ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Εφαρμογή μέτρων δέουσας επιμέλειας στο Ξέπλυμα Βρώμικου Χρήματος
1. Οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι, ως υπόχρεα πρόσωπα, όταν ενεργούν στο πλαίσιο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων που ορίζεται με το εδάφιο ιγ΄ της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν.3691/2008, οφείλουν να εφαρμόζουν τα μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας (άρθρο 13) και αυξημένης δέουσας επιμέλειας (άρθρο 19) ως προς τον πελάτη, όταν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις για απόπειρα ή διάπραξη πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος) ανεξάρτητα από το ύψος του ποσού της συναλλαγής, που προέρχονται από πράξεις τρομοκρατίας, εμπορίας ναρκωτικών και οργανωμένου εγκλήματος.
2. Όταν οι ανωτέρω διενεργούν συναλλαγές που ανέρχονται σε ποσό τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ανεξάρτητα αν αυτές διενεργούνται με μια μόνη πράξη ή με περισσότερες , μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση, οφείλουν να ελέγχουν την ταυτότητα του πελάτη βάσει των εγγράφων που ορίζονται στο νόμο (άρθρο 8 του ν. 2830/2000 «Κώδικας Συμβολαιογράφων») καθώς και την ταυτότητα του πραγματικού ή των πραγματικών δικαιούχων της εταιρείας-πελάτη βάσει των προσκομιζόμενων νομιμοποιητικών εγγράφων της εταιρείας –πελάτη.
Αποφυγή συναλλαγών σε υπόνοια για Ξέπλυμα Βρώμικου Χρήματος
3. Δικηγόροι και συμβολαιογράφοι ενεργώντας στο πλαίσιο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους, αν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ή γνωρίζουν ότι η σχεδιαζόμενη πράξη ή συναλλαγή για την οποία ζητείται η συνδρομή τους συνδέεται με αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος), οφείλουν να αποφύγουν τη διενέργεια της συναλλαγής, την άσκηση δραστηριότητας ή την παροχή των υπηρεσιών τους. Φύλαξη αρχείων και στοιχείων.
4. Οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι, σε περίπτωση διερεύνησης τυχόν απόπειρας ή διάπραξης αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες από την Επιτροπή του άρθρου 7 του ν. 3691/2008 ή από κάθε άλλη αρμόδια αρχή, οφείλουν να φυλάσσουν: i) Τα νομιμοποιητικά έγγραφα της ταυτότητας του πελάτη κατά τη σύναψη κάθε είδους σύμβασης, καθώς και ii) τα πρωτότυπα ή αντίγραφα παραστατικά κάθε είδους συναλλαγών, για χρονικό διάστημα πέντε ετών μετά το τέλος της επιχειρηματικής σχέσης με τον πελάτη ή την εκτέλεση της κάθε συναλλαγής. Τα στοιχεία αυτά φυλάσσονται σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή για το ως άνω χρονικό διάστημα, εκτός αν επιβάλλεται με άλλη διάταξη νόμου ή κανονιστικής απόφασης η φύλαξή τους επί μακρότερο χρονικό διάστημα.
Πειθαρχικές κυρώσεις σε περίπτωση για Ξέπλυμα Βρώμικου Χρήματος
5. Σε περίπτωση που δικηγόρος ή συμβολαιογράφος παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του ν. 3691/2008, σε συνδυασμό με αυτές που καθορίζονται με την παρούσα απόφαση, το Υπουργείο Δικαιοσύνης ως αρμόδια αρχή, παραπέμπει το υπόχρεο πρόσωπο στον οικείο Δικηγορικό ή Συμβολαιογραφικό Σύλλογο, στον οποίο διαβιβάζονται όλα τα στοιχεία της παράβασης, προκειμένου να ασκηθεί ο προβλεπόμενος από τις κείμενες διατάξεις πειθαρχικός έλεγχος. 6. Η παρούσα κανονιστική απόφαση κοινοποιείται προς άπαντες τους Δικηγορικούς και Συμβολαιογραφικούς Συλλόγους της χώρας, προκειμένου να ενημερώσουν τα μέλη τους για το περιεχόμενό της.
ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΣΤΟ ΞΕΠΛΥΜΑ ΒΡΩΜΙΚΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ
1. Τι ποινή αντιμετωπίζω αν κατηγορηθώ για ξέπλυμα;
Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ν. 4557/2018, ο οποίος αντικατέστησε τον ν. 3691/2008) προβλέπει ποινές κάθειρξης που, ανάλογα με τη μορφή και το ύψος του ποσού, μπορεί να φτάσουν σε σοβαρά επίπεδα, με δυνατότητα δήμευσης περιουσιακών στοιχείων. Η εικόνα όμως δεν απαιτεί άμεση παραίτηση. Ο δικηγόρος μπορεί να επιδιώξει την αναγνώριση ελαφρυντικών (πρότερος έντιμος βίος, μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά, ειλικρινής μετάνοια κατά το άρθρο 84 ΠΚ), αναστολή εκτέλεσης της ποινής, μετατροπή σε χρηματική ή κοινωφελή εργασία, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Σε αρκετές περιπτώσεις, η αμφισβήτηση του βασικού αδικήματος από το οποίο φέρονται να προέρχονται τα έσοδα ανατρέπει την κατηγορία.
2. Τι κάνω αν ο συμβολαιογράφος υπέβαλε αναφορά ύποπτης συναλλαγής;
Όταν δικηγόρος ή συμβολαιογράφος εντοπίζει βάσιμες ενδείξεις, οφείλει να υποβάλει αναφορά στην Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο πολίτης είναι ένοχος. Η αναφορά αξιολογείται από την Αρχή και, αν προκύψουν στοιχεία, διαβιβάζεται στην Εισαγγελία. Ο πολίτης που πληροφορείται έλεγχο ή κλήση σε προανάκριση πρέπει άμεσα να αναθέσει την υπόθεση σε δικηγόρο, ώστε να προετοιμαστεί η απολογία, να συγκεντρωθούν αποδεικτικά στοιχεία για τη νόμιμη προέλευση των χρημάτων (φορολογικές δηλώσεις, τραπεζικά παραστατικά, συμβόλαια) και να ασκηθεί το δικαίωμα σιωπής όπου χρειάζεται.
3. Σε πόσο χρόνο ολοκληρώνεται η ποινική διαδικασία;
Η διερεύνηση από την αρμόδια Αρχή και η προανάκριση συχνά διαρκούν αρκετούς μήνες έως και πάνω από έναν χρόνο, ιδίως όταν εμπλέκονται διασυνοριακές συναλλαγές ή χρηματοοικονομικά ιδρύματα του εξωτερικού. Η εκδίκαση σε πρώτο βαθμό από το αρμόδιο Τριμελές ή Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων προγραμματίζεται κατά κανόνα 1 με 3 χρόνια μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, ενώ τυχόν έφεση επιμηκύνει τον χρόνο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η παραγραφή ή ελαττώματα της δικογραφίας μπορούν να επιφέρουν παύση της δίωξης πιο γρήγορα.
4. Τι έγγραφα χρειάζεται να προσκομίσω για την υπεράσπισή μου;
Βασικά είναι όσα τεκμηριώνουν τη νόμιμη προέλευση των χρημάτων: εκκαθαριστικά εφορίας, Ε1 και Ε9 πολλών ετών, βεβαιώσεις αποδοχών, συμβόλαια πώλησης ακινήτων, αποδεικτικά κληρονομικής διαδοχής, δωρεών ή γονικών παροχών, τραπεζικές κινήσεις, δάνεια και αποδείξεις. Επιπλέον χρειάζονται τα νομιμοποιητικά έγγραφα τυχόν εταιρείας (καταστατικό, ΓΕΜΗ, φορολογικά στοιχεία), αλληλογραφία με τράπεζες ή λογιστή και κάθε στοιχείο που δείχνει τη συνέχεια και διαφάνεια της οικονομικής δραστηριότητας. Όσο πιο πλήρης η τεκμηρίωση, τόσο ισχυρότερη η άμυνα.
5. Τι πιθανότητες έχω να αποφύγω καταδίκη;
Εξαρτάται από τα στοιχεία της δικογραφίας, αλλά οι γραμμές άμυνας είναι αρκετές. Συχνά η κατηγορία στηρίζεται σε ενδείξεις που δεν αποδεικνύουν διασύνδεση με βασικό αδίκημα. Μπορεί να αμφισβητηθεί η ύπαρξη του βασικού εγκλήματος, η γνώση του κατηγορουμένου για την παράνομη προέλευση (απαιτείται δόλος), η αρμοδιότητα της αρχής που συνέλεξε τα στοιχεία, η νομιμότητα των άρσεων τραπεζικού απορρήτου ή η αξιοπιστία των αναφορών. Εφαρμόζεται η αρχή «εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου». Με σωστή προετοιμασία, αρκετές υποθέσεις οδηγούνται σε αθώωση, μείωση κατηγορίας από κακούργημα σε πλημμέλημα ή αναστολή ποινής.
6. Ποιος ο ρόλος του δικηγόρου σε υπόθεση ξεπλύματος;
Το γραφείο μας αναλαμβάνει την υπεράσπιση από το πρώτο στάδιο της προανάκρισης, με μελέτη της δικογραφίας, τεκμηρίωση της νόμιμης προέλευσης των ποσών, σύνταξη υπομνημάτων και απολογητικού υπομνήματος, παράσταση στις ανακριτικές πράξεις και υποστήριξη στο ακροατήριο. Παράλληλα, χειρίζεται αιτήματα άρσης δέσμευσης λογαριασμών και απαγόρευσης εκποίησης ακινήτων, που συχνά πλήττουν τον κατηγορούμενο πριν ακόμη εκδοθεί απόφαση. Η εξειδίκευση της Δικηγορικής Εταιρίας ΖΙΑΜΠΑΡΑ Δ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ στο Ηλεκτρονικό Έγκλημα και σε οικονομικά αδικήματα επιτρέπει την αποτελεσματική αντιμετώπιση σύνθετων υποθέσεων με χρηματοοικονομική και ψηφιακή διάσταση.


