ELEN

ΨΕΥΔΟΡΚΙΑ – ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Σύμφωνα με το άρ. 224 του Ποινικού Κώδικα, στην ψευδορκία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, όποιος καταθέσει ψευδώς εν γνώσει του, είτε ως διάδικος είτε ως μάρτυρας ενώπιον αρχής ή δικαστηρίου. Η ψευδορκία θεωρείται αδίκημα που έχει να κάνει με την απονομή της δικαιοσύνης και γι’ αυτόν τον λόγο η ποινική δίωξη εναντίον αυτού που υποπίπτει στη συγκεκριμένη παράβαση κινείται αυτεπάγγελτα.

Πολλές φορές βρίσκεται κατηγορούμενος για ψευδορκία κάποιος, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, επειδή εν τη ρύμη του λόγου του, καταθέτει κάτι ενώπιον του Δικαστηρίου ή της αρχής και η πλευρά του αντιδίκου υποβάλλει μηνυτήρια αναφορά, προκειμένου να πιέσει τον αντίδικο και να αχρηστεύσει τη μαρτυρία κάποιου. Άλλες φορές βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις που κάποιος συνειδητά καταθέτει ψευδώς, προκειμένου να βοηθήσει τη μία πλευρά ή και τον εαυτό του, αν είναι ο ενδιαφερόμενος διάδικος. Είτε κάποιος είναι κατηγορούμενος για το αδίκημα της ψευδορκίας είτε θέλει να υποβάλλει έγκληση κατά κάποιου που θεωρεί ότι τέλεσε το αδίκημα της ψευδορκίας.

Τι είναι η ψευδορκία;

Αν κάποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δώσει εν γνώσει του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους άρ. 224 παρ. 1 ΠΚ. Αν κάποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώση του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ. Με τον όρκο εξομοιώνεται η διαβεβαίωση των κληρικών στην ιεροσύνη τους, η διαβεβαίωση που επιτρέπει ο νόμος αντί για όρκο στους οπαδούς θρησκευμάτων που δεν επιτρέπουν όρκο, καθώς και κάθε άλλη βεβαίωση που αναπληρώνει τον όρκο, κατά τις διατάξεις της δικονομίας άρ. 224 παρ. 3 ΠΚ. Η ψευδορκία αποτελεί πλημμέλημα άρ. 224 παρ. 1 ΠΚ άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ άρ. 18 εδ. 2 ΠΚ. Η ψευδορκία διώκεται αυτεπαγγέλτως άρ. 224 ΠΚάρ. 36 ΚΠοινΔ

Αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ψευδορκίας μάρτυρα

Η αντικειμενική υπόσταση της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ στοιχειοθετείται όταν:

  • ο μάρτυρας κατέθεσε ενόρκως ενώπιον αρχής ΑΠ Ποιν. 707/2013 άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ, και
  • η αρχή είναι αρμόδια να ενεργεί την ένορκη εξέταση του μάρτυρα ΑΠ Ποιν. 707/2013 άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ, και
  • τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε ο μάρτυρας είναι ψευδή ΑΠ Ποιν. 707/2013 άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ.

Η υποκειμενική υπόσταση της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ στοιχειοθετείται όταν:

  • ο δράστης ενήργησε εν γνώσει, με την έννοια της βεβαιότητας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που καταθέτει είναι ψευδή ΑΠ Ποιν. 1859/2009 άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ, και
  • ο δράστης ενήργησε με θέληση κατάθεσης των ψευδών περιστατικών ΑΠ Ποιν. 1859/2009 άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ, ή
  • ο δράστης ενήργησε εν γνώσει, με την έννοια της βεβαιότητας, των αληθινών περιστατικών, τα οποία ο μάρτυρας σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει ΑΠ Ποιν. 1859/2009 άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ, και
  • ο δράστης ενήργησε με θέληση απόκρυψης των αληθινών περιστατικών ή άρνησης κατάθεσης των αληθινών περιστατικών ΑΠ Ποιν. 1859/2009 άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ.

Η γνώση έχει την έννοια της βεβαιότητας – επίγνωσης ΑΠ Ποιν. 318/2011. Η ένορκη κατάθεση του δράστη της ψευδορκίας κατ’ άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή (και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε) ΑΠ Ποιν. 707/2013. Το περιστατικό θεωρείται αντικειμενικώς ψευδές όχι μόνο αν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και αν είναι αντίθετο ως προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε, ή πληροφορήθηκε από διηγήσεις τρίτων, και ως εκ τούτου γνώριζε ΑΠ Ποιν. 707/2013. Ως αρμόδια αρχή θεωρείται και η αρχή ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν κατά διάταξη νόμου να γίνει ένορκη κατάθεση, η οποία δύναται στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από Αρχή αρμόδια προς διάγνωση της διαφοράς ΑΠ Ποιν. 27/2015. Ο Ειρηνοδίκης είναι αρμόδιος να λαμβάνει ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, πρέπει όμως για να μπορούν αυτές να ληφθούν υπόψη ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο να έχει προηγηθεί νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που έχει την επιμέλεια της κατάθεσης, κατ’ άρ. 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, διαφορετικά δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα για όσα περιέχονται σ’ αυτές, εκτός αν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ΑΠ Ποιν. 27/2015. Οι συμβολαιογράφοι, μη έχοντες από τον οργανισμό των δικαστηρίων αρμοδιότητα προς ένορκη εξέταση, κατέστησαν αρμόδιοι προς λήψη ενόρκων βεβαιώσεων αν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται η χρησιμοποίηση της ένορκης βεβαίωσης ως νόμιμου αποδεικτικού μέσου ΑΠ Ποιν. 707/2013 άρ. 1 ν. 1544/1944 άρ. 1 παρ. 1 περ. δ ν. 670/1977. Η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο ΑΠ 204/2017 άρ. 339 ΚΠολΔ άρ. 36 ν. 3994/2011. Αν τα βεβαιούμενα στην ένορκη βεβαίωση είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση της ψευδορκίας κατ’ άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ ΑΠ Ποιν. 707/2013. Αν για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης απαιτείται να έχει προηγηθεί, εκ μέρους του διαδίκου με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί, νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του να παραστεί κατά τη μαρτυρική εξέταση, και δεν γίνει η κλήτευση αυτή, η ένορκη εξέταση είναι ανύπαρκτη και ως τέτοια δεν ασκεί επιρροή στη δίκη που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί, δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο, και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα για όσα περιστατικά περιέχονται στην ένορκη βεβαίωση ΑΠ Ποιν. 707/2013 ΑΠ Ποιν. 1301/2008. Η έκφραση επιστημονικής άποψης από τον κατηγορούμενο, βάσει αυτοψίας που διενήργησε, ανεξάρτητα με το αν η άποψη είναι ορθή, ή αν αντίκειται σε άλλη άποψη που ο κατηγορούμενος είχε εκφράσει σε άλλη χρονική στιγμή, δεν αποτελεί ισχυρισμό γεγονότος, και δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει ψευδορκία ΑΠ Ποιν. 318/2011.

Συρροή ή κατ’ εξακολούθηση έγκλημα

“Έγκλημα κατ’ εξακολούθηση” είναι το έγκλημα που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που απέχουν χρονικά μεταξύ τους και κάθε μια από αυτές προσβάλλει το ίδιο έννομο αγαθό και περιέχουν πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ίδια απόφαση για την εκτέλεσή τους ΑΠ Ποιν. 506/2015. Το αν περισσότερες πράξεις του ίδιου ατόμου θεωρούνται ως ένα κατ’ εξακολούθηση έγκλημα ή αν πρόκειται για πραγματική συρροή καταλείπεται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ΑΠ Ποιν. 308/2016.

Περιεχόμενο απόφασης για ψευδορκία

Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής ποινικής απόφασης για ψευδορκία κατ’ άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται, μεταξύ άλλων,

  • τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάστηκε και αντί αυτών εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα κατ’ αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή ΑΠ Ποιν. 27/2015, και
  • τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο μάρτυρας είχε γνώση ότι αυτά που κατέθεσε ήταν ψευδή ΑΠ Ποιν. 27/2015, και
  • αν πρόκειται για ψευδορκία μέσω ένορκης βεβαίωσης, τα στοιχεία στα οποία θεμελιώνεται η αρμοδιότητα της αρχής, υπό την έννοια ότι μπορεί σύμφωνα με διάταξη νόμου να γίνει ενώπιον της αρχής αυτής ένορκη κατάθεση κάποιου, η κατάθεση δε αυτή μπορεί περαιτέρω να ληφθεί υπόψη από αρχή που είναι και αυτή αρμόδια για τη διάγνωση κάποιας διαφοράς ΑΠ Ποιν. 707/2013.

Αν πρόκειται για ψευδορκία μέσω ένορκης βεβαίωσης, και για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης απαιτείται να έχει προηγηθεί, εκ μέρους του διαδίκου με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί, νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του να παραστεί κατά τη μαρτυρική εξέταση, πρέπει να αναφέρεται ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου, με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί η ένορκη βεβαίωση ΑΠ Ποιν. 1301/2008. Αν για να ληφθεί η ένορκη βεβαίωση υπόψη από το δικαστήριο στο οποίο προσκομίζεται απαιτείται προηγούμενη κλήτευση των αντιδίκων, και στην καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία κατ’ άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ που αφορά στην ένορκη αυτή βεβαίωση δεν γίνεται σχετική μνεία, ούτε προκύπτει εμμέσως το αν η ένορκη βεβαίωση του κατηγορουμένου ενώπιον του συμβολαιογράφου είχε ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση των αντιδίκων στη δίκη όπου χρησιμοποιήθηκε η ένορκη βεβαίωση, ιδρύεται ο κατ’ άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης ΑΠ Ποιν. 707/2013.

ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΨΕΥΔΟΡΚΙΑ – ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

1. Τι ποινή κινδυνεύω αν κατηγορηθώ για ψευδορκία;

Η ψευδορκία αποτελεί πλημμέλημα και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους κατά το άρθρο 224 του Ποινικού Κώδικα. Στην πράξη όμως, η ποινή που τελικά επιβάλλεται μπορεί να μειωθεί σημαντικά μέσα από διάφορα νομικά εργαλεία. Αναγνωρίζονται ελαφρυντικά κατά το άρθρο 84 ΠΚ, όπως ο πρότερος έντιμος βίος, η μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά ή η μεταμέλεια. Παράλληλα, υπάρχει δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης της ποινής κατά το άρθρο 99 ΠΚ, καθώς και μετατροπής σε χρηματική ποινή ή κοινωφελή εργασία. Ο δικηγόρος αξιολογεί τα πραγματικά δεδομένα και προβάλλει τους κατάλληλους αυτοτελείς ισχυρισμούς, ώστε να αποφευχθεί στερητική της ελευθερίας ποινή.

2. Υπάρχει περίπτωση να αποφύγω εντελώς την καταδίκη;

Ναι, και οι περιπτώσεις απαλλαγής δεν είναι σπάνιες. Η ψευδορκία απαιτεί άμεσο δόλο με τη μορφή βεβαιότητας, δηλαδή ο κατηγορούμενος να γνώριζε με απόλυτη βεβαιότητα ότι αυτά που κατέθεσε ήταν ψευδή. Αν η κατάθεση αφορούσε εκτιμήσεις, γνώμες, εντυπώσεις ή λανθασμένη ανάμνηση γεγονότων, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα. Επιπλέον, αν η ένορκη βεβαίωση λήφθηκε χωρίς νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να θεμελιωθεί ψευδορκία. Τέλος, αμφισβητούνται η αρμοδιότητα της αρχής, η ακρίβεια των φερόμενων ως αληθινών γεγονότων και η ίδια η γνώση του κατηγορουμένου.

3. Τι κάνω αν κλητεύθηκα ως κατηγορούμενος για ψευδορκία;

Το πρώτο και σημαντικότερο βήμα είναι η άμεση επικοινωνία με δικηγόρο, πριν δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση ή απολογία. Στην προανάκριση και στην κύρια ανάκριση ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα σιωπής και δικαίωμα παράστασης με συνήγορο. Μια απερίσκεπτη απολογία μπορεί να επιβαρύνει τη θέση του, ενώ μια προσεκτικά διαμορφωμένη υπερασπιστική γραμμή, με τεκμηρίωση των πραγματικών γεγονότων που γνώριζε ο κατηγορούμενος, οδηγεί συχνά σε απαλλαγή. Ο συνήγορος μελετά τη δικογραφία, εντοπίζει τυπικά ελαττώματα και προετοιμάζει τα έγγραφα και τους μάρτυρες υπεράσπισης. Η αξιοποίηση της προθεσμίας για υπόμνημα είναι κρίσιμη.

4. Πόσο διαρκεί μια υπόθεση ψευδορκίας μέχρι την εκδίκαση;

Ο χρόνος εξαρτάται από τον φόρτο του αρμόδιου δικαστηρίου, την πολυπλοκότητα της υπόθεσης και τον αριθμό των μαρτύρων. Κατά κανόνα, από την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς μέχρι την εκδίκαση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο μεσολαβούν από ένα έως τρία έτη. Η προδικασία περιλαμβάνει την προκαταρκτική εξέταση, την άσκηση ποινικής δίωξης και την κλήτευση στο ακροατήριο. Σε περίπτωση καταδίκης, μπορεί να ασκηθεί έφεση εντός δέκα ημερών, η οποία αναστέλλει την εκτέλεση της ποινής. Παράλληλα, υπάρχει η οκταετής παραγραφή των πλημμελημάτων, η συμπλήρωση της οποίας οδηγεί σε παύση της ποινικής δίωξης.

5. Τι έγγραφα και αποδείξεις χρειάζομαι για την υπεράσπισή μου;

Συγκεντρώνονται όλα τα έγγραφα της πολιτικής ή ποινικής δίκης στην οποία δόθηκε η επίμαχη κατάθεση, τα πρακτικά συνεδρίασης, η ένορκη βεβαίωση ή η κατάθεση μάρτυρα, καθώς και η κλήτευση των αντιδίκων εφόσον υπήρξε. Σημαντικά είναι όσα στοιχεία αποδεικνύουν τι πράγματι γνώριζε ή αντιλήφθηκε ο κατηγορούμενος τη στιγμή της κατάθεσης, όπως αλληλογραφία, φωτογραφίες, μηνύματα, βίντεο, λογιστικά έγγραφα ή τραπεζικές κινήσεις. Χρήσιμοι αποδεικνύονται μάρτυρες που επιβεβαιώνουν την εκδοχή του κατηγορουμένου. Ο συνήγορος αξιολογεί τη χρησιμότητα κάθε εγγράφου και επιλέγει τι θα προσκομιστεί, ώστε να αναδειχθεί η έλλειψη δόλου.

6. Ποιος είναι ο ρόλος του δικηγόρου σε υπόθεση ψευδορκίας;

Ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υπόθεση από το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, μελετά τη δικογραφία και χαράσσει τη στρατηγική υπεράσπισης. Εντοπίζει τυπικά ελαττώματα της κατηγορίας, όπως έλλειψη αρμοδιότητας της αρχής, ακυρότητα της ένορκης βεβαίωσης λόγω μη κλήτευσης ή αοριστία της κατηγορίας. Συντάσσει υπομνήματα, εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, εξετάζει μάρτυρες και προβάλλει αυτοτελείς ισχυρισμούς για ελαφρυντικά. Σε περίπτωση καταδίκης, ασκεί έφεση και αναίρεση. Η πολυετής εμπειρία του γραφείου μας σε ποινικές υποθέσεις διασφαλίζει την ολοκληρωμένη κάλυψη του εντολέα σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, με στόχο την πιο ευνοϊκή έκβαση.