Στην εν λόγω απόφαση (ΜονΠρ (Ασφ.Μ.) Αθ 2511/2023) το Δικαστήριο κρίνει ότι τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, δεν δύνανται να στηρίξουν τους ένδικους ισχυρισμούς της μητέρας, περί μεταρρυθμίσεως της αποφάσεως, υπό την έννοια της μεταβολής των συνθηκών, τις οποίες εκτίμησε και ανέθεσε τη συνεπιμέλεια της ανήλικης κόρης των διαδίκων σε αμφότερους αυτούς, αφού ειδικότερα, η «ειδική διαταραχή της άρθρωσης», που παρουσίασε η ανήλικη κόρη, δεν πιθανολογήθηκε ότι δύναται να αποδοθεί στο καθεστώς της άσκησης της συνεπιμέλειάς της από αμφότερους τους διαδίκους, ενώ περαιτέρω, τα μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων, που προσκομίζει η μητέρα, ως προς την επικοινωνία της με τον πατέρα για διάφορα επιμέρους ζητήματα επιμέλειας, που αφορούν στην ανήλικη, δεν δύναται να εκληφθούν από το Δικαστήριο ότι οφείλονται στην πλημμελή άσκηση της συνεπιμέλειας εκ μέρους του πατέρα, αλλά στην έλλειψη προσπάθειας και συμβολής, κατά διαστήματα, της μητέρας ως προς την αποτελεσματική εφαρμογή του καθεστώτος συνεπιμέλειας, μέσα από την απαρέγκλιτη συνεργασία της με τον πατέρα και τη σχετική καθοδήγηση της ανήλικης κόρης τους – Απόρριψη αίτησης.
Αναλυτικά:
Η αιτούσα επικαλείται, με την υπό κρίση αίτηση της, ότι από τις 2/8/2022 επήλθε ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών, υπό τις οποίες εκδόθηκε η με αριθμό 5493/2022 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με συνέπεια να καθίσταται επιτακτική η μεταρρύθμιση της ανωτέρω αποφάσεως και, ειδικότερα, ότι: (α) ο καθ’ ου αδιαφορεί για το γεγονός ότι αμφότεροι αδυνατούν να ασκήσουν από κοινού την επιμέλεια της ανήλικης κόρης τους, χωρίς διαφωνίες, αφού σε κάθε επικοινωνία τους ο καθ’ ου την κατηγορεί ότι δημιουργεί φοβίες στο παιδί, το οποίο διατυπώνει παράπονα για τον καθ’ ου, μετά τη λήξη κάθε χρονικού διαστήματος άσκησης της συνεπιμέλειας μαζί του, καθώς και ότι ο καθ’ ου προσπαθεί να την αντικαταστήσει με τη νέα σύζυγο του, απαιτώντας μάλιστα από την ανήλικη να την φωνάζει «μαμά» και (β) έχει επιβαρυνθεί η ψυχολογική κατάσταση της ανήλικης κόρης τους, η οποία ανέπτυξε ένα νευρικό βήχα, δίχως ο καθ’ ου να στέργει για την ιατρική διάγνωση του προβλήματος υγείας της ανήλικης, ούτε ότι εν γένει μεριμνά για την ανήλικη όπως οφείλει, καθώς και ότι η τελευταία διαρκώς διαμαρτύρεται ότι της λείπει η αιτούσα, η δε δυσμενής αυτή μεταστροφή στη συμπεριφορά της ανήλικης οφείλεται στη διαμονή της σε διαφορετικά σπίτια, με διαφορετικό τρόπο ανατροφής και αντιμετώπισης, όπως ειδικότερα αναφέρει.
Η αιτούσα, εν προκειμένω, προσκομίζει τη με αριθμό πρωτ. ./8-9-2022 βεβαίωση από το Παιδοψυχιατρικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων Πεντέλης, σύμφωνα με την οποία πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση της ανήλικης (η οποία συνοδεύτηκε από τους γονείς της) και όπου διαπιστώθηκε ότι «πρόκειται για κορίτσι καλής ανάπτυξης, το οποίο εμφανίζει συναισθηματικού προφίλ δυσκολίες. Έγινε βραχεία συμβουλευτική παρέμβαση στους γονείς. Προτάθηκε ολοκληρωμένη διαγνωστική αξιολόγηση του παιδιού και συστηματική συμβουλευτική γονέων, προκειμένου να ενισχυθούν στο γονεϊκό τους ρόλο, με στόχο την ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού τους».
Επίσης, η αιτούσα προσκόμισε τη με αριθμό πρωτ. ./4-4-2023 βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής «Σισμανόγλειο-Αμαλία Φλέμιγκ», από την οποία προκύπτει ότι η ανήλικη κόρη των διαδίκων εξετάστηκε στο Κο.Κε.Ψ.Υ.Π.Ε. Παλλήνης Αττικής, πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις με την αρμόδια ψυχολόγο και την αρμόδια κοινωνική λειτουργό του Νοσοκομείου και διαπιστώθηκε ότι η ανήλικη παρουσιάζει «ειδική διαταραχή της άρθρωσης», οπότε προτάθηκε ειδικό αποκαταστασιακό πρόγραμμα λογοθεραπείας και συστηματική συμβουλευτική των διαδίκων, ως γονέων της, προκειμένου να δημιουργηθεί κλίμα συνεργασίας μεταξύ τους, προς αποφυγή της εντάσεως, που έχει δημιουργηθεί, λόγω της δικαστικής τους διένεξης. Επιπλέον, η αιτούσα προσκομίζει σειρά μηνυμάτων ηλεκτρονικής επικοινωνίας με τον καθ’ ου, με αντικείμενο τη συνεπιμέλεια της ανήλικης κόρης τους, από τα οποία ισχυρίζεται ότι προκύπτει η δυσκολία στην επικοινωνία της μαζί του, καθώς και ιατρικές εξετάσεις και συνταγογραφήσεις της ανήλικης, λόγω θεμάτων υγείας, που αντιμετώπισε, κατά το χρονικό διάστημα μετά την ανάθεση της συνεπιμέλειας σε αμφότερους τους διαδίκους.
Ωστόσο, με βάση τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύνανται να στηρίξουν τους ένδικους ισχυρισμούς της αιτούσας, περί μεταρρυθμίσεως της με αριθμό 5493/2022 αποφάσεως, υπό την έννοια της μεταβολής των συνθηκών, τις οποίες εκτίμησε και ανέθεσε τη συνεπιμέλεια της ανήλικης κόρης των διαδίκων σε αμφότερους αυτούς. Ειδικότερα, η «ειδική διαταραχή της άρθρωσης», που παρουσίασε η ανήλικη, δεν πιθανολογήθηκε ότι δύναται να αποδοθεί στο καθεστώς της άσκησης της συνεπιμέλειάς της από αμφότερους τους διαδίκους, εφόσον στη με αριθμό πρωτ. ./4-4-2023 βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής «Σισμανόγλειο-Αμαλία Φλέμιγκ» δεν γίνεται ειδική συσχέτιση της εν λόγω πάθησης με το καθεστώς συνεπιμέλειας, ούτε όμως κάτι τέτοιο πιθανολογήθηκε από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας. Ομοίως, η με αριθμό πρωτ. ./8-9-2022 βεβαίωση από το Παιδοψυχιατρικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων Πεντέλης, δεν αποδίδει οποιαδήποτε δυσλειτουργία στο καθεστώς συνεπιμέλειας της ανήλικης κόρης των διαδίκων, από αμφότερους τους διαδίκους γονείς της, αφού συστήθηκε σε αυτούς αποκλειστικώς και μόνο συμβουλευτική γονέων, λόγω της λύσεως του γάμου τους και όπως συνήθως απαιτείται, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, μετά την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των συζύγων, που έχουν αποκτήσει, κατά το κρίσιμο χρόνο, τέκνο που είναι εισέτι μικρής ηλικίας.
Περαιτέρω, τα μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων, που προσκομίζει η αιτούσα, ως προς την επικοινωνία της με τον καθ’ ου για διάφορα επιμέρους ζητήματα επιμέλειας, που αφορούν στην ανήλικη, δεν δύναται να εκληφθούν από το Δικαστήριο ότι οφείλονται στην πλημμελή άσκηση της συνεπιμέλειας εκ μέρους του καθ’ ου, αλλά στην έλλειψη προσπάθειας και συμβολής, κατά διαστήματα, της αιτούσας ως προς την αποτελεσματική εφαρμογή του καθεστώτος συνεπιμέλειας, μέσα από την απαρέγκλιτη συνεργασία της με τον καθ’ ου και τη σχετική καθοδήγηση της ανήλικης κόρης της, λαμβανομένου προς τούτο υπόψη ότι ο καθ’ ου προσκόμισε έτερα μηνύματα ηλεκτρονικής επικοινωνίας, τόσο με το .ο Νηπιαγωγείο Παιανίας, όπου φοιτά η ανήλικη κόρη του, κατά τη φετινή σχολική χρονιά, όσο και με την ίδια την αιτούσα, από τα οποία συνάγεται το ενδιαφέρον του για την πρόοδο και την υγεία της ανήλικης κόρης του, είτε έχοντας απευθυνθεί άμεσα σε παιδίατρο, είτε έχοντας συμμετάσχει στις ορισθείσες συνεδρίες στο Ιατροπαιδαγωγικό Κέντρο Παλλήνης και στη συμβουλευτική γονέων με τον αρμόδιο παιδοψυχίατρο, όπως επίσης συνάγεται και η προσπάθεια του να λυθούν τα όποια προβλήματα συμπεριφοράς ή υγείας παρουσιάζει η ανήλικη κόρη τους, στο παρόν χρονικό στάδιο της ηλικίας της, μέσα από την κοινή αντιμετώπιση τους με την αιτούσα, δίχως από τα προσκομιζόμενα μηνύματα να προκύπτει η πρόκληση έντασης εκ μέρους του, στη μεταξύ τους επικοινωνία.
Επίσης, από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, που κρίνεται στο σύνολο της σαφής και πειστική, καθώς και από την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα του, ., κουμπάρας του καθ’ ου, που έχει βιώσει από κοντά τον πατρικό δεσμό μεταξύ του καθ’ ου και της ανήλικης κόρης του, προέκυψε ότι ο καθ’ ου μεριμνά με ζήλο για όλα τα τρέχοντα και μη ζητήματα, που άπτονται της συνεπιμέλειας της κόρης του, αμφότερες δε οι μάρτυρες, οι οποίες έχουν επίσης δικά τους τέκνα, αναφέρθηκαν στο πάρτι γενεθλίων της ανήλικης, στις 2/12/2022, όπου αμφότεροι οι διάδικοι, μαζί με τους νέους συντρόφους τους, είχαν παρουσιάσει, προς το συμφέρον της ανήλικης, καλή εικόνα συνεννόησης μεταξύ τους, ακριβώς επειδή υπήρξε κοινή επιδίωξη τους προς τούτο. Η τελευταία ως άνω μάρτυρας βεβαίωσε μάλιστα ενόρκως ότι «ήταν μπροστά σε βιντεοκλήσεις και τηλεφωνήματα μετά την απόφαση της συνεπιμέλειας και παρατηρούσα η ίδια την αλλαγή, τη μεγάλη ωριμότητα και την αμοιβαία εκτίμηση των γονιών, οι οποίοι πλέον χρειάζονταν να συνεργαστούν, ακόμα και χωρισμένοι, για το συμφέρον του παιδιού τους», ενώ επιπλέον ανέφερε ότι η αιτούσα «επιδιώκει να παρουσιάσει μία παραπλανητική κατάσταση» αναφορικά με τον καθ’ ου και τη νέα σύζυγο του, καθώς και ότι παρουσιάζει την ανήλικη κόρη της ως ένα παιδί «ψυχικά ασθενές, τη στιγμή που η επαφή με τον μπαμπά της μόνο θεραπευτικά για την ψυχική της υγεία έχει λειτουργήσει».
Οι ως άνω ένορκη κατάθεση και ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων του καθ’ ου αντικρούουν πλήρως τόσο την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της αιτούσας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αδελφής της, όσο και τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της, μητέρας της και μνηστού της, καθόσον άπαντες αναφέρθηκαν μεν στη δυσμενή προσωπική κατάσταση της ανήλικης (νευρικός βήχας της ανήλικης, στρεπτόκοκκος για τον οποίο έλαβε αντιβίωση, κακή εικόνα της ανήλικης όταν επιστρέψει στην οικία της αιτούσας, μετά την άσκηση της συνεπιμέλειάς της από τον καθ’ ου), εξαιτίας της αδυναμίας του καθ’ ου να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που απορρέουν από τη συνεπιμέλεια του τέκνου του, δίχως όμως οι καταθέσεις τους να επιβεβαιωθούν από άλλα κρίσιμα και δη έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι από ιατρικές βεβαιώσεις και εκθέσεις ψυχοπαιδαγωγικής εκτίμησης της ανήλικης, προερχόμενες από ειδικούς επιστήμονες, ως οι μόνοι αρμόδιοι να γνωμοδοτήσουν περί της ιατρικής και ψυχολογικής εν γένει κατάστασης της ανήλικης, σε συνάρτηση με τα αισθήματα που τρέφει για τον καθ’ ου πατέρα της και με τον τρόπο που ο τελευταίος ασκεί τη συνεπιμέλειά της.
Σημειωτέον, εξάλλου, ότι η μάρτυρας του αιτούντος, νυν σύζυγος του, κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ότι η ανήλικη κόρη των διαδίκων χαίρεται να περνάει χρόνο με τον καθ’ ου και είναι ευτυχισμένη μαζί του (βλ. και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες από την καθημερινότητα της ανήλικης), έχει δε προσαρμοστεί πλήρως στο καθεστώς συνεπιμέλειάς της και αισθάνεται θαλπωρή και ασφάλεια μαζί του, πλην όμως η αιτούσα είναι εκείνη που την αντιμετωπίζει χειριστικά, προκαλώντας στην ανήλικη τύψεις και ενοχές, στην ευαίσθητη ηλικία των 4 ετών, που διανύει, με αποτέλεσμα η ανήλικη να φορτίζεται ψυχολογικά και να εσωτερικεύει την πίεση, που αισθάνεται. Η ίδια μάρτυρας αντέκρουσε επιμέρους αιτιάσεις της αιτούσας σε καθημερινά ζητήματα άσκησης της συνεπιμέλειας του καθ’ ου, όπως ότι ο τελευταίος αποφάσισε να κουρέψει το παιδί στον ύπνο του και παρά τη θέληση του ή ότι δεν μερίμνησε για την ιατρικής φροντίδα, όπως η ανήλικη τη χρειάστηκε.
Ειδικότερα, κατέθεσε ότι ο καθ’ ου έχει προβεί άμεσα σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, όποτε η κόρη του έχει ασθενήσει, με σκοπό την φροντίδα και τη μεριμνά της, δίχως να αδιαφορεί για αυτήν, ενώ δεν πιθανολογήθηκε ότι ο καθ’ ου επιχειρεί να υποκαταστήσει την αιτούσα με τη νέα σύζυγο του, στο μητρικό πρότυπο. Δεν πιθανολογήθηκε, τέλος, ότι ο καθ’ ου ασκεί την ανατεθείσα σε αυτόν συνεπιμέλειά κατά τρόπο, με τον οποίο επιδιώκεται η ψυχολογική φόρτιση της ανήλικης κόρης του ή ότι τη στρέφει εναντίον της αιτούσας, ήτοι κατά τρόπο με τον οποίο, τα χρονικά διαστήματα της εναλλασσόμενης κατοικίας της ανήλικης στον τόπο κατοικίας του, ενεργεί αντίθετα προς το συμφέρον της ανήλικης, κατά τρόπο αντιπαιδαγωγικό, φορτίζοντας την και επιβαρύνοντας την ψυχολογικά, με συνέπεια η ανήλικη να μην επιθυμεί να διαμένει μαζί του.
Επισημαίνεται ότι η συνεπιμέλειά της ανήλικης κόρης των διαδίκων, όπως αναφέρεται και στην υπό μεταρρύθμιση απόφαση, προϋποθέτει ακριβώς την κοινή προθυμία των γονέων να συνεργαστούν και να παραμερίσουν τους λόγους εκείνους, που οδήγησαν στη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους, κυρίως δε να καταφέρουν με κοινή προσπάθεια να επικοινωνούν μεταξύ τους αρμονικά, ώστε να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους για τη συνεπιμέλειά της, υπό καθεστώς συνεργασίας και συναντίληψης για το συμφέρον της, προσέγγιση που πιθανολογήθηκε ότι εφαρμόζεται μέχρι σήμερα από τον καθ’ ου, απορριπτόμενων των αντίθετων ισχυρισμών της αιτούσας ως ουσιαστικά αβάσιμων.
Εφόσον, επομένως, δεν πιθανολογήθηκαν νέα πραγματικά περιστατικά, υπό την έννοια ότι δεν μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, στις οποίες στηρίχθηκε η με αριθμό 5493/2022 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που ανέθεσε τη συνεπιμέλειά της ανήλικης κόρης των διαδίκων σε αμφότερους αυτούς, υπό το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν αιτήματος του και χωρίς κατάλογο, σε βάρος της αιτούσας, λόγω της ήττας της στη δίκη (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αιτούσας τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους, στις 24 Απριλίου 2023.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
- Δες ακόμη άρθρο Ανάκληση Απόφασης Ασφαλιστικών Μέτρων
- Δες ακόμα άρθρο Ασφαλιστικά Μέτρα για Ακίνητα
- Δες ακόμα άρθρο Ασφαλιστικά Μέτρα Νομής
- Δες ακόμα άρθρο Ασφαλιστικά Μέτρα σε Οικογενειακές Διαφορές
- Δες ακόμα άρθρο Ασφαλιστικά Μέτρα Παρενόχληση – Ψεύτικοι Λογαριασμοί Instagram/Facebook
- Δες ακόμη άρθρο Ασφαλιστικά Μέτρα κατά Facebook/Twitter/Instagram
- Δες και άρθρο Ασφαλιστικά μέτρα Μετοίκηση Οικογενειακής Στέγης
- Δες και άρθρο Ασφαλιστικά Μέτρα Συνεπιμέλεια Τέκνου
- Δες και άρθρο Ασφαλιστικά Μέτρα Επιμέλεια και Αρπαγή Τέκνων
- Δες και άρθρο Ασφαλιστικά Μέτρα Αλλαγή Πόλης Ανήλικων Τέκνων
ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΣΥΝΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ
1. Πότε μπορώ να ζητήσω μεταρρύθμιση απόφασης συνεπιμέλειας;
Η μεταρρύθμιση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων που έχει αναθέσει συνεπιμέλεια προϋποθέτει ουσιώδη μεταβολή των πραγματικών συνθηκών, τις οποίες το δικαστήριο είχε λάβει υπόψη όταν εξέδωσε την αρχική απόφαση. Δεν αρκούν αόριστες αιτιάσεις περί δυσκολίας στην επικοινωνία ή απλές διαφωνίες σε καθημερινά ζητήματα ανατροφής. Πρέπει να πιθανολογηθούν συγκεκριμένα νέα περιστατικά, όπως αδιαφορία του άλλου γονέα, αποδεδειγμένη ψυχολογική επιβάρυνση του παιδιού που συνδέεται αιτιωδώς με το καθεστώς συνεπιμέλειας, ή σοβαρή πλημμελής άσκηση των γονικών καθηκόντων. Η απόφαση που εξετάζουμε απέρριψε ακριβώς γιατί δεν αποδείχθηκε αυτή η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ δυσκολιών του παιδιού και τρόπου άσκησης της συνεπιμέλειας.
2. Πώς αποδεικνύω ότι ο άλλος γονέας αδιαφορεί για το παιδί;
Η μαρτυρική κατάθεση συγγενών δεν αρκεί από μόνη της, ιδίως όταν αντικρούεται από έγγραφα στοιχεία. Χρειάζονται αντικειμενικά αποδεικτικά μέσα: ιατρικές βεβαιώσεις και εκθέσεις ψυχοπαιδαγωγικής εκτίμησης από ειδικούς επιστήμονες, που να συσχετίζουν ρητά την κατάσταση του παιδιού με τη συμπεριφορά του γονέα. Επίσης, μηνύματα ηλεκτρονικής επικοινωνίας, βεβαιώσεις από σχολείο ή νηπιαγωγείο για τη μη συμμετοχή του γονέα, αποδείξεις μη καταβολής εξόδων υγείας ή εκπαίδευσης. Σημαντικό είναι τα στοιχεία να καταγράφουν διαρκή αδιαφορία και όχι μεμονωμένα περιστατικά διαφωνίας, που εντάσσονται στις φυσιολογικές εντάσεις μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης.
3. Τα ψυχολογικά προβλήματα του παιδιού οδηγούν σε αλλαγή συνεπιμέλειας;
Δεν αρκεί η ύπαρξη ψυχολογικού ή αναπτυξιακού ζητήματος του παιδιού. Το δικαστήριο απαιτεί να πιθανολογηθεί ότι η συγκεκριμένη διαταραχή οφείλεται στο καθεστώς συνεπιμέλειας ή στον τρόπο που την ασκεί ο ένας γονέας. Στην πράξη, οι παιδοψυχιατρικές βεβαιώσεις συνήθως αναφέρουν γενικά ότι χρειάζεται συμβουλευτική γονέων μετά από διαζύγιο, χωρίς να αποδίδουν δυσλειτουργία σε συγκεκριμένο γονέα. Όταν λείπει αυτή η ειδική συσχέτιση, η αίτηση μεταρρύθμισης απορρίπτεται. Χρειάζεται στοχευμένη ψυχοπαιδαγωγική εκτίμηση που να εντοπίζει με σαφήνεια την αιτιώδη σχέση μεταξύ προβλήματος και συμπεριφοράς του γονέα.
4. Πόσο διαρκεί η διαδικασία ανάκλησης ή μεταρρύθμισης;
Η αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης ασφαλιστικών μέτρων ασκείται στο Μονομελές Πρωτοδικείο που εξέδωσε την αρχική απόφαση. Ο χρόνος προσδιορισμού της δικασίμου εξαρτάται από τον φόρτο του δικαστηρίου, αλλά τυπικά κυμαίνεται από δύο έως έξι μήνες. Η ίδια η συζήτηση γίνεται σε μία δικάσιμο και η απόφαση εκδίδεται συνήθως εντός ενός με τριών μηνών. Εάν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, μπορεί να ζητηθεί προσωρινή διαταγή με συντομότερη εκδίκαση. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια αναμονής η αρχική απόφαση παραμένει σε ισχύ και πρέπει να τηρείται και από τους δύο γονείς.
5. Τι έγγραφα χρειάζομαι για αίτηση μεταρρύθμισης;
Απαραίτητα είναι η αρχική απόφαση που ανέθεσε τη συνεπιμέλεια, ιατρικές γνωματεύσεις και εκθέσεις ψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου που τεκμηριώνουν συγκεκριμένη βλάβη του παιδιού, μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ των γονέων που αποδεικνύουν τη συμπεριφορά του άλλου, βεβαιώσεις από εκπαιδευτικά ιδρύματα, αποδείξεις δαπανών για το παιδί, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που έχουν προσωπική γνώση της καθημερινότητας του παιδιού. Σημαντικό είναι οι μάρτυρες να μην είναι μόνο στενοί συγγενείς του ενός γονέα, καθώς το δικαστήριο εκτιμά ιδιαίτερα τις καταθέσεις τρίτων προσώπων που έχουν παρακολουθήσει αμερόληπτα τη σχέση γονέα-παιδιού.
6. Πώς βοηθά ο δικηγόρος σε υπόθεση μεταρρύθμισης συνεπιμέλειας;
Ο δικηγόρος εκτιμά αρχικά αν τα στοιχεία που υπάρχουν θεμελιώνουν πραγματικά ουσιώδη μεταβολή συνθηκών ή αν πρόκειται για συνηθισμένες δυσκολίες προσαρμογής, που δεν επαρκούν για ανάκληση. Καθοδηγεί στη συγκέντρωση κρίσιμων αποδεικτικών μέσων, ιδίως ψυχοπαιδαγωγικών εκθέσεων από εξειδικευμένους επιστήμονες, και επιλέγει κατάλληλους μάρτυρες. Συντάσσει την αίτηση εστιάζοντας στην αιτιώδη σύνδεση μεταξύ της συμπεριφοράς του άλλου γονέα και της επιβάρυνσης του παιδιού. Εκπροσωπεί τον γονέα στο ακροατήριο, εξετάζει μάρτυρες και αντικρούει τα αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία. Επίσης, προειδοποιεί για τον κίνδυνο επιβολής δικαστικών εξόδων σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, όπως συνέβη στην απόφαση που εξετάζουμε.


