανικανότητά τουάρ. 23 παρ. 3 ν. 5960/1933. Τη σχετική ρήτρα ή ισοδύναμη που ενέχει εντολή, μπορεί να θέσει ο νόμιμος κομιστής επιταγής εις διαταγήάρ. 23 παρ. 1 ν. 5960/1933άρ. 14 παρ. 1 ν. 5960/1933άρ. 14 παρ. 2 ν. 5960/1933άρ. 5 παρ. 2 περ. 1 ν. 5960/1933άρ. 5 παρ. 2 περ. 3 ν. 5960/1933άρ. 5 παρ. 3 ν. 5960/1933. Η ρήτρα πρέπει να καλύπτεται από την υπογραφή του οπισθογράφου132/2003 Εφ.Δωδεκανήσου. Οι υπόχρεοι μπορούν να αντιτάξουν κατά της κομίστριας τράπεζας μόνο τις ενστάσεις που θα μπορούσαν να αντιτάξουν κατά του οπισθογράφουάρ. 23 παρ. 2 ν. 5960/193310460/2008 Πολ.Πρ.Θεσσαλονίκης.

Αξία λόγω ενεχύρου, Αξία σε ενέχυρο

Με τη ρήτρα αυτή ο κομιστής παραδίδει την επιταγή στην τράπεζα, και αναλαμβάνει την αξία της επιταγής. Η τράπεζα καθίσταται ενεχυρούχος δανειστής της επιταγήςάρ. 1244 ΑΚάρ. 1251 ΑΚ και τελευταίος νόμιμος κομιστής τηςάρ. 1255 ΑΚ1787/2012 Εφ.Αθηνώνάρ. 17 εδ. α ν. 5960/1933άρ. 18 ν. 5960/193339/2005 Μον.Πρ.Λιβαδειάς10460/2008 Πολ.Πρ.Θεσσαλονίκης. Αν η επιταγή πληρωθεί, η τράπεζα αναλαμβάνει τα χρήματα από τον οφειλέτη. Αν η επιταγή δεν πληρωθεί, η ενεχυρούχος τράπεζα συνήθως στρέφεται στον ενεχυράσαντα πελάτη της, και είτε αναζητά τα χρήματα από αυτόν, είτε συμφωνεί να του παραδώσει την επιταγή μετά από εκ νέου ασφάλιση της απαίτησης με νέο, υποκατάστατο εγγυητικό μέσο (πχ. νέα επιταγή). Στην οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, ο υπόχρεος μπορεί να αντιτάξει κατά της τράπεζας μόνο τις ενστάσεις που έχει εναντίον της. Τις ενστάσεις που έχει κατά των προηγούμενών της οπισθογράφων και του εκδότη μπορεί να τις προτείνει μόνο αν η τράπεζα κατά την κτήση της επιταγής ενήργησε εν γνώσει της προς βλάβη του10460/2008 Πολ.Πρ.Θεσσαλονίκης.

Άνευ ευθύνης μου

Ο οπισθογράφος δεν ευθύνεται για την πληρωμήάρ. 18 παρ. 1 ν. 5960/1933. Η ρήτρα αυτή δεν ισχύει όσον αφορά τον εκδότη της επιταγήςάρ. 12 παρ. 2 ν. 5960/1933.

Μη μεταβιβάσιμη

Ο οπισθογράφος δεν ευθύνεται έναντι επόμενών του οπισθογράφωνάρ. 18 παρ. 2 ν. 5960/1933

Μεταβίβαση επιταγής εις διαταγή με εκχώρηση

Η οπισθογράφηση που έγινε μετά τη λήξη της προθεσμίας εμφάνισης ή τη βεβαίωση της τράπεζας περί μη πληρωμής (ή τη σύνταξη διαμαρτυρικού)άρ. 24 παρ. 1 ν. 5960/1933 λειτουργεί ως εκχώρηση. Αν η οπισθογράφηση δεν φέρει χρονολογία τεκμαίρεται ότι έγινε πριν τα ως άνω γεγονόταάρ. 24 παρ. 2 ν. 5960/1933.

Επιταγή στον κομιστή ή ανώνυμη επιταγή

Ως επιταγή στον κομιστή ή ανώνυμη νοείται

  • Επιταγή που δεν κατονομάζει τον λήπτηάρ. 5 παρ. 4 ν. 5960/1933
  • Επιταγή που κατονομάζει τον λήπτη με τη ρήτρα στον κομιστή ή ισοδύναμηάρ. 5 παρ. 3 ν. 5960/1933
Μεταβίβαση επιταγής στον κομιστή με συμφωνία και παράδοση

Η μεταβίβαση γίνεται με συμφωνία και παράδοση, όχι με οπισθογράφηση, με συνέπεια να μην ευθύνονται οι ενδιάμεσοι κτήτορες αλλά μόνο ο εκδότης. Τυχόν οπισθογράφηση λειτουργεί απλά και μόνο για να ευθύνεται ο οπισθογράφος ως οφειλέτης από αναγωγή, δεν μετατρέπει τον τύπο της επιταγήςάρ. 20 ν. 5960/1933.

Μεταβίβαση επιταγής στον κομιστή με εκχώρηση

Επιταγή ονομαστική

Με την αναγραφή του ονόματος του λήπτη και της ρήτρας όχι εις διαταγή η επιταγή καθίσταται ονομαστικήάρ. 5 παρ. 2 περ. 2 ν. 5960/1933

Μεταβίβαση ονομαστικής επιταγής με εκχώρηση

Η ονομαστική επιταγή μεταβιβάζεται με εκχώρηση, όχι με οπισθογράφησηάρ. 14 παρ. 2 ν. 5960/1933. Για την εγκυρότητα μεταβίβασης με εκχώρηση απαιτείται αναγγελία στον οφειλέτη. Η αναγγελία μπορεί να γίνει με σημείωση στον τίτλο, με την επίδοση δικογράφου αγωγής ή με την επίδοση διαταγής πληρωμής.

Ενεχύραση επιταγής

Ο κομιστής της επιταγής μπορεί να μεταβιβάσει την επιταγή λόγω ενεχύρου σε τρίτο, ακόμη και άτυπα, δηλαδή με οπισθογράφηση της επιταγής και παράδοσή της στον τρίτο340/2002 Εφ.Πατρών. Η οπισθογράφηση προς ενεχύραση μπορεί να γίνει είτε με θέση της ρήτρας “αξία λόγω ενεχύρου” κατά την οπισθογράφηση είτε χωρίς τη σχετική ρήτρα, με μόνη την οπισθογράφηση και παράδοση της επιταγής στον δανειστή340/2002 Εφ.Πατρών.

Αναγωγή

Προϋποθέσεις άσκησης αναγωγής

Για να ασκήσει την αναγωγή ο κομιστής κατά του εκδότηάρ. 40 παρ. 1 περ. 2 ν. 5960/1933 των οπισθογράφωνάρ. 40 παρ. 1 περ. 1 ν. 5960/1933 και των τριτεγγυητώνάρ. 40 παρ. 1 περ. 1 ν. 5960/1933άρ. 27 παρ. 1 ν. 5960/1933 η επιταγή πρέπει να εμφανιστεί έγκαιραάρ. 40 παρ. 1 ν. 5960/1933, να μην πληρωθείάρ. 40 παρ. 1 ν. 5960/1933, και η άρνηση πληρωμής να βεβαιωθείάρ. 34 παρ. 1 ν. 5960/1933 Η βεβαίωση μη πληρωμής μπορεί να γίνει

  • Από την τράπεζα, με χρονολογημένη δήλωσή της γραμμένη πάνω στην επιταγή, που να αναφέρει την ημέρα εμφάνισηςάρ. 40 παρ. 1 στοιχ. 2 ν. 5960/1933
  • Από γραφείο συμψηφισμού, με χρονολογημένη δήλωση που βεβαιώνει ότι η επιταγή ενεχειρίσθει εγκαίρως και δεν πληρώθηκεάρ. 40 παρ. 1 στοιχ. 3 ν. 5960/1933
  • Από συμβολαιογράφο, με δημόσιο έγγραφο, το διαμαρτυρικόάρ. 40 παρ. 1 στοιχ. 1 ν. 5960/1933.

Το διαμαρτυρικό συντάσσεται από συμβολαιογράφο, χωρίς πρόσληψη μαρτύρων στον τόπο της πληρωμήςάρ. 63 παρ. 1 ν. 5960/1933. Ένα μόνο διαμαρτυρικό συντάσσεται ακόμη και αν υπάρχουν περισσότεροι πληρωτέςάρ. 63 παρ. 2 ν. 5960/1933. Το διαμαρτυρικό περιλαμβάνει:

  • αντίγραφο της επιταγήςάρ. 63 παρ. 3 εδ. 1 ν. 5960/1933, εκτός αν αυτή έχει χαθείάρ. 63 παρ. 4 ν. 5960/1933, και
  • πρόσκληση του συμβολαιογράφου προς πληρωμήάρ. 63 παρ. 3 στοιχ. α ν. 5960/1933, και
  • αναφορά του αν παρίσταται ή όχι ο πληρωτήςάρ. 63 παρ. 3 στοιχ. β ν. 5960/1933, και
  • τα τυχόν δηλωθέντα από αυτόν αίτια άρνησης πληρωμήςάρ. 63 παρ. 3 στοιχ. γ ν. 5960/1933.

Οι σχετικές βεβαιώσεις γίνονται μόνο σε εργάσιμη ημέραάρ. 55 παρ. 1 ν. 5960/1933, πάντα πριν την εκπνοή της προθεσμίας εμφάνισηςάρ. 41 παρ. 1 ν. 5960/1933, ή το πολύ μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά την εμφάνιση αν αυτή έγινε την τελευταία μέρα της προθεσμίαςάρ. 41 παρ. 2 ν. 5960/1933. Αν η τελευταία μέρα προς εμφάνιση είναι νόμιμη εορτάσιμη (Κυριακή, ημέρες πλήρους αργίας Δημοσίων Γραφείων ή Τραπεζών)άρ. 62 ν. 5960/1933, η προθεσμία παρατείνεται μέχρι την επόμενη εργάσιμοάρ. 55 παρ. 2 ν. 5960/1933. Η προθεσμία περί σύνταξης της βεβαίωσης ή του διαμαρτυρικού παρατείνεται όταν αυτή εμποδίζεται λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος, ανωτέρας βίας ή διάταξης νόμου οποιουδήποτε κράτουςάρ. 48 παρ. 1 ν. 5960/1933. Αν η ανωτέρα βία διαρκεί περισσότερες από 15 μέρες από την ημέρα που ο κομιστής ειδοποίησε τον οπισθογράφο του περί της ανωτέρας βίας, μπορεί να ασκήσει αναγωγή και χωρίς την εμφάνιση ή βεβαίωση ή διαμαρτυρικόάρ. 48 παρ. 4 ν. 5960/1933. Καθαρώς προσωπικά γεγονότα του κομιστή ή του εντολοδόχου προς εμφάνιση της επιταγής ή σύνταξη βεβαίωσης δεν αποτελούν ανωτέρα βίαάρ. 48 παρ. 5 ν. 5960/1933.

Παραγραφή αξίωσης εμπρόθεσμα εμφανισμένης επιταγής

Οι αγωγές του κομιστή κατά των υποχρέων παραγράφονται μετά από έξι μήνες από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνισηάρ. 52 παρ. 1 ν. 5960/1933 Οι αγωγές εξ αναγωγής του υποχρέου που πλήρωσε την επιταγή παραγράφονται μετά από έξι μήνες από την πληρωμή της επιταγής από αυτόνάρ. 52 παρ. 2 περ. 1 ν. 5960/1933 ή από την ημέρα που ασκήθηκε αγωγή εναντίον τουάρ. 52 παρ. 2 περ. 2 ν. 5960/1933. Η απαίτηση από την επιταγή παραγράφεται αν η διαταγή πληρωμής δεν τελεσιδικήσει μετά την επίδοση της διαταγής πληρωμής και πριν την παρέλευση του χρόνου παραγραφής928/1994 Εφ.Πειραιώς6445/1999 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης (ασφ. μέτρα). Όμως η επίδοση επιταγής προς πληρωμή κάτω από εκτελεστό απόγραφο διακόπτει την παραγραφή7968/2013 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκηςάρ. 264 ΑΚ και ξεκινά καινούρια προθεσμία παραγραφής από την επομένη της επίδοσης99/2002 Εφ.Δωδεκανήσου. Η διακοπή της παραγραφής έχει αποτέλεσμα μόνο κατά εκείνου ως προς τον οποίο έλαβε χώρα το γεγονός που διακόπτει την παραγραφήάρ. 53 ν. 5960/1933. Τα πραγματικά περιστατικά που διακόπτουν και αναστέλλουν τις παραγραφές ορίζονται στις διατάξεις περί παραγραφής και βραχυπρόθεσμης παραγραφής του ΑΚάρ. 61 ν. 5960/1933. Αν παραγραφεί η αναγωγή εκ της επιταγής, ο κομιστής και κάθε δικαιούχος μπορεί να ασκήσει αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά του εκδότη ή των οπισθογράφωνάρ. 60 παρ. 1 ν. 5960/1933. Η ως άνω αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού παραγράφεται μετά από πέντε χρόνια από τη χρονολογία έκδοσης της επιταγήςάρ. 60 παρ. 2 ν. 5960/1933. Μετά την παραγραφή της επιταγής, μετατροπή της σε χρεωστικό ομόλογο και έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει αυτού είναι απαράδεκτη43/2005 Εφ.Ιωαννίνων.

Δικαιώματα του τελευταίου κομιστή

Η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψειάρ. 28 παρ. 1 εδ. 1 ν. 5960/1933. Ο τελευταίος κομιστής μπορεί να εναγάγει τον εκδότηάρ. 12 παρ. 1 ν. 5960/1933, τους οπισθογράφουςάρ. 17 παρ. 1 ν. 5960/1933 και τους τριτεγγυητέςάρ. 27 παρ. 1 ν. 5960/1933 για την πληρωμή της επιταγής που δεν πληρώθηκε από την τράπεζαάρ. 44 παρ. 2 ν. 5960/1933. Οι παραπάνω είναι υπόχρεοι εις ολόκληρονάρ. 44 παρ. 1 ν. 5960/1933. Ο κομιστής μπορεί να εναγάγει ατομικά ή ομαδικά όσους υπόχρεους θέλει, με οποιαδήποτε σειρά, ανεξάρτητα από τη σειρά οπισθογράφησηςάρ. 44 παρ. 2 ν. 5960/1933άρ. 44 παρ. 4 ν. 5960/1933 απαιτώντας το ποσό της επιταγής, τους νόμιμους τόκους και τα έξοδά τουάρ. 45 παρ. 1 ν. 5960/1933άρ. 45 παρ. 2 ν. 5960/1933. Ο κομιστής επιταγής που δεν πληρώθηκε δικαιούται να απαιτήσει

  • το ποσό της επιταγής, και
  • τόκους επί του ποσού της επιταγής από την ημέρα της εμφάνισης4/2010 Μον.Πρ.Ρόδου, και
  • τα έξοδα που απαιτήθηκαν για τη βεβαίωση ή το διαμαρτυρικό, τα έξοδα ειδοποίησης των υπογραφέων του άρ. 42, και τα υπόλοιπα έξοδα.

Οι επιταγές που εκδόθηκαν και είναι πληρωτέες στην Ελλάδα τοκοφορούν με το γενικό επιτόκιο υπερημερίας, κάθε άλλη επιταγή με 6%. Ο κάτοχος επιταγής θεωρείται ότι είναι νόμιμος κομιστής, αν η επιταγή φέρει αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, ακόμη κι αν η τελευταία οπισθογράφηση είναι εν λευκώάρ. 19 παρ. 1 εδ. 1 ν. 5960/1933άρ. 14 παρ. 1 ν. 5960/1933άρ. 14 παρ. 2 ν. 5960/1933άρ. 5 παρ. 2 περ. 1 ν. 5960/1933άρ. 5 παρ. 2 περ. 3 ν. 5960/1933άρ. 5 παρ. 3 ν. 5960/1933άρ. 20 ν. 5960/1933. Διαγραμμένες οπισθογραφήσεις δεν διακόπτουν την ως άνω σειρά οπισθογράφησηςάρ. 19 παρ. 1 εδ. 2 ν. 5960/1933. Ο οπισθογράφος που έπεται οπισθογράφησης εν λευκώ τεκμαίρεται ότι απέκτησε την επιταγή δια της εν λευκώ οπισθογραφησηςάρ. 19 παρ. 1 εδ. 3 ν. 5960/1933. Ο νόμιμος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογράφησης με την τελευταία οπισθογράφηση εν λευκώ λευκώ δεν υποχρεούται να αποδώσει την επιταγή σε προηγούμενο δικαιούχο που στερήθηκε την επιταγή για οποιοδήποτε λόγο (συμπεριλαμβανομένης κλοπής, ληστείας, πειρατείας και καταστροφής της επιταγήςάρ. 68 ν. 5960/1933) εκτός αν απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή διαπράττοντας βαρύ πταίσμαάρ. 21 ν. 5960/1933. Ο νόμιμος κομιστής επιταγής στον κομιστήάρ. 69 ν. 5960/1933 ή οπισθογραφήσιμης που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων με την τελευταία οπισθογράφηση εν λευκώ, και στον οποίο περιήλθε η επιταγή μετά από αποξένωσή της από τον νόμιμο κάτοχό της για οποιονδήποτε λόγο (συμπεριλαμβανομένης κλοπής, ληστείας, πειρατείας και καταστροφής της επιταγήςάρ. 68 ν. 5960/1933), αν δεν απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη, ή αν δεν διέπραξε κατά την κτήση της βαρύ πταίσμα, αν η επιταγή ακυρωθεί για οποιονδήποτε λόγο, έχει εναντίον του ακυρώσαντος αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμούάρ. 67 παρ. 1 ν. 5960/1933 με πενταετή παραγραφή από την έκδοση της επιταγήςάρ. 67 παρ. 2 ν. 5960/1933. O νόμιμος κομιστής επιταγής στον κομιστήάρ. 69 ν. 5960/1933 που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων με την τελευταία οπισθογράφηση εν λευκώ, και στον οποίο περιήλθε η επιταγή μετά από αποξένωσή της από τον νόμιμο κάτοχό της, αν δεν απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη, ή αν δεν διέπραξε κατά την κτήση της βαρύ πταίσμα, αν η επιταγή ακυρωθεί για οποιονδήποτε λόγο, έχει εναντίον του ακυρώσαντος αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμούάρ. 67 παρ. 1 ν. 5960/1933 με πενταετή παραγραφή απο την έκδοση της επιταγήςάρ. 67 παρ. 2 ν. 5960/1933.

Δικαιώματα αυτού που πλήρωσε την επιταγή εξ αναγωγής

Ο οπισθογράφοςάρ. 44 παρ. 3 ν. 5960/1933 ή ο τριτεγγυητήςάρ. 27 παρ. 3 ν. 5960/1933άρ. 44 παρ. 3 ν. 5960/1933 που πλήρωσε την επιταγή δικαιούται να εναγάγει τους προηγούμενούς του οπισθογράφουςάρ. 17 παρ. 1 ν. 5960/1933, τριτεγγυητέςάρ. 27 παρ. 1 ν. 5960/1933 και τον εκδότηάρ. 12 παρ. 1 ν. 5960/1933. Ο υπόχρεος που πλήρωσε την επιταγή δικαιούται να απαιτήσει

  • το ποσό που πλήρωσε, και
  • τόκους επί του ποσού από την ημέρα της που κατέβαλε το ποσό, και
  • τα έξοδα που κατέβαλε.

Οι επιταγές που εκδόθηκαν και είναι πληρωτέες στην Ελλάδα τοκοφορούν κατά το γενικό επιτόκιο υπερημερίας, κάθε άλλη επιταγή με 6%. Ο υπόχρεος που πλήρωσε την επιταγή εξ αναγωγής μπορεί να ζητήσει την παράδοση της μαζί με τη βεβαίωση της τράπεζα περί μη πληρωμής(ή τη βεβαίωση συμψηφιστικού γραφείου ή το διαμαρτυρικό)άρ. 47 παρ. 1 ν. 5960/1933. Ο οπισθογράφος που πλήρωσε την επιταγή δικαιούται να διαγράψει την οπισθογράφησή του και αυτές των επόμενων οπισθογράφωνάρ. 47 παρ. 2 ν. 5960/1933

Μη υπόχρεοι έναντι οποιουδήποτε κομιστή

Έναντι του κομιστή της επιταγής δεν ευθύνεται

  • ο οπισθογράφος που έθεσε νόμιμα ρήτρα περί μη ευθύνης τουάρ. 18 παρ. 1 ν. 5960/1933, ή
  • ο οπισθογράφος που απαγόρευσε με ρήτρα περαιτέρω οπισθογραφήσεις έναντι των επόμενων οπισθογράφων και τριτεγγυητώνάρ. 18 παρ. 2 ν. 5960/1933

Διαταγή πληρωμής βάσει εμπρόθεσμα εμφανισμένης επιταγής

Στη σχετική διαταγή πληρωμής αρκεί να αναφέρεται το νόμιμο και εμπρόθεσμο της εμφάνισης της επιταγής και η βεβαίωση μη πληρωμής με κάποιον από τους τρόπους που προβλέπονται στο άρ. 40 ν. 5960/1933. Δεν απαιτείται να αναφέρεται

  • ο αριθμός λογαριασμού του εκδότη, ή
  • ο χρόνος εμφάνισης της επιταγής, ή
  • ο τόπος εμφάνισης της επιταγής31012/1995 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης, ή
  • το κατάστημα στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός του εκδότη5441/2008 Εφ.Αθηνών, ή
  • το κατάστημα πληρωμής της επιταγής5441/2008 Εφ.Αθηνών.

Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε βάσει εμπρόθεσμα εμφανισμένης επιταγής εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων7196/1998 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Κατά μια άποψη, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε βάσει άκυρης επιταγής που μετατράπηκε σε χρεωστικό ομόλογο εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία. Και αυτό, κατ’ αναλογία των διατάξεων που ισχύουν για τη μετατραπείσα άκυρη συναλλαγματική369/2004 Ειρ.Ρόδου. Η κατά τόπον αρμοδιότητα για την έκδοση διαταγής πληρωμής κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις, καθώς δεν υπάρχει ειδική πρόβλεψη. Άρα, αν υπάρχουν δωσιδικίες, ο δανειστής μπορεί να επιλέξει το δικαστήριο που θέλει (γενικής ή ειδικής δωσιδικίας οποιουδήποτε οφειλέτη, δικαστήριο του τόπου έκδοσης πληρωμής, αποδοχής ή είσπραξης του αξιογράφου, αρμοδιότητα κατά συμφωνημένη παρέκταση)άρ. 321 ΑΚάρ. 1 ν. 5960/1933άρ. 2 ν. 5960/1933άρ. 8 ν. 5960/1933. Το δικαστήριο αυτό γίνεται και το αποκλειστικά κατά τόπον αρμόδιο για την ανακοπή του άρ. 632 ΚΠολΔ ή άρ. 633 ΚΠολΔ, κατά την επικρατούσα άποψη.

Ενστάσεις προβαλλόμενες κατά του κομιστή

Η υποχρέωση που γεννάται από την υπογραφή επί της επιταγής είναι αυτοτελής για τον κάθε υπογράφοντα. Η απαλλαγή ενός οφειλέτη από την ευθύνη του με την προβολή ένστασης δεν καταργεί την ευθύνη των υπόλοιπων εκ του τίτλου υποχρέων. Υπογραφές που για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορούν να δημιουργήσουν υποχρεώσεις για τους υπογράφοντες ή τους εντολείς αυτών (συμπεριλαμβανομένης της ανικανότητας προς ανάληψη υποχρεώσεων από επιταγή, πλαστότητα, ανυπαρξία προσώπου) δεν επιδρούν στην εγκυρότητα των υποχρεώσεων των υπόλοιπων υπογραφόντωνάρ. 10 ν. 5960/1933.

Ένσταση έλλειψης υποκείμενης αιτίας

Ο εναγόμενος μπορεί να προτείνει ότι όταν υπέγραψε την επιταγή την υπέγραψε για συγκεκριμένη αιτία, ωστόσο η αιτία αυτή είναι ανύπαρκτη. Αν το δικαστήριο κάνει δεκτό τον ισχυρισμό, ο εναγόμενος ελευθερώνεται από την οφειλή του βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμούΑΠ 692/2008.

Στην επιταγή εις διαταγή
Ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης του κομιστή

Ο οφειλέτης ισχυρίζεται ότι

  • ο κομιστής της επιταγής αφαίρεσε την επιταγή από τον προγενέστερο κομιστή δολίως, ή
  • ο κομιστής της επιταγής απέκτησε την επιταγή γνωρίζοντας ότι ο προκάτοχός του τον κατείχε μετά από δόλια αφαίρεση.

Για την εδραίωση κακής πίστης του τρίτου δεν απαιτείται συμπαιγνία μεταβιβάζοντος και αποκτώντος. Αρκεί ο τρίτος να γνωρίζει ότι ο μεταβιβάζων δεν είναι κύριος του τίτλου και ότι από τη μεταβίβαση θα προέλθει βλάβη στον αληθινό κύριο. Η ίδια ένσταση υπάρχει και όταν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο κομιστής κατά την κτήση του τίτλου βρισκόταν σε βαριά αμέλεια (πχ. δεν πρόσεξε φανερά σημάδια παραποίησης του τελευταίου ονόματος, ή υπερβολική ομοιότητα έστω κάποιων υπογραφών). Σε περίπτωση τελεσφόρησης της ένστασης η διαταγή πληρωμής ή η αγωγή κρίνεται απαράδεκτη.

Ένσταση πλαστότητας της υπογραφής του οφειλέτη

Ο οφειλέτης ισχυρίζεται ότι η υπογραφή του πλαστογραφήθηκε, άρα δεν δήλωσε ο ίδιος βούληση. Κατά μια άποψη, η ένσταση πλαστότητας είναι απαράδεκτη αν δεν προσκομίζονται τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα, αν δεν κατονομάζονται οι μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Κατ’ άλλη άποψη, η ένσταση δεν είναι απαράδεκτη για τον λόγο αυτό. Για την παραδεκτή προβολή της ένστασης πλαστότητας ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενιστάμενου πρέπει να παρίσταται μετά του ενιστάμενου κατά τη συζήτηση ή να έχει ειδικό πληρεξούσιο περί προσβολής του εγγράφου ως πλαστούάρ. 98 περ. β ΚΠολΔ ή να έχει κατατεθεί μήνυση για πλαστογραφία. Δεν αρκεί η προσυπογραφή των προτάσεων από τον ενιστάμενο διάδικο αν ο ίδιος δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση. Η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής αποτελεί ένσταση, και όχι άρνηση, άρα το βάρος απόδειξης φέρει ο ίδιος ο προτείνων την ένσταση πλαστότητας, κατά παρέκκλιση από το άρ. 457 ΚΠολΔ, και μπορεί να χρησιμοποιήσει κάθε αποδεικτικό μέσο, ακόμη και μάρτυρες. Αν εκκρεμεί ποινική δίωξη για τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή κατ’ αίτηση του διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίαςάρ. 250 ΚΠολΔ. Ακόμη και αν δεν υπάρχει εκκρεμής ποινική δίωξη, αν στο δικαστήριο γεννώνται σοβαρές υπόνοιες κατά ορισμένου προσώπου για πλαστογραφία, αυτό μπορεί να αναβάλλει τη δίκη μέχρι το τέλος της ποινικής δίκηςάρ. 461 ΚΠολΔάρ. 462 ΚΠολΔ. Δεν τελείται πλαστογραφία, αν η επιταγή φέρει υπογραφή του εκδότηΑΠ 923/2002, αν ο εκδότης και ο λήπτης είχαν συμφωνήσει κάποιο στοιχείο να συμπληρωθεί αργότερα, και ο λήπτης-κομιστής συμπληρώσει το στοιχείο αντίθετα με τη συμφωνίαΑΠ 923/2002, ακόμη και αν το στοιχείο αυτό είναι το ποσόΑΠ 923/2002. Τελείται πλαστογραφία, αν η επιταγή φέρει υπογραφή του εκδότη, αν ο εκδότης και ο λήπτης δεν είχαν συμφωνήσει να συμπληρωθεί κάποιο στοιχείο αργότερα, και ο λήπτης-κομιστής συμπληρώσει το στοιχείοΑΠ 839/1994.

Ένσταση αλλοίωσης του περιεχομένου του τίτλου

Ο οφειλέτης ισχυρίζεται ότι μετά τη θέση της υπογραφής του στην επιταγή σημειώθηκαν αλλαγές στο κείμενό της. Οι αλλαγές μπορεί να συνίστανται σε προσθήκες, διαγραφές, σβήσιμο ή μεταβολές στοιχείων του κειμένου (πχ του ποσού, του χρόνου λήξης, ρητρών), να προκλήθηκαν εσκεμμένα ή τυχαία (πχ πλαστογραφία από τρίτο, τυχαία κάλυψη στοιχείων με κηλίδες μελανιού). Η ευθύνη των υπογραφέων εξαρτάται από τον περιεχόμενο της επιταγής τη στιγμή που υπογράφουν. Αν το κείμενο αλλοιωθεί, οι υπογραφείς που υπέγραψαν πριν την αλλοίωση ευθύνονται βάσει του αρχικού κειμένου το οποίο υπέγραψαν, ενώ επόμενοι υπογραφείς ευθύνονται βάσει του αλλοιωμένου κειμένουάρ. 51 ν. 5960/1933. Υποστηρίζεται ότι αν ο οφειλέτης υπέγραψε πριν την αλλοίωση αλλά συναίνεσε ή ενέκρινε αυτήν, ευθύνεται κατά τους όρους του αλλοιωθέντος κειμένου. Ο ενιστάμενος έχει το βάρος απόδειξης της αλλοίωσης και του ότι η υπογραφή του προηγήθηκε της αλλοίωσης. Προς αυτό μπορεί να χρησιμοποιήσει κάθε αποδεικτικό μέσο. Αν ο οφειλέτης συμπλήρωσε αμελώς την επιταγή (πχ έγγραψε το ποσό μόνο με αριθμούς) μπορεί να δημιουργηθεί ευθύνη έναντί του γιατί με τη συμπεριφορά του διευκόλυνε τη νόθευση του κειμένου του τίτλουάρ. 281 ΑΚάρ. 300 ΑΚ. Σε περίπτωση αλλοίωσης του ποσού της επιταγής, ο οφειλέτης που εξοφλεί πλήρως την υποχρέωση που είχε αναλάβει και είναι μικρότερη της τελικά αναφερόμενης δεν πρέπει να ζητήσει την παράδοση της επιταγής αλλά μόνο εξοφλητική απόδειξη. Διαφορετικά, χωρίς τον τίτλο, ο κομιστής δεν θα μπορεί να στραφεί κατά των οφειλετών που ανέλαβαν την αλλοιωμένη υποχρέωση και να απαιτήσει το επιπλέον ποσό το οποίο δικαιούται.

Ένσταση έλλειψης ή υπέρβασης της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του υπογράψαντος

Αν κάποιος θέσει την υπογραφή του στην επιταγή έναντι άλλου, χωρίς να είναι αντιπρόσωπός του ή καθ’ υπέρβαση της εξουσίας του ως αντιπροσώπου, η υποχρέωση από την επιταγή βαρύνει αυτόνάρ. 11 παρ. 1 εδ. 2 ν. 5960/1933άρ. 11 παρ. 2 ν. 5960/1933. Αν πλήρωσε, έχει τα δικαιώματα που θα είχε ο φερόμενος ως εκπροσωπηθείςάρ. 11 παρ. 1 εδ. 2 ν. 5960/1933άρ. 11 παρ. 2 ν. 5960/1933. Ο αντιπροσωπευόμενος μπορεί να αντιτάξει ακόμη και κατά καλόπιστου κομιστή τη σχετική ένστασηΑΠ 574/2001. Τέτοια υπέρβαση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας υπάρχει και όταν ο διαχειριστής εταιρείας υπογράφει, χωρίς ρητή προς αυτό εξουσιοδότηση, επιταγή έκδοσης της εταιρείας με τον ίδιο ως δικαιούχοΑΠ 574/2001. Αυτός που στερήθηκε, για οποιονδήποτε λόγο, την κατοχή της επιταγής δεν μπορεί να διεκδικήσει την επιταγή από τον κομιστή που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογράφησης εκτός αν ο κομιστής αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή διαπράττοντας βαριά αμέλειαάρ. 21 ν. 5960/1933άρ. 19 ν. 5960/1933.

Ένσταση αντισυμβατικής συμπλήρωσης της εν λευκώ επιταγής

Αν η συμπλήρωση της εν λευκώ επιταγής γίνει αντισυμβατικά, η σχετική ένσταση μπορεί να ταχθεί κατά του κομιστή μόνο αν αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή διαπράττοντας βαρύ πταίσμαάρ. 13 ν. 5960/1933.

Ένσταση έλλειψης αιτίας έκδοσης της επιταγής

Η επιταγή είναι μεν αναιτιώδης δικαιοπραξία (δηλ. δεν απαιτείται να αναγράφεται πάνω της η αιτία έκδοσης) πλην όμως δεν μπορεί να δημιουργηθεί υποχρέωση χωρίς αιτίαάρ. 1 ν. 5960/1933άρ. 21 ν. 5960/1933άρ. 22 ν. 5960/1933άρ. 28 ν. 5960/19331682/1991 Εφ.Θεσσαλονίκης. (Πχ., οφειλή από παίγνιο ή στοίχημα1682/1991 Εφ.Θεσσαλονίκης2130/1987 Εφ.Αθηνών) Τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις τους από τις προσωπικές σχέσεις τους με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, μόνο αν ο κομιστής κατά την κτήση της επιταγής ενήργησε εν γνώσει του προς βλάβη του οφειλέτηάρ. 22 ν. 5960/1933. Η υποχρέωση που γεννάται από την υπογραφή επί της επιταγής είναι αυτοτελής για τον κάθε υπογράφοντα. Υπογραφές που για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορούν να δημιουργήσουν υποχρεώσεις για τους υπογράφοντες ή τους εντολείς αυτών (συμπεριλαμβανομένης της ανικανότητα προς ανάληψη υποχρεώσεων από επιταγή, πλαστότητα, ανυπαρξία προσώπου) δεν επιδρούν στην εγκυρότητα των υποχρεώσεων των υπολοίπων υπογραφέωνάρ. 10 ν. 5960/1933. Ο θάνατος του εκδότη ή η ανικανότητά του μετά την έκδοση της επιταγής δεν θίγουν τα αποτελέσματά τηςάρ. 33 ν. 5960/1933. Ο επικαλούμενος κατά του κομιστή τη μη τήρηση της προθεσμίας εμφάνισης βαρύνεται με την απόδειξη περί αυτούάρ. 43 ν. 5960/1933.

Στην ανώνυμη επιταγή / επιταγή στον κομιστή
Στην ονομαστική επιταγή

Κατά του κομιστή – εκδοχέα ο οφειλέτης μπορεί να προβάλει όλες τις ενστάσεις που είχε κατά του εκχωρητήάρ. 463 ΑΚ. Οι ενστάσεις πρέπει να υφίστανται πριν την αναγγελίαάρ. 463 ΑΚ. Κατά τη νομολογία αρκεί κατά τον χρόνο της αναγγελίας να υφίσταται ο νομικός λόγος ή η βάση της ένστασης, ακόμη και αν τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν επήλθαν μετά την αναγγελία (πχ εκπλήρωση διαλυτικής αίρεσης, επέλευση παραγραφής μετά την αναγγελία).

Μη εμφάνιση / Εκπρόθεσμη εμφάνιση – Αγωγή βάσει αιτιώδους σχέσης ή αδικαιολόγητου πλουτισμού

Η επιταγή που δεν εμφανίστηκε εμπρόθεσμα και γι’ αυτό δεν σφραγίστηκε παραμένει έγκυρη και ως τέτοια δεν μπορεί να μετατραπεί σε άλλη δικαιοπραξία και να λειτουργήσει ως αφηρημένη υπόσχεση / αναγνώριση χρέους ή χρεωστικό ομόλογο παροχής χρημάτων3066/2003 Εφ.Θεσσαλονίκης616/2002 Εφ.Λάρισας1121/2000 Εφ.Θεσσαλονίκης162/2000 Πολ.Πρ.ΛάρισαςΑΠ 1459/19992079/1991 Μον.Πρ.Αθηνών53/1987 Μον.Πρ.Αγρινίου. Στην περίπτωση αυτή ο κομιστής πρέπει να ασκήσει αγωγή βάσει της υποκείμενης σχέσης, ή, αν αυτή δεν μπορεί να επιδιωχθεί, να ασκήσει την παρεχόμενη αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμούάρ. 60 ν. 5960/19333066/2003 Εφ.Θεσσαλονίκης. Η σχετική αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού έχει πενταετή παραγραφή από τη χρονολογία έκδοσης της επιταγήςάρ. 60 παρ. 2 ν. 5960/1933.

Άκυρη επιταγή

Ακυρότητα για τυπικούς λόγους

Ο εκδότης και ο πρώτος κομιστής της άκυρης επιταγής τεκμαίρεται ότι ήθελαν τη μετατροπή της σε άλλη δικαιοπραξία (δεν απαιτείται αναφορά των προϋποθέσεων του άρ. 182 ΑΚ)ΑΠ 392/2001. Μεταξύ οπισθογράφου και νόμιμου κομιστή δεν υπάρχει τέτοιο τεκμήριο861/2000 Εφ.Θεσσαλονίκης. Ο οφειλέτης που στρέφεται εναντίον τους πρέπει να αποδείξει ο ίδιος ότι δεν είχαν τέτοια πρόθεση7643/1995 Εφ.Αθηνών. Μετατροπή μπορεί να γίνει σε

  • χρεωστικό ομόλογο παροχής χρημάτωνάρ. 76 εδ. β νδ. 17-07/13-08-1923(αν ο εκδότης είναι έμπορος)1601/2003 Εφ.Αθηνών369/2004 Ειρ.Ρόδου576/2002 Ειρ.Θεσσαλονίκης, ή
  • αφηρημένη υπόσχεση χρέουςάρ. 873 ΑΚ1601/2003 Εφ.Αθηνών, ή
  • έκταξη, ή
  • εμπορική εντολή πληρωμής (αν εκδότης και λήπτης είναι έμποροι)861/2000 Εφ.Θεσσαλονίκης.

Η έλλειψη της χρονολογίας ανάληψης της υποχρέωσης από αφηρημένη υπόσχεση χρέους δεν επιδρά στην εγκυρότητά της9175/1986 Εφ.Αθηνών Η οπισθογράφηση που τέθηκε επί άκυρης επιταγής μετατρέπεται σε άλλη νομική πράξη ανάλογα με τη δικαιοπραξία στην οποία μετατρέπεται η επιταγή. Η οπισθογράφηση άκυρης επιταγής που μετατρέπεται σε χρεωστικό ομόλογο ισχύει ως οπισθογράφηση κατά αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί οπισθογράφησης συναλλαγματικών/ γραμματίων εις διαταγήν. 5325/19326741/2007 Εφ.Αθηνών5533/2004 Εφ.Αθηνών. Ο νόμιμος, μετά από οπισθογράφηση, κομιστής που μετατρέπει την άκυρη επιταγή σε χρεωστικό ομόλογο πρέπει να αποδεικνύει την εκχώρηση της απαίτησης (είτε να αναφέρεται αυτή στο έγγραφο του χρεωστικού ομολόγου, είτε στην αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής) προκειμένου να στραφεί κατά του εκδότη861/2000 Εφ.Θεσσαλονίκης. Η άκυρη επιταγή που μετατρέπεται σε αφηρημένη υπόσχεση χρέους μεταβιβάζεται με εκχώρηση της απαίτησης που φέρει ο οπισθογράφος κατά του εκδότη της6741/2007 Εφ.Αθηνών576/2002 Ειρ.Θεσσαλονίκης11036/1990 Εφ.Αθηνών. Για να γεννήσει δικαιώματα η εκχώρηση για τον εκδοχέα πρέπει να γίνει σχετική αναγγελία στον εκδότη20/1996 Μον.Πρ.Άρτας. Τέτοια αναγγελία συνιστά και η επίδοση της απορρέουσας διαταγής πληρωμής20/1996 Μον.Πρ.Άρτας Κατά μια άποψη, με την τυπικά άκυρη επιταγή εξομειώνεται και η διαδικαστικά ανενεργής, για τον εκ οπισθογραφήσεως κομιστή, δίγραμμη επιταγή8413/2003 Εφ.Αθηνών Σε περίπτωση ακυρότητας για τυπικούς λόγους, άκυρη καθίσταται και η τριτεγγύηση, η οποία μπορεί να ισχύσει κατά μετατροπή σε εγγύηση του ΑΚ8413/2003 Εφ.Αθηνών1601/2003 Εφ.Αθηνών.

Μετατροπή σε άλλη δικαιοπραξία και μεταβίβαση

Με τη μετατροπή της επιταγής σε άλλη σύμβαση, δημιουργείται νέα απαίτηση, ξεχωριστή της επιταγής, μεταξύ του εκδότη και του λήπτη. Οι οπισθογραφήσεις κρίνονται εκ νέου για το αν αποτελούν έγκυρη οπισθογράφηση χρεωστικού ομολόγου. Η οπισθογράφηση που τέθηκε πριν τη μετατροπή της επιταγής, μπορεί από μόνη της, μετά τη μετατροπή σε χρεωστικό ομόλογο, να αποτελέσει μόνο άτυπη εκχώρηση μεταξύ οπισθογράφου και κομιστή (εκχωρητή – εκδοχέα), καθώς δεν προκύπτει από το έντυπο η αποδοχή της εκχώρησης από τον εκδοχέα. Από τέτοια άτυπη εκχώρηση δεν μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, διότι δεν προκύπτει άμεσα από τον τίτλο η υποχρέωση πληρωμής του εκχωρητή861/2000 Εφ.Θεσσαλονίκης. Με την παραγραφή της επιταγής αποδυναμώνονται τα εξ αυτής δικαιώματα. Άρα αποδυναμώνονται και τα δικαιώματα του νόμιμου, μετά από οπισθογράφηση, κομιστή της επιταγής.

Παραγραφή αξίωσης από άκυρη επιταγή που μετατράπηκε σε άλλη δικαιοπραξία

Η αξίωση από άκυρη επιταγή που μετατράπηκε σε άλλη δικαιοπραξία έχει εικοσαετή παραγραφήάρ. 249 ΑΚ1623/1998 Εφ.Αθηνών.

Διαταγή πληρωμής βάσει άκυρης επιταγής που μετατράπηκε σε άλλη δικαιοπραξία

Η αίτηση της διαταγής πληρωμής πρέπει να αναφέρει ότι η επιταγή ισχύει κατά μετατροπή ως χρεωστικό ομόλογο ή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, και ότι φέρει όλα τα εκ του νόμου στοιχεία τουςΑΠ 392/2001 Το χρεωστικό ομόλογο ή η αφηρημένη υπόσχεση χρέους πρέπει να χαρτοσημανθεί από την αρμοδια ΔΟΥ πριν την έκδοση διαταγής πληρωμής (2% ή 3% επί του κεφαλαίου και τόκων, συν 20% επ’ αυτού προσαύξηση υπέρ ΟΓΑ)άρ. 14 πδ. 28-07-1931 (ΦΕΚ Α 239/28-07-1931)άρ. 15 πδ. 28-07-1931άρ. 12 πδ. 28-07-1931άρ. 13 πδ. 28-07-193112607/2005 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Η αίτηση και η απόφαση διαταγής πληρωμής βάσει χρεωστικού ομολόγου ή αφηρημένης υπόσχεσης χρέους δεν απαιτείται να αναφέρει τον αριθμό του διπλοτύπου χαρτοσήμανσης της ΔΟΥ369/2004 Ειρ.Ρόδου.

Ακυρότητα λόγω εκπρόθεσμης εμφάνισης

Μετατροπήάρ. 182 ΑΚ μπορεί να γίνει σε

  • χρεωστικό ομόλογο παροχής χρημάτωνάρ. 76 εδ. β νδ. 17-07/13-08-1923 (αν ο εκδότης είναι έμπορος)5533/2004 Εφ.Αθηνών2162/1999 Εφ.Θεσσαλονίκης187/1993 Εφ.Θεσσαλονίκης341/1983 Μον.Πρ.Έδεσσας, ή
  • αφηρημένη υπόσχεση χρέους2162/1999 Εφ.Θεσσαλονίκης5467/1990 Μον.Πρ.Αθήνας (διαταγή πληρωμής)341/1983 Μον.Πρ.Έδεσσας.

Οι τόκοι στη διαταγή πληρωμής βάσει άκυρης, λόγω μη εμπρόθεσμης εμφάνισης, επιταγής που μετατράπηκε οφείλονται από την ημερομηνία εμφάνισης της άκυρης και μετατραπείσας επιταγής5533/2004 Εφ.Αθηνών.

Παραγεγραμμένη επιταγή

Η επιταγή που παραγράφηκε λόγω άπρακτης παρέλευσης εξαμήνου από την εμφάνισή της δεν μπορεί να μετατραπεί σε άλλη δικαιοπραξία83/2007 Ειρ.Ναυπλίου43/2005 Εφ.Ιωαννίνων616/2002 Εφ.Λάρισας6/2002 Μον.Πρ.Ρόδου. Η μεταβίβαση της απαίτησης από χρεωστικό ομόλογο γίνεται με οπισθογράφηση ή με εκχώρηση.

Τριτεγγύηση

Με την τριτεγγύηση, ο τριτεγγυητής εγγυάται υπέρ του εκδότη ή οπισθογράφου την πληρωμή όλου ή μέρους του ποσού της επιταγήςάρ. 25 παρ. 1 ν. 5960/1933. Η εγγύηση δίνεται προς κάποιο υπογραφέα της επιταγής ή κάποιον τρίτο, εκτός της πληρώτριαςάρ. 25 παρ. 2 ν. 5960/1933. Ο τριτεγγυητής ευθύνεται εις ολόκληρον με τον υπέρ ουάρ. 27 παρ. 1 ν. 5960/1933, και η ευθύνη του είναι ανεξάρτητα από το έγκυρο της ενοχής του υπέρ ου, εκτός αν αυτή είναι άκυρη λόγω τυπικής έλλειψηςάρ. 27 παρ. 2 ν. 5960/1933. Για να έχει ισχύ η τριτεγγύηση, ο τριτεγγυητής πρέπει να έχει ικανότητα για δικαιοπραξίαάρ. 58 ν. 5960/1933. Για να είναι έγκυρη η τριτεγγύηση πρέπει να τεθεί η υπογραφή του τριτεγγυητήάρ. 26 παρ. 2 ν. 5960/1933 πάνω στην επιταγή ή το πρόσθεμαάρ. 26 παρ. 1 ν. 5960/1933 με τις λέξεις δια τριτεγγύησηάρ. 26 παρ. 2 ν. 5960/1933. Και μόνη η υπογραφή τρίτου, όμως, στο εμπρόσθιο τμήμα της επιταγής ισχύει ως τριτεγγύησηάρ. 26 παρ. 3 ν. 5960/1933. Αν ο υπέρ ου η τριτεγγύηση δεν κατονομάζεται, η τριτεγγύηση θεωρείται ότι δίνεται υπέρ του εκδότηάρ. 26 παρ. 4 εδ. 2 ν. 5960/1933. Τριτεγγυητής δεν μπορεί να είναι η πληρώτριαάρ. 25 παρ. 2 ν. 5960/1933.

Πληρωμή από την τράπεζα

Η επιταγή (ακόμη και μεταχρονολογημένη) είναι πληρωτέα εν όψειάρ. 28 παρ. 1 ν. 5960/1933άρ. 28 παρ. 2 ν. 5960/1933. Η τράπεζα έχει εντολή από τον εκδότη της επιταγής να πληρώσει. Αν η τράπεζα παραβεί τη σχέση εντολής ευθύνεται έναντι του εκδότη, ποτέ έναντι του κομιστή. Ενδεικτικά, παράβαση της εντολής συνιστά η άρνηση πληρωμής εμπρόθεσμα εμφανισμένης και έγκυρης επιταγής, η πληρωμή άκυρης επιταγής, η πληρωμή της επιταγής παρά την ανάκληση του εκδότη. Η πληρώτρια, αφού πληρώσει την επιταγή, δικαιούται να απαιτήσει να της αποδοθεί η εξοφλημένη επιταγήάρ. 34 παρ. 1 ν. 5960/1933. Ο κομιστής δεν μπορεί να αρνηθεί μερική πληρωμήάρ. 34 παρ. 2 ν. 5960/1933. Η πληρώτρια μπορεί να απαιτήσει να γίνει μνεία της μερικής πληρωμής επί της επιταγής και να δοθεί βεβαίωση μερικής εξόφλησηςάρ. 34 παρ. 3 ν. 5960/1933. Αν η επιταγή πληρωθεί μερικά λόγω μη διαθεσίμων κεφαλαίων, η τράπεζα οφείλει να σημειώσει επί της επιταγής την τμηματική εξόφληση και την έλλειψη υπολοίπων διαθεσίμων κεφαλαίων. Η πληρώτρια, όταν πρόκειται να πληρώσει επιταγή εις διαταγή υποχρεούται να εξακριβώσει την κανονικότητα της συνέχειας των οπισθογραφήσεων, όχι όμως και την υπογραφή των οπισθογράφωνάρ. 35 ν. 5960/1933. Η τράπεζα μπορεί να πληρώσει την επιταγή και μετά την προθεσμία εμφάνισης, αν δεν έχει ανακληθείάρ. 32 παρ. 2 ν. 5960/1933. Πρακτικά, οι τράπεζες έρχονται σε συνεννόηση με τον πελάτη τους για το αν θα πληρώσουν ή όχι εκπρόθεσμες επιταγές. Η ανάκληση της επιταγής ισχύει, κατά τον νόμο, μόνο μετά την προθεσμία εμφάνισηςάρ. 32 παρ. 1 ν. 5960/1933. Στην πράξη οι τράπεζες δέχονται άκαιρη ανάκληση

  • μετά από συνεννόηση με τον πελάτη τους (στοιχειοθετείται έκδοση ακάλυπτης επιταγής), ή
  • λόγω κάποιας ουσιαστικής ή τυπικής έλλειψης, απώλεια μπλοκ επιταγών κλπ. Συνηθίζεται η τράπεζα να ζητά για τα ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση περί ανάκλησης της επιταγής στην οποία να αναφέρεται ο λόγος ανάκλησης, με ρήτρα με την οποία ο πελάτης υποχρεούται να καταβάλλει σ’ αυτήν οποιοδήποτε έξοδο σχετικό με την επιταγή αναγκάστηκε η Τράπεζα να πραγματοποιήσει (τόκους, δικαστικά ή άλλα έξοδα κλπ).

Ρήτρες στην επιταγή

Πληρωτέα σε λογαριασμό, Αξία σε πίστωση λογαριασμού

Τη σχετική ρήτρα ή ισοδύναμη μπορεί να θέσει ο εκδότης ή ο κομιστήςάρ. 39 παρ. 1 ν. 5960/1933. Με τη ρήτρα, η επιταγή δεν μπορεί να πληρωθεί σε μετρητά, αλλά μόνο να πιστωθεί σε τραπεζικό λογαριασμό του κομιστήάρ. 39 παρ. 1 ν. 5960/1933άρ. 39 παρ. 2 ν. 5960/1933ΑΠ 172/2009. Ο λογιστικός κανονισμός μπορεί να γίνει με πίστωση σε λογαριασμό, γύρο ή συμψηφισμόάρ. 39 παρ. 2 ν. 5960/1933. Η διαγραφή της σχετικής ρήτρας θεωρείται ως μη γενόμενηάρ. 39 παρ. 3 ν. 5960/1933. Αν η πληρώτρια αθετήσει τις διατάξεις περί τη ρήτρα, ευθύνεται για τη ζημία που προκλήθηκε μέχρι του ποσού της επιταγήςάρ. 39 παρ. 4 ν. 5960/1933.

Ανέξοδος επιστροφή, Άνευ διαμαρτυρικού

Τη σχετική ρήτρα ή ισοδύναμη μπορεί να θέσει ο εκδότηςάρ. 43 παρ. 1 ν. 5960/1933, ο οπισθογράφοςάρ. 43 παρ. 1 ν. 5960/1933 ή ο τριτεγγυητήςάρ. 43 παρ. 1 ν. 5960/1933, πάνω στον τίτλοάρ. 43 παρ. 1 ν. 5960/1933 και να την υπογράψειάρ. 43 παρ. 1 ν. 5960/1933. Με τη ρήτρα, ο κομιστής δεν χρειάζεται βεβαίωση από την τράπεζα, ή από συμφηφιστικό γραφείο ή διαμαρτυρικό, πριν ασκήσει την αναγωγήάρ. 43 παρ. 1 ν. 5960/1933. Αν τη ρήτρα υπέγραψε ο εκδότης

  • το αποτέλεσμά της ισχύει για όλους τους υπογεγραμμένουςάρ. 43 παρ. 3 ν. 5960/1933 και
  • τα έξοδα σύνταξης διαμαρτυρικού ή βεβαίωσης που συνέταξε ο κομιστής, παρά τη σχετική ρήτρα, βαρύνουν τον κομιστήάρ. 43 παρ. 4 ν. 5960/1933

Αν τη ρήτρα υπέγραψε ο οπισθογράφος ή ο τριτεγγυητής

  • το αποτέλεσμά της ισχύει μόνο για τους ίδιουςάρ. 43 παρ. 3 ν. 5960/1933 και
  • τα έξοδα σύνταξης διαμαρτυρικού ή βεβαίωσης που συνέταξε ο κομιστής, παρά τη σχετική ρήτρα, μπορούν να αναζητηθούν από κάθε υπογραφέαάρ. 43 παρ. 4 ν. 5960/1933

Ο κομιστής επιταγής που δεν πληρώθηκε και φέρει τον όρο “ανέξοδος επιστροφή”, ειδοποιεί τον οπισθογράφο του και τον εκδότη εντός τεσσάρων ημερών από την ημέρα της εμφάνισης της επιταγήςάρ. 42 παρ. 1 ν. 5960/1933.

Δίγραμμη επιταγή

Ο εκδότης ή ο κομιστής της επιταγήςάρ. 37 παρ. 1 ν. 5960/1933μπορούν να την καταστήσουν δίγραμμη, θέτοντας δύο παράλληλες γραμμές στο μπροστά τμήμα τηςάρ. 37 παρ. 2 ν. 5960/1933 Η διγράμμιση είναι γενική όταν δεν αναφέρει τίποτα μεταξύ των γραμμών ή αναγράφει μόνο τον όρο “τραπεζίτης” ή ισοδύναμοάρ. 37 παρ. 3 ν. 5960/1933. Η διγράμμιση είναι ειδική όταν μεταξύ των γραμμών αναγράφεται το όνομα συγκεκριμένης τράπεζας ή υποκατάστημά τηςάρ. 37 παρ. 3 ν. 5960/1933. Με τη γενική διγράμμιση, την επιταγή μπορεί να πληρώσει η αναγραφόμενη επί της επιταγής ως πληρώτρια τράπεζα, αλλά μόνο σε άτομο που είναι πελάτης της ή σε κάποια άλλη τράπεζαάρ. 38 παρ. 1 ν. 5960/19338567/2006 Εφ.Αθηνών. Με τη ειδική διγράμμιση, αν η τράπεζα που αναγράφεται ως πληρώτρια είναι ίδια με την τράπεζα που αναγράφεται μεταξύ της διγράμμισης, η επιταγή μπορεί να πληρωθεί μόνο σε πελάτη της τράπεζας. Αν η τράπεζα που αναγράφεται ως πληρώτρια είναι διαφορετική της τράπεζας μεταξύ της διγράμμισης, η επιταγή μπορεί να πληρωθεί μόνο στην τράπεζα που αναγράφεται μεταξύ της διγράμμισηςάρ. 38 παρ. 2 ν. 5960/1933ΑΠ 2059/2007. Η γενική διγράμμιση μπορεί να μετατραπεί σε ειδική αλλά όχι το αντίστροφοάρ. 37 παρ. 4 ν. 5960/1933. Η διαγραφή της διγράμμισης ή του ονόματος της τράπεζας θεωρείται ως μη γενομένηάρ. 37 παρ. 5 ν. 5960/1933. Αν η τράπεζα δεν τηρήσει τις διατάξεις περί διγράμμισης ευθύνεται για τη σχετική ζημία μέχρι του ποσού της επιταγήςάρ. 38 παρ. 4 ν. 5960/1933. Αν η τράπεζα πληρώσει την επιταγή σε άτομο που δεν είναι πελάτης της ή σε άλλη τράπεζα, δεν επέρχεται ακυρότητα της σφράγισης της επιταγής ή της ίδιας της επιταγήςΑΠ Ποιν. 393/2015, αλλά μόνο η τράπεζα έχει υποχρέωση αποζημίωσης, αν προκλήθηκε ζημία από την παραβίαση αυτήΑΠ Ποιν. 393/2015.

Ρήτρες που θεωρούνται ως μη γεγραμμένες

Ρήτρες επί της επιταγής περί τόκων θεωρούνται ως μη γεγραμμένες. Ρήτρες επί της επιταγής περί μη ευθύνης του εκδότη της θεωρούνται ως μη γεγραμμένεςάρ. 12 παρ. 2 ν. 5960/1933. Ρήτρες επί της επιταγής περί του να μην είναι πληρωτέα εν όψειάρ. 28 παρ. 1 εδ. 2 ν. 5960/1933. Επιταγές σε πολλαπλά αντίγραφα κατ’ άρ. 49 ν. 5960/1933. Επιταγές σε ξένο νόμισμα κατ’ άρ. 36 ν. 5960/1933.

Επιταγή πληρωτέα σε ξένη χώρα

Ο νόμος της χώρας στην οποία η επιταγή είναι πληρωτέα καθορίζει:

  • το αν η επιταγή είναι πάντα πληρωτέα εν όψει ή αν επιτρέπεται να είναι πληρωτέα υπό προθεσμία από την όψη, καθώς και τα αποτελέσματα της μεταχρονολόγησηςάρ. 75 περ. 1 ν. 5960/1933, και
  • την προθεσμία της εμφάνισηςάρ. 75 περ. 2 ν. 5960/1933, και
  • το αν η επιταγή μπορεί να γίνει αποδεκτή, να βεβαιωθεί, να επικυρωθεί ή να θεωρηθεί και ποια είναι τα αποτελέσματα των αναφορών αυτώνάρ. 75 περ. 3 ν. 5960/1933, και
  • το αν ο κομιστής μπορεί να απαιτήσει ή αν υποχρεούται να δεχθεί μερική πληρωμήάρ. 75 περ. 4 ν. 5960/1933, και
  • το αν η επιταγή μπορεί να είναι δίγραμμη ή αν μπορεί να περιέχει τη ρήτρα σε λογαριασμό ή ισοδύναμη έκφραση και ποια είναι τα αποτελέσματα της ρήτρας αυτής ή της ισοδύναμηςάρ. 75 περ. 5 ν. 5960/1933, και
  • το αν ο κομιστής έχει ειδικά δικαιώματα επί της προβλέψεως και ποια η φύση τουςάρ. 75 περ. 6 ν. 5960/1933, και
  • το αν ο εκδότης μπορεί να ανακαλέσει την επιταγή ή να αντισταθεί κατά την πληρωμής αυτήςάρ. 75 περ. 7 ν. 5960/1933, και
  • τα ληπτέα μέτρα σε περίπτωση απώλειας ή κλοπής της επιταγήςάρ. 75 περ. 8 ν. 5960/1933, και
  • το αν το διαμαρτυρικό ή η ισοδύναμη βεβαίωση είναι αναγκαία για τη διατήρηση του δικαιώματος της αναγωγής εναντίον των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υποχρέωνάρ. 75 περ. 9 ν. 5960/1933.

Ποινική ευθύνη

Ακάλυπτη επιταγή

Η έκδοση ακάλυπτης επιταγής στοιχειοθετείται αντικειμενικά αν

  • εκδοθεί έγκυρη επιταγή ΑΠ Ποιν. 393/2015, και
  • ο εκδότης υπογράψει επί της επιταγής στη θέση υπογραφής του εκδότη ΑΠ Ποιν. 393/2015, και
  • η επιταγή εμφανιστεί εμπρόθεσμα για πληρωμή ΑΠ Ποιν. 393/2015, και
    • ο εκδότης της επιταγής δεν διαθέτει, στον τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί στον πληρωτή, διαθέσιμα κεφάλαια άρ. 79 παρ. 1 ν. 5960/1933, τόσο κατά τον χρόνο έκδοσης, όσο και κατά τον χρόνο εμφάνισης προς πληρωμή της επιταγής ΑΠ Ποιν. 393/2015, ή
    • ο εκδότης ανακαλέσει άκαιρα (πριν το πέρας προθεσμίας εμφάνισης) την επιταγή, και η τράπεζα δεν πληρώσει την επιταγή ΑΠ 1847/19875501/1989 Μον.Πρ.Αθήνας.

Η έκδοση ακάλυπτης επιταγής στοιχειοθετείται υποκειμενικά με δόλοΑΠ Ποιν. 393/2015. Η έκδοση ακάλυπτης επιταγής αποτελεί πλημμέλημαάρ. 79 παρ. 1 ν. 5960/1933άρ. 53 ΠΚ. Η επαπειλούμενη ποινή για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής είναι

  • φυλάκιση από 3 μήνες έως 5 έτηάρ. 79 παρ. 1 ν. 5960/1933άρ. 53 ΠΚ, και
  • χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμώνάρ. 79 παρ. 1 ν. 5960/1933.

Θα συμβουλευτείτε τον ΠΚ; Η έκδοση ακάλυπτης επιταγής διώκεται μόνο μετά από έγκλησηάρ. 79 παρ. 5 ν. 5960/1933. Την έγκληση δικαιούνται

  • ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκεάρ. 79 παρ. 5 ν. 5960/1933, και
  • ο υπόχρεος εξ αναγωγής που εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής τηςάρ. 79 παρ. 5 ν. 5960/1933ΑΠ 23/2007.

Η μεταχρονολόγηση της επιταγής δεν έχει σημασία όσον αφορά τον χρόνο στον οποίο πρέπει να διαθέτει διαθέσιμα κεφάλαια ο εκδότηςάρ. 79 παρ. 1 ν. 5960/1933. Αν ο εκδότης ανακαλέσει άκαιρα την επιταγή, και η τράπεζα δεν πληρώσει την επιταγή, το διαθέσιμο κεφάλαιο μετατρέπεται ουσιαστικά σε μη διαθέσιμοΑΠ 1847/19875501/1989 Μον.Πρ.Αθήνας. Η ποινική ευθύνη δεν καλύπτεται με την ανάκληση της επιταγής, ακόμη και αν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό του εκδότη. Το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημιώσει πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγήςάρ. 79 παρ. 3 ν. 5960/1933άρ. 4 παρ. 1 εδ. β ν. 2408/1996. Η αποζημίωση αυτή δεν συνίσταται μόνο στην εξόφληση της επιταγής, αλλά περιλαμβάνει και κάθε άλλη ζημία στην οποία υποβλήθηκε ο δανειστής από την καθυστερημένη εξόφληση της επιταγήςΑΠ 1096/2002ΑΠ 1616/2006.

  • Αν ο υπαίτιος εκδίδει ακάλυπτες επιταγές κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθειαάρ. 79 παρ. 2 εδ. α ν. 5960/1933, ή
  • αν ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, κατά τη μαρτυρία των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέστηκε το έγκλημαάρ. 79 παρ. 2 εδ. β ν. 5960/1933,

επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και μέχρι πέντε έτηάρ. 79 παρ. 2 ν. 5960/1933άρ. 53 ΠΚ. Στις περιπτώσεις αυτές δεν χωρεί εξάλειψη του αξιοποίνου με την πλήρη αποζημίωση του κομιστήάρ. 79 παρ. 3 ν. 5960/1933άρ. 4 παρ. 1 εδ. β ν. 2408/1996. Το δικαστήριο διατάσσει τη δημοσίευση δια του τύπου, υπό την επιμέλεια του εισαγγελέως, περίληψης της καταδικαστικής απόφασης. Η σχετική δαπάνη περιλαμβάνεται στα έξοδα του άρ. 581 ΚΠοινΔάρ. 79 παρ. 2 εδ. β ν. 5960/1933. Εκδότης της ακάλυπτης επιταγής θεωρείται και αυτός που υπογράφει την επιταγή θέτοντας το όνομα και την υπογραφή άλλου, όταν από το σώμα της επιταγής δεν προκύπτει η σχέση αντιπροσώπευσης και η εντολή του άλλου68/2000 Εφ.Ναυπλίου. Στις υποθέσεις ακάλυπτων επιταγών δεν παραγγέλλεται προανάκρισηάρ. 79 παρ. 4 εδ. β ν. 5960/1933. Η ποινική δίωξη ασκείται με απευθείας κλήση στο ακροατήριοάρ. 79 παρ. 4 εδ. α ν. 5960/1933. Η παραγραφή της εκ της επιταγής απορρέουσας απαίτησης είναι διαφορετική από την ποινική παραγραφή του εγκλήματος έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, η οποία για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής ως πλημμελήματος είναι πενταετήςΑΠ Ποιν. 1358/2006. Για έκδοση ακάλυπτης επιταγής ποσού 8.076.000 €, δράστης καταδικάστηκε, με την αναγνώριση ελαφρυντικούάρ. 84 παρ. 2 περ. β ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης 3 ετών, η οποία μετατράπηκε επί 5 ευρώ την ημέρα, και σε χρηματική ποινή 12.000 €ΑΠ Ποιν. 393/2015.

Ψευδορκία περί αποξένωσης από επιταγής

Αυτός που βεβαιώνει ενόρκως ενώπιον του προέδρου του δικαστηρίου ότι αποστερήθηκε την επιταγή λόγω απώλειας, υπεξαίρεσης, κλοπής, ληστείας, πειρατείας ή καταστροφής αυτής τιμωρείται κατά τις διατάξεις περί ψευδορκίαςάρ. 80 ν. 5960/1933.

Αγωγή αποζημίωσης βάσει ακάλυπτης επιταγής

Για τη σχετική αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, η τοκοφορία ξεκινά από την πρώτη σχετική όχληση του ενάγοντος (άρα αν δεν αποδειχθεί προγενέστερη όχληση, από την επίδοση της αγωγής), και όχι από την επόμενη της εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή7643/1998 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Την αγωγή αδικοπραξίας δικαιούται και ο υπόχρεος εξ αναγωγής που εξόφλησε την ακάλυπτη επιταγή και έγινε κομιστής τηςάρ. 79 παρ. 5 εδ. β ν. 5960/1933.

Συναλλαγματική

Στη συναλλαγματική, ο αποδέκτης είναι οφειλέτης της απαίτησης από τη συναλλαγματική, και ο εκδότης δανειστής της απαίτησης. Ο αποδέκτης αναγνωρίζει την οφειλή του προς τον εκδότη. Ο εκδότης μπορεί να ορίσει ότι τα χρήματα θα λάβει τρίτο πρόσωπο, ο λήπτης. Ο εκδότης (ή ο λήπτης) είναι ο αρχικός κομιστής της συναλλαγματικής, και μπορεί να μεταβιβάσει την απαίτησή του με οπισθογράφηση σε τρίτο πρόσωπο. Ο καθ’ ου η οπισθογράφηση γίνεται νέος κομιστής της συναλλαγματικής. Αν ο κομιστής δεν πληρωθεί, μπορεί να στραφεί κατά του αποδέκτη, των οπισθογράφων και των τριτεγγυητών. Με τη σειρά του, κάθε οπισθογράφος και τριτεγγυητής που πλήρωσε τη συναλλαγματική μπορεί να στραφεί κατά των προηγούμενών του οπισθογράφων ή τριτεγγυητών, και κατά του αποδέκτη. Ο αποδέκτης και οι οπισθογράφοι λέγονται πληρωτές.

Στοιχεία εγκυρότητας

Για να είναι έγκυρη η συναλλαγματική πρέπει να περιλαμβάνονται σε αυτή τα παρακάτω στοιχεία:

  • 1. Η λέξη “Συναλλαγματική” στο κείμενο του τίτλουάρ. 1 περ. 1 ν. 5325/1932. Αν η συναλλαγματική εκδίδεται σε ξένη γλώσσα, μπορεί αντί της ελληνικής να αναγράφεται η αντίστοιχη ξένη λέξηάρ. 1 περ. 1 ν. 5325/1932.
  • 2. Ο χρόνος της λήξηςάρ. 1 περ. 4 ν. 5325/1932. Αν δεν σημειωθεί ο χρόνος λήξης, η συναλλαγματική θεωρείται πληρωτέα εν όψειάρ. 2 εδ. 2 ν. 5325/1932. Αν σημειωθεί χρόνος λήξης, αλλά δεν είναι εν όψει, σε προθεσμία από την όψη, σε δήλη ημέρα ή σε προθεσμία από δήλη ημέρα, η συναλλαγματική είναι άκυρηάρ. 33 εδ. 1 ν. 5325/1932. Η συναλλαγματική είναι επίσης άκυρη αν αναφέρονται διαδοχικοί χρόνοι λήξης τηςάρ. 33 εδ. 2 ν. 5325/1932.
  • 3. Η εντολή περί πληρωμής ορισμένου ποσούάρ. 1 περ. 2 ν. 5325/1932. Η εντολή πρέπει να είναι απλή και καθαρήάρ. 1 περ. 2 ν. 5325/1932.
  • 4. Το όνομα του πληρωτή, δηλαδή αυτού που αναλαμβάνει να πληρώσειάρ. 1 περ. 3 ν. 5325/1932. Συχνά, ο πληρωτής γίνεται και αποδέκτης της συναλλαγματικής, για το οποίο αρκεί να θέσει την υπογραφή του στο μπροστά μέρος της συναλλαγματικήςάρ. 25 παρ. 1 εδ. 3 ν. 5325/1932. * Η υπογραφή του αποδέκτη δεν απαιτείται για την εγκυρότητα της συναλλαγματικής, αποτελεί όμως αποδεικτικό στοιχείο υπέρ του εκδότη περί τη σύναψη συμφωνίας για την αποδοχή της συναλλαγματικής.
  • 5. Ο τόπος της πληρωμήςάρ. 1 περ. 5 ν. 5325/1932. Αν δεν αναφέρεται ο τόπος στον οποίο θα γίνει η πληρωμή, αναπληρώνεται από τον τόπο του πληρωτήάρ. 2 εδ. 3 ν. 5325/1932 ο οποίος θεωρείται και τόπος κατοικίας του πληρωτήάρ. 2 εδ. 3 ν. 5325/1932.
  • 6. Το όνομα του προσώπου στον οποίο θα γίνει η πληρωμή ή υπέρ του οποίου θα γίνει η πληρωμήάρ. 1 περ. 6 ν. 5325/1932.
  • 7. Ο τόπος έκδοσης και ο χρόνος έκδοσης της συναλλαγματικήςάρ. 1 περ. 7 ν. 5325/1932. Αν δεν αναγράφεται ο τόπος έκδοσης, αναπληρώνεται από τον αναγραφόμενο τόπο του εκδότηάρ. 2 εδ. 4 ν. 5325/1932.
  • 8. Η υπογραφή του εκδότη της συναλλαγματικήςάρ. 1 περ. 8 ν. 5325/1932.

Για την εγκυρότητα της συναλλαγματικής δεν απαιτείται συγκεκριμένη μορφοποίηση του εγγράφου, αν και προς διευκόλυνση των συμβαλλομένων συχνά χρησιμοποιείται τυποποιημένο έγγραφο.

Παραγραφή απαίτησης από συναλλαγματική

Η απαίτηση κατά του αποδέκτη συναλλαγματικής και του τριτεγγυητή του παραγράφεται τρία χρόνια μετά τη λήξη της συναλλαγματικής άρ. 70 εδ. 1 ν. 5325/1932. Αν εκδοθεί διαταγή πληρωμής βάσει της συναλλαγματικής, και δεν έχει συμπληρωθεί η τριετής παραγραφή, και η διαταγή πληρωμής τελεσιδικήσει, η παραγραφή γίνεται εικοσαετής αρχόμενη από την τελεσιδικία της διαταγής πληρωμής ΑΠ 1538/2007 άρ. 268 εδ. 1 ΑΚ. Αν η διαταγή πληρωμής επιδοθεί στον οφειλέτη δεύτερη φορά κατ’ άρ. 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ο οφειλέτης δεν ασκήσει εμπρόθεσμα ανακοπή εναντίον της ΑΠ 1538/2007 άρ. 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή αν η ανακοπή εναντίον της διαταγής πληρωμής απορριφθεί τελεσίδικα, η διαταγή πληρωμής τελεσιδικεί. Θα συμβουλευτείτε τον ΑΚ; Αν υπάρχει ρήτρα “ανέξοδος επιστροφή”, η απαίτηση του κομιστή βάσει αναγωγής (δηλ. κατά του αποδέκτη, των οπισθογράφων και των τριτεγγυητών) παραγράφεται ένα χρόνο μετά τη λήξηάρ. 70 εδ. 2 ν. 5325/1932. Η ίδια παραγραφή ισχύει και επί εμπρόθεσμης σύνταξης διαμαρτυρικού, αρχόμενη από τη σύνταξη αυτούάρ. 70 εδ. 2 ν. 5325/1932. Οι απαιτήσεις από αναγωγή για απόδοση (δηλ. οι απαιτήσεις οπισθογράφου κατά του αποδέκτη, άλλων οπισθογράφων και των τριτεγγυητών) παραγράφονται σε έξι μήνες από την ημέρα που ο οπισθογράφος πλήρωσε τη συναλλαγματική ή την ημέρα που ασκήθηκε αγωγή εναντίον τουάρ. 70 εδ. 3 ν. 5325/1932.

Άκυρη συναλλαγματική

Η άκυρη συναλλαγματική ισχύει κατά μετατροπή ως αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, χρεωστικό ομόλογο παροχής χρημάτων από έμπορο ή εντολή πληρωμής από έμπορο σε έμπορο χωρίς να είναι απαραίτητη η επίκληση συνδρομής των διατυπώσεων του άρ. 182 ΑΚ, γιατί η βούληση των μερών περί μετατροπής συνάγεται ευθέως από το έγγραφο ΑΠ 2088/1986499/2002 Εφ.Λάρισας 576/2002 Ειρ.Θεσσαλονίκης. Αν εκδότης και λήπτης είναι το ίδιο πρόσωπο, και ο αποδέκτης της άκυρης συναλλαγματικής είναι έμπορος 4722/1986 Εφ.Αθηνών, και η άκυρη συναλλαγματική φέρει ρήτρα εις διαταγή, η άκυρη συναλλαγματική μπορεί να ισχύσει ως χρεωστικό ομόλογο παροχής χρημάτων από έμπορο άρ. 76 παρ. α νδ. 17.7/13.8.1923 άρ. 76 παρ. β νδ. 17.7/13.8.1923576/2002 Ειρ.Θεσσαλονίκης. Αν εκδότης και λήπτης είναι το ίδιο πρόσωπο, και δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις για μετατροπή σε χρεωστικό ομόλογο παροχής χρημάτων, η άκυρη συναλλαγματική μπορεί να ισχύσει ως αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους 576/2002 Ειρ.Θεσσαλονίκης. Αν εκδότης και λήπτης είναι διαφορετικά πρόσωπα, και είναι έμποροι και οι δύο, η άκυρη συναλλαγματική μπορεί να ισχύσει ως εντολή πληρωμής από έμπορο σε έμπορο 576/2002 Ειρ.Θεσσαλονίκης.

Οπισθογράφηση άκυρης συναλλαγματικής

Η οπισθογράφηση συναλλαγματικής δεν συνιστά δήλωση αναγνώρισης χρέους (αντίθετα με την αποδοχή συναλλαγματικής), αλλά δήλωση μεταβίβασης δικαιωμάτων 7180/1993 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Άρα η οπισθογράφηση δεν μπορεί να ισχύσει κατά μετατροπή ως χρεωστικό ομόλογο αλλά μόνο ως εκχώρηση 7180/1993 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης.

Οπισθογράφηση πριν τη λήξη της άκυρης συναλλαγματικής

Αν η άκυρη συναλλαγματική οπισθογραφηθεί πριν τη λήξη της, η οπισθογράφηση ισχύει και συνεπάγεται τα αποτελέσματα της απλής οπισθογράφησης ΑΠ 582/1977499/2002 Εφ.Λάρισας. Στην περίπτωση αυτή, οι οφειλέτης μπορεί να προβάλλει

    • τις αντιρρήσεις που αφορούν το κύρος της δικής του δήλωσης στο δικαιόγραφο, και
    • τις αντιρρήσεις που συνάγονται από το περιεχόμενο του εγγράφου, και
    • τις αντιρρήσεις που ανήκουν σε αυτόν αμέσως κατά του κατόχου

άρ. 78 παρ. 2 νδ. 17.7/13.8.1923499/2002 Εφ.Λάρισας

Οπισθογράφηση μετά τη λήξη της άκυρης συναλλαγματικής

Αν η άκυρη συναλλαγματική που ισχύει ως χρεωστικό ομόλογο οπισθογραφηθεί μετά τη λήξη της, η οπισθογράφηση ισχύει κατά μετατροπή σαν εκχώρηση της απαίτησης που γεννάται από το χρεωστικό ομόλογο 499/2002 Εφ.Λάρισας. Στην περίπτωση αυτή, για να γεννηθούν δικαιώματα του εκδοχέα της απαίτησης, αυτός ή ο οπισθογράφος πρέπει να αναγγείλουν την εκχώρηση στον οφειλέτη, έστω και άτυπα4789/1990 Εφ.Αθηνών499/2002 Εφ.Λάρισας. Ταυτόχρονα, ο οφειλέτης δύναται να προβάλλει απεριόριστα κατά του κομιστή της άκυρης συναλλαγματικής και ενστάσεις από τη βασική αιτιώδη σχέση που είχε κατά του εκχωρητή οπισθογράφου πριν την καταγγελία499/2002 Εφ.ΛάρισαςΑΠ 335/1999.

Διαταγή πληρωμής από άτυπη εκχώρηση

Κατά μια άποψη, δεν μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής από άτυπη εκχώρηση, γιατί δεν προκύπτει από το έγγραφο η ολοκλήρωση της εκχώρησης. Κατ’ άλλη άποψη, τέτοια αναγγελία συνιστά και η επίδοση της απορρέουσας διαταγής πληρωμής20/1996 Μον.Πρ.Άρτας.

Ενστάσεις κατά της συναλλαγματικής

Ένσταση ανυπαρξίας της υποκείμενης αιτίας

Ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση ή την οπισθογράφηση της συναλλαγματικής, είτε γιατί αυτή ήταν εξ αρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη ή ελαττωματική (πχ. εικονική), είτε διότι έληξε ή δεν επακολούθησε ΑΠ 1266/2011ΑΠ 903/2006. Αν η ένσταση γίνει δεκτή, η αξίωση από τη συναλλαγματική καθίσταται ανενεργός και ο οφειλέτης ελευθερώνεται ΑΠ 1266/2011. Αν δεν ελευθερωνόταν με την παραδοχή της σχετικής ένστασης ο εναγόμενος, η πληρωμή της συναλλαγματικής θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο πλουτισμό του κομιστή της συναλλαγματικής σε βάρος του εναγομένου ΑΠ 1266/2011. Ο εναγόμενος αρκεί να αναφερθεί στα στοιχεία που καθιστούν χωρίς νόμιμη αιτία την υποχρέωσή του και συνεπώς αχρεώστητη την πληρωμή της συναλλαγματικής ΑΠ 1266/2011. Ο εναγόμενος δεν απαιτείται να επικαλεσθεί ρητά τον προκαλούμενο από την πληρωμή της συναλλαγματικής σε βάρος του αδικαιολόγητο πλουτισμό του κομιστή της επιταγής ΑΠ 1266/2011. Ο σχετικός ισχυρισμός μπορεί να προταθεί και κατά του τρίτου κομιστή, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτός γνώριζε τον ισχυρισμό και ενήργησε προς βλάβη του οφειλέτη της συναλλαγματικής ΑΠ 903/2006άρ. 17 ν. 5325/1932. Ο κομιστής ενεργεί προς βλάβη του οφειλέτη, όταν κατά τον χρόνο κτήσης της συναλλαγματικής γνώριζε την ανυπαρξία ή την ελαττωματικότητα της αιτίας έκδοσης ή οπισθογράφησής της και την απέκτησε για να τον εμποδίσει να αντιτάξει ουσιώδεις ενστάσεις από τις προσωπικές του σχέσεις με τον εκδότη ή τον προηγούμενο κομιστή της συναλλαγματικής και να επιτευχθεί έτσι η πληρωμή της, η οποία χωρίς τη μεταβίβασή της δεν θα επιτυγχανόταν ΑΠ 1266/2011. Ως βλάβη εννοείται η απώλεια ένστασης του οφειλέτη, που θα στηρίζονταν στις υποκειμενικές σχέσεις οφειλέτη και μεταβιβάζοντος τη συναλλαγματική ΑΠ 903/2006. Ο οφειλέτης φέρει το βάρος απόδειξης για την κατά την έκδοση της συναλλαγματικής ανυπαρξία (υπό την ευρεία έννοια, δηλ. λόγω λήξης, μη επακολούθησης ή ανυπαρξίας – αχρεωστήτου) ή το αθέμιτο (παράνομο ή ανήθικο) της αιτίας. Αυτό μπορεί να γίνει με ένστασή του, ή με αγωγή για απόδοση των καταβληθέντων ή με ανακοπή κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού 3765/2000 Πολ.Πρ.Αθήνας 9415/1999 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Ο οφειλέτης και οπισθογράφος που ενάγεται από τον νόμιμο κομιστή δεν μπορεί να προβάλει τις ανωτέρω ενστάσεις, παρά μόνο αν

  • ο κομιστής γνώριζε, κατά την κτήση του τίτλου, την ύπαρξη αυτών των ενστάσεων κατά του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών, και
  • ο κομιστής ενήργησε προς βλάβη του οφειλέτη, δηλαδή για τη ματαίωση της προβολής των ως άνω ενστάσεων.

Ένσταση αντισυμβατικής συμπλήρωσης

Ο εναγόμενος μπορεί να ισχυριστεί ότι ο τρίτος συμπλήρωσε, αργότερα και αντισυμβατικά, τα ελλείποντα στοιχεία της λευκής αρχικά συναλλαγματικής, μόνο όμως αν ο τρίτος απέκτησε τη συναλλαγματική με κακή πίστη ή κατά την απόκτησή της διέπραξε βαρύ πταίσμα άρ. 10 ν. 5325/1932 ΑΠ 903/2006.

Ένσταση πλαστογραφίας

Αν ο εκδότης και ο αποδέκτης είχαν συμφωνία να συμπληρωθεί η ατελής συναλλαγματική αργότερα, και ο αποδέκτης συμπληρώσει παρά τους όρους της συμφωνίας στοιχείο της ατελούς συναλλαγματικής, δεν στοιχειοθετείται πλαστογραφία ΑΠ 896/2006. Αν ο εκδότης και ο αποδέκτης είχαν συμφωνία να συμπληρωθεί η ατελής συναλλαγματική αργότερα, και ο τρίτος κομιστής συμπληρώσει στοιχείο της ατελούς συναλλαγματικής, ο τρίτος δεν διαπράττει πλαστογραφία, γιατί με τη μεταβίβαση της επιταγής θεωρείται ότι μεταβιβάζεται και το δικαίωμα συμπλήρωσης της συναλλαγματικής ΑΠ 903/2006. Αν ο εκδότης και ο αποδέκτης δεν είχαν συμφωνία να συμπληρωθεί η ατελής συναλλαγματική, και ο αποδέκτης συμπληρώσει στοιχείο της ατελούς συναλλαγματικής, στοιχειοθετείται πλαστογραφία ΑΠ 896/2006.