Επισκεφθείτε μας: Κέντρο Αθήνας, Σταθμός Λαρίσης, Οδός Χωματιανού 31 (Πλησίον Μετρό) --- info@ziamparas.gr --- Καλέστε μας: 210 82 18 945 ή 6975 127 045

Δικηγόρος Ιατρικής Αμέλειας

Η ιατρική και η νομική αποτελούν δύο σπουδαίες επιστήμες, των οποίων οι δρόμοι τους συναντιούνται στην ιατρική αμέλεια.

 

Τα σημαντικότερα παραδείγματα για ιατρική αμέλεια αποτελούν: 

  1. Η λανθασμένη διάγνωση,
  2. Η αγνόηση ή λανθασμένη ερμηνεία των εργαστηριακών εξετάσεων,
  3. Η αδυναμία υπόδειξης των ενδεδειγμένων εξετάσεων,
  4. Η ακατάλληλη φαρμακευτική αγωγή ή δοσολογία,
  5. Η μη απαραίτητη επέμβαση,
  6. Το χειρουργικό λάθος ή η επέμβαση σε λάθος σημείο,
  7. Το γρήγορο εξιτήριο από το νοσοκομείο,
  8. Η ελλιπής μετανοσηλευτική θεραπεία ή φροντίδα.

Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι ακόμα κι αν ο ιατρός λάβει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο επιπλοκής, καθώς δεν υπάρχει εξέταση ή επέμβαση που να είναι απολύτως ασφαλής.

Έτσι, λοιπόν, η συνάντηση των δύο αυτών επιστημών έχει ορισμένες φορές δυσάρεστη αφετηρία, ενίοτε δε και δυσάρεστη κατάληξη. Η καθημερινή πρακτική κατέδειξε ότι τα κατανοητά αισθήματα ασθενών ή των συγγενών τους σε περίπτωση επιπλοκών της υγείας ή η αρνητική ψυχολογία μπροστά στην είδηση του θανάτου, οδηγούν συχνά, δίκαια ή άδικα, σε αναζήτηση ευθυνών, ειδικότερα στο πρόσωπο του ιατρού. Από την άλλη πλευρά επίσης είναι ενδεχόμενο –ενόψει του προηγουμένου φαινομένου- ποσοστό ιατρών να αναγκάζονται να λειτουργούν όχι με γνώμονα τα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, αλλά τη θωράκιση των πράξεών τους απέναντι σε πιθανή εμπλοκή των ιδίων με τη δικαιοσύνη και ιδίως την ποινική. Αυτή η “αμυντική ιατρική”, όπως ονομάζεται, όχι μόνο κοστίζει, λ.χ. με επιλογές υπερβολικών ή και σε κάποιες περιπτώσεις και περιττών εξετάσεων του ασθενούς, αλλά και δε φαίνεται φυσικά να προάγει το επίπεδο της παρεχόμενης ιατρικής φροντίδας.

Ανεξάρτητα από αυτήν την πρακτική, εάν, και με αφετηρία και τα όσα προηγήθηκαν, ανακύψει ποινική υπόθεση ιατρικού σφάλματος ή άλλως λεγόμενης ιατρικής αμέλειας, διακυβεύονται πολλά και για τις δύο πλευρές. Για τον μεν ιατρό, εκτός από την ποινή φυλάκισης που μπορεί να του επιβληθεί και την αποζημίωση που θα κληθεί ενδεχομένως να καταβάλει, διακυβεύεται η ιατρική του φήμη και η υπόληψή του ως επιστήμονα και επαγγελματία. Αλλά και για τον ασθενή προέχει η διαφύλαξη των νόμιμων δικαιωμάτων του και η δικαστική του προστασία.

Το ποινικό δικαστήριο σε αυτές τις υποθέσεις με ιατρική αμέλεια, λαμβάνοντας υπόψη, αφού τις διερευνήσει αποδεικτικά, τις θέσεις και τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών, οφείλει να διαγνώσει την αλήθεια και να καταλογίσει ποινικές ευθύνες μόνον εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση πράγματι υπάρχουν. Συνακόλουθα σε κεντρικό πυρήνα της παρούσης θεματικής αναδεικνύεται
πλέον το κρίσιμο ζήτημα υπό ποιες, σύμφωνα με το νόμο, προϋποθέσεις και όρους το ποινικό δικαστήριο κρίνει και τελικά καταφάσκει ιατρικό σφάλμα, καταλογίζει στον ιατρό αμέλεια ως προς την ύπαρξή του και κηρύσσει αυτόν ένοχο -προφανώς εδώ- είτε για σωματική βλάβη από αμέλεια είτε για ανθρωποκτονία από αμέλεια.

Κοινή προϋπόθεση για να κριθεί ότι ο ιατρός τέλεσε κάποια από τις δύο αυτές αξιόποινες πράξεις είναι αρχικά και μέσω των αποδείξεων να διαπιστωθεί ύπαρξη αντικειμενικά ιατρικού σφάλματος. Αυτό στην επιστήμη και δογματική του ποινικού δικαίου ονομάζεται, όπως είναι γνωστό, “εξωτερική αμέλεια” και περιεχόμενό της είναι μία ή περισσότερες πλημμέλειες κατά την ιατρική πράξη.

Είναι γεγονός, ότι η κυρίαρχη άποψη τόσο στη θεωρία του ποινικού δικαίου, όσο και στη νομολογία των ποινικών δικαστηρίων, ανεξάρτητα από το πώς αυτή κάθε φορά διατυπώνεται, δέχεται ότι αυτή η καλούμενη εξωτερική αμέλεια ή, με άλλα λόγια, το αντικειμενικό ιατρικό σφάλμα υπάρχει όταν ο ιατρός ενεργεί κατά παράβαση ή απόκλιση από τους κοινά αναγνωρισμένους κανόνες ή τα εκάστοτε επιστημονικά δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, τέχνης και πρακτικής. Όταν λοιπόν ο ιατρός ενεργεί με τρόπο που αποτελεί τέτοια παράβαση ή απόκλιση και πραγματώνει έτσι μία επικίνδυνη για τη ζωή ή την υγεία του ασθενούς ιατρική πράξη, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση της ύπαρξης εξωτερικά πλημμελούς, δηλαδή εσφαλμένης, συμπεριφοράς. Αυτή αποτελεί κατά την κρατούσα άποψη την πρώτη απαραίτητη προϋπόθεση για να αποδοθεί στον ιατρό ποινική ευθύνη για ανθρωποκτονία ή σωματική βλάβη από αμέλεια (άρθρα 302, 314 και 28 ΠΚ). Αυτό ισχύει μόνον εφόσον, κατά τη δεύτερη ουσιώδη προϋπόθεση, σε αυτήν την αντικειμενικά εσφαλμένη και επικίνδυνη συμπεριφορά του ιατρού αποδεικνύεται ότι οφείλεται αιτιωδώς στη συνέχεια το βλαπτικό για τον ασθενή αποτέλεσμα.

Η παραπάνω πλημμελής, δηλαδή εσφαλμένη, συμπεριφορά του ιατρού, μπορεί να εκδηλώνεται με πράξη, ή με παράλειψη, ή με συνδυασμό αυτών των δύο. Για καλύτερη κατανόηση αυτής της διάκρισης, χαρακτηριστικά παραδείγματα μας παρέχει η νομολογία των ποινικών δικαστηρίων που δίκασαν υποθέσεις ιατρικού σφάλματος. Έτσι, λ.χ. κρίθηκαν ως ιατρικό λάθος ή ιατρική πλημμέλεια που πραγματώθηκε με πράξη, σύμφωνα με αντίστοιχες δικαστικές αποφάσεις, οι εξής περιπτώσεις: Η εσφαλμένη διάγνωση και η εξαιτίας αυτής λανθασμένη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, αλλά και η μετά από σωστή διάγνωση παροχή εσφαλμένης φαρμακευτικής αγωγής, όπως λ.χ. συμβαίνει σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας ή ακαταλλήλου φαρμάκου. Επίσης, όμοια κρίθηκε το σφάλμα κατά τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης, οφειλόμενο σε λανθασμένο χειρισμό, όπως συμβαίνει σε ακούσια τρώση άλλου οργάνου κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης.

Από την άλλη πλευρά, κρίθηκαν δικαστικώς ως ιατρικά σφάλματα που εκδηλώθηκαν με παράλειψη λ.χ. η μη έγκαιρη διακομιδή στο νοσοκομείο από το ιδιωτικό ιατρείο, η πλημμελής κλινική εξέταση του ασθενούς κατά την επίσκεψη στο νοσοκομείο και η μη έγκαιρη διενέργεια των κατάλληλων εργαστηριακών ή απεικονιστικών εξετάσεων. Τέλος, ιατρική πλημμέλεια, δηλαδή ιατρικό λάθος αντικειμενικά σύνθετης συμπεριφοράς, ενέχουσας αρχικά μια πράξη και μετά παράλειψη του ιατρού, κρίθηκε δικαστικώς η περίπτωση π.χ. κατά την οποία αποδείχθηκε σφάλμα κατά την χειρουργική επέμβαση και κατόπιν μη έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της επιπλοκής, που προήλθε από το σφάλμα αυτό.

Διευκρινίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 15 και του νέου Ποινικού Κώδικα, για να υπάρξει ιατρικό σφάλμα με παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του ιατρού ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αξιόποινου αποτελέσματος, δηλαδή της σωματικής βλάβης με την έννοια της επιδείνωσης της υγείας του ασθενούς ή του θανάτου. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση lege artis αντιμετώπισης ενός ιατρικού περιστατικού μπορεί να πηγάζει είτε ευθέως από το νόμο, όπως από τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, είτε από σύμβαση του ιατρού με τον ασθενή ή με φορέα παροχής ιατρικών υπηρεσιών, όπως είναι μία ιδιωτική κλινική, είτε τέλος από προηγηθείσα επικίνδυνη ιατρική πράξη του ιατρού στον ίδιο ασθενή που καλείται να περιθάλψει, όπως συμβαίνει στο τελευταίο από τα παραπάνω παραδείγματα.

Μετά τη διαπίστωση, σύμφωνα με όσα ήδη ειπώθηκαν, ότι συντρέχει αντικειμενικά εσφαλμένη συμπεριφορά του ιατρού κατά την αντιμετώπιση ιατρικού περιστατικού και η ύπαρξη αιτιώδους σχέσης, δηλαδή αντικειμενικού συνδέσμου αυτής με την πρόκληση είτε σωματικής βλάβης, δηλαδή επιδείνωσης της υγείας του ασθενούς, είτε θανάτου, το δικαστήριο ερευνά πλέον το υποκειμενικό στοιχείο και ειδικότερα αν αυτά μπορούν να αποδοθούν σε αμέλεια του ιατρού σύμφωνα με το θεμελιώδες άρθρο 28 του Ποινικού Κώδικα. Δηλαδή πραγματώνει ο ιατρός κατά περίπτωση τις αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια ή της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αν τα κατά τα προεκτεθέντα ιατρικό σφάλμα και αξιόποινο αποτέλεσμα σωματικής βλάβης ή θανάτου μπορούν να αποδοθούν σε έλλειψη της προσοχής, την οποία ο ιατρός αφενός όφειλε να επιδείξει κάτω από τις εκάστοτε συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις και αφετέρου μπορούσε να επιδείξει με βάση τις ατομικές του ιδιότητες, όπως π.χ. είναι το επίπεδο της εκπαίδευσής του ή η εμπειρία του. Το τελευταίο αυτό υποκειμενικό κριτήριο λειτουργεί και υπέρ του ιατρού. Δηλαδή, αν για παράδειγμα το αντικειμενικά ιατρικό λάθος δεν οφείλεται σε έλλειψη της προσοχής, την οποία ο πρόσφατα ειδικευθείς και με μικρή εμπειρία ιατρός δεν μπορούσε να επιδείξει στο δυσχερές περιστατικό που κλήθηκε επειγόντως να αντιμετωπίσει, δεν υφίσταται ως προς αυτόν αξιόποινη πράξη ανεξάρτητα αν επήλθε το δυσμενές αποτέλεσμα. Στο ανωτέρω υποκειμενικό κριτήριο της αμέλειας υπάγεται κατά την ορθότερη άποψη και η εκάστοτε προσωπική κατάσταση του ιατρού, φυσική ή ψυχολογική. Έτσι λ.χ. διαφορετικά κρίνεται από το ποινικό δίκαιο το μέτρο της επιμέλειας για κάποιον ιατρό που συνεχίζει να εργάζεται μετά από μία ολονύκτια και βαριά εφημερία, καλούμενος ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει και ένα δυσχερές και εξαιρετικά επείγον περιστατικό. Τελικά η αμέλεια καταλογίζεται ως ποινικό μέγεθος στον ιατρό, αν από την παραπάνω σωρευτική συνδρομή του αντικειμενικού και του υποκειμενικού κριτηρίου της, αυτός είτε δεν πρόβλεψε καν το αξιόποινο αποτέλεσμα της επιδείνωσης της υγείας του ασθενούς ή του θανάτου, είτε πρόβλεψε μεν αυτό το αποτέλεσμα όμως αμελώς -με την προεκτεθείσα έννοια- πίστευε ότι αυτό δεν θα επέλθει (άρθρο 28 Π.Κ.).

Μιλώντας για τα κριτήρια για την ιατρική αμέλεια στο χώρο, όπως αποκαλείται, του ιατρικού ποινικού δικαίου, διευκρινίζεται και τονίζεται ότι δεν είναι ορθό, ούτε επιτρεπτό οι τυχόν εξαιρετικές επιτυχίες ή επιδόσεις σε δύσκολα περιστατικά ενός ιατρού ή οι ιδιαίτερες κατά περίπτωση ικανότητές του, που συχνά αναγνωρίζονται στον ιατρικό κόσμο, να επιβαρύνουν δυσανάλογα σε σχέση με τους άλλους συναδέλφους του την ποινική ευθύνη του, δηλαδή με την έννοια η έννομη τάξη και η δικαιοσύνη να αξιώνουν από αυτόν βαρύτερες απαιτήσεις με τη μορφή της επίδειξης εκ μέρους του μιας ιδιάζουσας και ανώτερης επιμέλειας στην αντιμετώπιση του κάθε περιστατικού. Και τούτο διότι, αν συνέβαινε το τελευταίο, ο ιδιαίτερα επιμελής ή ικανός ιατρός θα αντιμετωπίζονταν ποινικά αυστηρότερα από το μέσο συνάδελφό του, κάτι που φαντάζει άδικο και άτοπο. Γι´ αυτό το ορθό και ασφαλές κριτήριο για τη διαπίστωση της έλλειψης ή μη της προσοχής του ιατρού κατά την αντικειμενικά εσφαλμένη αντιμετώπιση ενός ιατρικού περιστατικού, είναι η προσοχή και η επιμέλεια που έπρεπε να επιδείξει ο μέσος ιατρός, της ίδιας ειδικότητας και με την ανάλογη εκπαίδευση και εμπειρία, υπό τις παρόμοιες συνθήκες του προς αντιμετώπιση ιατρικού περιστατικού. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δηλαδή του μέσου κριτηρίου στην ιατρική αμέλεια και του κατά περίπτωση προσδιορισμού της, η ποινική αντιμετώπιση των ιατρών είναι και δίκαιη και ισότιμη ως προς τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια.

Επομένως μόνον αν συντρέξουν όλες σωρευτικά οι παραπάνω αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις για την ιατρική αμέλεια, που προσδιορίζει και εξειδικεύει το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, τότε μπορεί να κριθεί ένοχος ο ιατρός ότι πραγμάτωσε τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις. Εδώ όμως και ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, έχει ιδιαίτερη αξία και σημασία ένα ουσιώδες ζήτημα. Σε επικίνδυνες ή οριακές για τον ασθενή περιπτώσεις, ο ιατρός πρέπει να παίρνει το ρίσκο μιας κρινόμενης lege artis ως αναγκαίας μεν ιατρικής πράξης, αλλά με αμφίβολα κατά την ιατρική επιστήμη πιθανά αποτελέσματα, προκειμένου είτε να βελτιώσει την υγεία του ασθενούς είτε να αποτρέψει την άμεση επιδείνωσή της ή τον θάνατό του. Αν -ατυχώς- αυτή η ιατρική πράξη δεν επιτύχει το στόχο της, κάτι που κατά την ιατρική επιστήμη ήταν, ως ελέχθη, ενδεχόμενο, το ποινικό δίκαιο εδώ δεν έχει έδαφος εφαρμογής. Αν γίνει δεκτή η αντίθετη άποψη, που δεν είναι φυσικά ορθή, ψαλιδίζεται η αναγκαία πρωτοβουλία του ιατρού στα δυσχερή ή επικίνδυνα περιστατικά προς βλάβη του αληθούς, κατά την επιστήμη, συμφέροντος του ασθενούς. Δηλαδή στην τελευταία αυτή περίπτωση θα φάνταζε το άτοπο, ότι η έννομη τάξη εξωθεί τον ιατρό στην κατακριτέα, όπως προαναφέρθηκε, και παρακμιακή αμυντική ιατρική.

Ως προς την τελευταία, αξίζει να σημειωθεί, ότι έντονα επικρίθηκε αυτή στο εξαιρετικού ενδιαφέροντος συνέδριο για ιατρική αμέλεια, που διοργανώθηκε το Νοέμβριο του 2009 στη Θεσσαλονίκη από το ερευνητικό Δίκτυο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με ονομασία “Σύγχρονη Ιατρική Πράξη, Βιοϊατρική και Δίκαιο” με θέμα του συνεδρίου “Η ιατρική Ευθύνη στην πράξη” και με μικτή συμμετοχή ιατρών και νομικών. Σε αυτό, ο καθηγητής Μαιευτικής-Γυναικολογίας και Ανθρώπινης αναπαραγωγής της ιατρικής Σχολής του ανωτέρω Πανεπιστημίου, Βασίλειος Ταρλατζής, επικρίνοντας την αμυντική ιατρική, μεταξύ άλλων επισήμανε ότι «ο φόβος μιας δικαστικής εμπλοκής μπορεί να οδηγήσει και έχει ήδη οδηγήσει, ιδιαίτερα τους νέους ιατρούς, να ζητούν με μεγάλη ευκολία και χωρίς απόλυτη ένδειξη πληθώρα εξετάσεων, συμπεριλαμβανομένων και πολύ δαπανηρών, όπως αξονική ή μαγνητική τομογραφία, προκειμένου να αισθάνονται καλυμμένοι», με ό,τι αρνητικό αυτή η τακτική συνεπάγεται. Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι αυτή η «αμυντική» υπερβολή, δεν είναι αυτό που αξιώνει το Ποινικό Δίκαιο. Για το λόγο αυτό, αν οι ως άνω περιττές και καθ΄ υπερβολή ιατρικές εξετάσεις δεν γίνουν, εφόσον κατά την ιατρική επιστήμη και πρακτική δεν κρίνονταν απαραίτητες για την αντιμετώπιση συγκεκριμένου περιστατικού, δεν υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού, έστω και αν προκύψει επιδείνωση της υγείας του ασθενούς ή θάνατος. Δηλαδή η παράλειψη της μη ενδεδειγμένης lege artis υπερβολής προς την οποία εξωθεί η αμυντική ιατρική, δεν ελέγχεται ποινικά, αφού εδώ ο ιατρός ούτε σφάλλει αντικειμενικά, ούτε αμελεί υποκειμενικά.

Ένα επίσης κρίσιμο ζήτημα στην ιατρική αμέλεια, απολύτως συναφές με τα προηγούμενα, που πρέπει με σαφήνεια να οριοθετηθεί εδώ και να προσδιορισθεί με βάση τις ρυθμίσεις του ισχύοντος δικαίου, είναι η σημασία και οι συνεπαγόμενες έννομες συνέπειες της συναίνεσης ή της άρνησης του ασθενούς να δεχθεί συγκεκριμένη ιατρική πράξη. Σύμφωνα λοιπόν με τα ισχύοντα σήμερα νομοθετήματα το ζήτημα αυτό αντιμετωπίζεται ως εξής : Καταρχήν, σε κάθε περίπτωση ο ιατρός είναι υποχρεωμένος να προσφέρει τις υπηρεσίες του, εφόσον ο ασθενής συναινεί. Αν ο ασθενής αρνείται την πραγματοποίηση της ιατρικής πράξης, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιατρού ως προς αυτήν παύει να υπάρχει και επομένως σε αυτήν την περίπτωση δεν διαπράττει ο ιατρός τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια, αν μετά από αυτήν την άρνηση επέλθει θάνατος ή επιδείνωση της υγείας του ασθενούς. Η άποψη αυτή κυριαρχεί στο χώρο της επιστήμης του ποινικού δικαίου και της δογματικής του και άλλωστε εδράζεται στην ισχύουσα νομοθεσία. Ειδικότερα η υποχρεωτική θεραπεία, ακόμη και όταν η ζωή του ασθενούς βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, απαγορεύτηκε στο δίκαιο ήδη με το άρθρο 47 § 3 Ν. 2071/1992. Αυτή η απαγόρευση κατοχυρώθηκε στη συνέχεια στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοϊατρική. Η Σύμβαση αυτή κυρώθηκε στη χώρα μας με το Ν. 2619/1998 –με κρίσιμο το άρθρο 6 § 1 αυτής- και συνακόλουθα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη τυχόν αντίθετη διάταξη νόμου σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματός μας.

Η ίδια απαγόρευση υποχρεωτικής θεραπείας περιλαμβάνεται πλέον, εναρμονισμένη με την ανωτέρω Ευρωπαϊκή Σύμβαση, και στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, όπου ορίζεται μάλιστα ρητά ότι ο ιατρός υποχρεούται να απέχει από οποιαδήποτε ιατρική πράξη χωρίς προηγούμενη συναίνεση του ασθενούς. Αυτό προβλέπει το άρθρο 12 § 1 του Κώδικα αυτού, δηλαδή του Ν. 3418/2005. Μάλιστα, ακόμη και στις επείγουσες περιπτώσεις, κατά τις οποίες συντρέχει άμεση, απόλυτη και κατεπείγουσα ανάγκη παροχής ιατρικής φροντίδας, ο ιατρός σύμφωνα με το άρθρο 12 § 3 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας μπορεί να επέμβει, χωρίς συναίνεση, μόνον όταν η συναίνεση αυτή δεν είναι δυνατόν να ληφθεί. Έτσι, η ανάγκη αντιμετώπισης ενός επείγοντος και κρίσιμου περιστατικού δημιουργεί σε κάποιες περιπτώσεις υποχρέωση παρέμβασης του ιατρού, χωρίς εδώ να έχει προηγηθεί πλήρης ενημέρωση του ασθενούς και να έχει δοθεί η συναίνεσή του σε συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή. Αυτό για παράδειγμα συμβαίνει όταν ο ασθενής μεταφέρεται σε αφασία και σε απολύτως κρίσιμη κατάσταση σε ένα νοσοκομείο μετά από ατύχημα ή κρίνεται ψυχιατρικά απολύτως ακαταλόγιστος.

Στις περιπτώσεις αυτές, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 12 § 3 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, ο ιατρός υποχρεούται να προχωρήσει άμεσα στην εκτέλεση της αναγκαίας ιατρικής πράξης, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος που απειλεί τη ζωή ή την υγεία του ασθενούς. Ακούγεται μάλιστα στην περίπτωση αυτή η εκδοχή ότι ο ιατρός θα πρέπει να ζητεί πάντως τη σύμφωνη γνώμη των συγγενών του ασθενούς ή των προσώπων που έχουν αναλάβει την επιμέλειά του, όπως στην περίπτωση ανηλίκου. Όμως, κατά την απολύτως κρατούσα άποψη, στο Δίκαιο καμία τέτοια υποχρέωση δεν έχει ο ιατρός, αλλά πρέπει άμεσα να προβεί στις αναγκαίες ιατρικές πράξεις για την αντιμετώπιση του κρίσιμου και επείγοντος περιστατικού, καθώς άλλωστε κανένας συγγενής ή πολύ περισσότερο τρίτος, δεν μπορεί να διαθέτει κατά βούληση τη ζωή ή την υγεία άλλων προσώπων. Τα παραπάνω προκύπτουν ευθέως και από το άρθρο 12 § 3 περ. γ΄ του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι ο εισαγγελέας στην ιατρική αμέλεια, ως δικαστικός λειτουργός κατά το άρθρο 88 του Συντάγματος, που ερευνά υπόθεση ιατρικού σφάλματος, έχει την ευχέρεια αλλά και τη νομική υποχρέωση από τα άρθρα 43 και 51 του νέου ΚΠΔ, αν από την έρευνά του μέσω της διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι συνέτρεξαν στη συγκεκριμένη υπόθεση οι παραπάνω κατά νόμο ουσιαστικές προϋποθέσεις ύπαρξης ιατρικού σφάλματος, οφειλόμενου σε αμέλεια του ιατρού με την προεκτεθείσα έννοια, και συνεπώς αυτός δεν πραγμάτωσε τις αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια ή της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, εδώ οφείλει -ο εισαγγελέας- να μην ασκήσει ποινική δίωξη κατά του ιατρού για αυτές τις πράξεις, αλλά να θέσει την υπόθεση στο αρχείο ή να απορρίψει την έγκληση του παθόντος αντιστοίχως. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται μία άσκοπη, ψυχοφθόρα και δαπανηρή για τον ιατρό ποινική διαδικασία, καθώς και η αδικαιολόγητη δυσφήμησή του μέχρι την τελική αθώωσή του από το ποινικό δικαστήριο, αφού, όπως ειπώθηκε προηγουμένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν προκύπτει ποινικό αδίκημα. Παράλληλα, πρέπει να λεχθεί, ότι έτσι παρεμποδίζεται και μια πιθανή οικονομική εκμετάλλευση μιας αβάσιμης ποινικής δίωξης κατά ιατρού για ιατρική αμέλεια, φαινόμενο γνωστό στην καθημερινή πρακτική.

Όλα τα παραπάνω, λοιπόν, στοιχεία μίας υπόθεσης, κατά την οποία ερευνάται ιατρικό σφάλμα ή ιατρική αμέλεια, πρέπει να προκύπτουν σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας από την συναξιολόγηση των ισχυρισμών του τυχόν μηνυτή, των καταθέσεων των μαρτύρων, των εγγράφων της δικογραφίας και των ισχυρισμών του εμπλεκόμενου ιατρού. Μεταξύ των εγγράφων, εξέχουσα θέση κατά την αξιολόγηση αυτή επέχει η τυχόν συνταγείσα ιατροδικαστική έκθεση του αρμόδιου ιατροδικαστή.

Ειδικότερα ως προς τους μάρτυρες ιατρούς σε ιατρική αμέλεια, ιδίως αυτούς της ιδίας ειδικότητας με τον ελεγχόμενο για αμέλεια ιατρό, που καταθέτουν σε τέτοια υπόθεση, επισημαίνονται τα ακόλουθα: Η επιστημονική διερεύνηση του θέματος κατέδειξε ότι, πράγματι, υπάρχει μια επιφυλακτική στάση των ελληνικών δικαστηρίων ως προς την αξιοπιστία των ιατρών-μαρτύρων υπεράσπισης. Αυτή η στάση των δικαστηρίων μερικές φορές φτάνει μέχρι την ευθεία αμφισβήτηση των καταθέσεών τους, όπως έντονα φαίνεται και στις διατυπώσεις της σχετικής με το θέμα αυτό υπ΄ αριθμ. 1438/2001 απόφασης του Αρείου Πάγου. Είναι γεγονός ότι η συναδελφική ή επιστημονική αλληλεγγύη των ιατρών και η πολλές φορές εναγώνια προσπάθειά τους να βοηθήσουν, ως μάρτυρες, τον κατηγορούμενο συνάδελφό τους, ενίοτε γίνεται έκδηλη στα μάτια των δικαστών, οι οποίοι μέχρι ένα βαθμό διστάζουν δικαιολογημένα να αποδεχθούν ισχυρισμούς προδήλως αβάσιμους ή και διαβλητούς. Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι στην αντίδραση των ιδίων των ιατρών, των Ιατρικών Συλλόγων, των Ιατρικών Σχολών και Ιατρικών Επιστημονικών Εταιρειών, εναπόκειται η ανατροπή αυτού του κλίματος καχυποψίας ως προς το αξιόπιστο των μαρτύρων-ιατρών σε ποινικές δίκες ιατρικού σφάλματος συναδέλφων τους.

Καταλήγοντας, για να κριθεί τελικά με δικαστική-δικαιοδοτική κρίση η ύπαρξη ή όχι ιατρικού σφάλματος αντικειμενικά και αμέλειας του ιατρού υποκειμενικά υπό την προεκτεθείσα έννοια, που προκάλεσαν αιτιωδώς είτε επιδείνωση της υγείας του ασθενούς είτε το θάνατό του και συνακόλουθα να κριθεί η τέλεση ή όχι των αξιοποίνων πράξεων της σωματικής βλάβης ή της ανθρωποκτονίας από αμέλεια αντιστοίχως με την έννοια των άρθρων 28, 314 και 302 Π.Κ., το δικαστήριο, εάν η υπόθεση παραπεμφθεί σε αυτό, κατά ορθή κρίση, οφείλει να λάβει υπόψη, μετά συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων και των ισχυρισμών του κατηγορουμένου ιατρού και τα εξής, σύμφωνα και με την σταθερή θέση της νομολογίας του Αρείου Πάγου: Τη συνολική αντιμετώπιση εκ μέρους του, του συγκεκριμένου ιατρικού περιστατικού της υπό κρίση υπόθεσης, σύμφωνα πάντα με τα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, τέχνης και πρακτικής. Την επιδειχθείσα από αυτόν επιμέλεια, μέριμνα και φροντίδα κατά την αντιμετώπιση του ιατρικού περιστατικού με ασφαλές κριτήριο πάντοτε την επιμέλεια αυτή του μέσου ιατρού της ιδίας ειδικότητας και εμπειρίας. Και τέλος και σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει και το υποκειμενικό κριτήριο της αμέλειας, δηλαδή τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης του ιατρικού έργου στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως λ.χ. όγκο εργασίας, ανάγκη ταχύτητας αντιμετώπισης του περιστατικού, δυσκολία του ή ταυτόχρονες τυχόν και άλλες παράλληλες υποχρεώσεις του ιατρού ανταπόκρισης σε περισσότερα επείγοντα περιστατικά, όπως για παράδειγμα σε περίπτωση σοβαρού τροχαίου ατυχήματος με πολλούς βαριά τραυματισμένους. Τότε, πράγματι, θα μπορεί να υπάρξει μία ασφαλής, δίκαιη και ορθή δικαστική-δικαιοδοτική κρίση, ικανή να αντιμετωπίσει εύστοχα τη δογματικά επεξεργασμένη από την επιστήμη και τις δικαστικές αποφάσεις έννοια της αμέλειας στο πεδίο των ιατρικών πράξεων και παραλείψεων. Και τούτο ενόψει μάλιστα και των ανωτέρω σοβαρών ζητημάτων που, όπως ειπώθηκε στην αρχή, διακυβεύονται στις υποθέσεις του δυναμένου να αποκαλείται ιατρικού ποινικού δικαίου.

Το παραπάνω κείμενο στηρίζεται στις ομιλίες του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας και διδάσκοντα στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, κ. Σταμάτη Δασκαλόπουλου, στο 37ο Ετήσιο Συνέδριο της Ορθοπεδικής και Τραυματιολογικής Εταιρείας Μακεδονίας Θράκης και στο 20ο Καρδιολογικό Συνέδριο Κεντρικής Ελλάδος.