ELEN

ΑΠΑΤΗ ΜΕ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ – ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Απάτη με Υπολογιστή: Οι μεγάλες τεχνολογικές εξελίξεις και η ευρεία χρήση του διαδικτύου προκάλεσαν την εμφάνιση νέων «ευφυών» μορφών οικονομικού εγκλήματος. Το παρόν άρθρο εξετάζει υπό το πρίσμα των νέων μορφών εγκληματικότητας τη διάκριση και την εφαρμογή αντίστοιχα των διατάξεων που ρυθμίζουν την «απλή» και την «ηλεκτρονική» απάτη. Η υπαγωγή της σύγχρονης εγκληματικότητας στον κατάλληλο νομικό κανόνα αλλά και γενικότερα νομική αντιμετώπιση του ηλεκτρονικού εγκλήματος δεν απαιτεί µόνο επαρκή γνώση του ποινικού δικαίου αλλά και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της νέας τεχνολογίας.

Παρακολουθήστε ένα βίντεο που περιγράφει τα πιο συχνά ηλεκτρονικά εγκλήματα:

Απάτη με Υπολογιστή: «Όποιος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία επηρεάζοντας τα στοιχεία υπολογιστή είτε με μη ορθή διαμόρφωση του προγράμματος είτε με επέμβαση κατά την εφαρμογή του είτε με χρησιμοποίηση μη ορθών ή ελλιπών στοιχείων είτε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, τιμωρείται με τις ποινές του προηγούμενου άρθρου (380). Περιουσιακή βλάβη υφίσταται και αν τα πρόσωπα που την υπέστησαν είναι άδηλα. Για την εκτίμηση του ύψους της ζημίας είναι αδιάφορο αν οι παθόντες είναι ένα ή περισσότερα πρόσωπα» άρθρο 386Α ΠΚ. 

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή η ειδική μορφή απάτης με ηλεκτρονικό υπολογιστή συντρέχει όταν ο χειριζόμενος τον η/υ με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας ξένη περιουσία διαμορφώνει ένα ψευδές αποτέλεσμα, το ανακοινώνει σε κάποιον ως αληθινό και τον πείθει να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή που επιφέρει μετάθεση περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή ο αυτουργός χρησιμοποιεί τον η/υ ως αναγκαίο μέσο για να διαμορφώσει με ανεπίτρεπτες επεμβάσεις, το σκοπούμενο ψευδές αποτέλεσμα που ανακοινώνει ως αληθές. Η ανακοίνωση αυτή αποτελεί την ουσιώδη αφετηρία της παραπλάνησης, γιατί οδηγεί τον απατώμενο στην απόφαση διαθέσεως περιουσιακών στοιχείων. Η απατηλή αυτή παραπλάνηση των γεγονότων, δηλαδή η ανακοίνωση του η/υ όπου το ψευδές γεγονός εμφανίζεται ως αληθές, επιδρά στη συνείδηση του άλλου και εκδηλώνεται στον εξωτερικό κόσμο με τη βούλησή του να ενεργήσει ή να παραλείψει ορισμένη πράξη, που αιτιωδώς συνοδεύει την παραπλάνηση με τη μεταβίβαση (ή μη) περιουσιακών στοιχείων. Επομένως οι αθέμιτες επεμβάσεις στον η/υ έχουν αποκλειστικό σκοπό να διαμορφώσουν τη βούληση του άλλου κατά τρόπο που να υπηρετεί το σκοπούμενο από τον αυτουργό περιουσιακό όφελος, η δε χρήση του η/υ είναι το αναγκαίο μέσο για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού.

Η εγκληματική συμπεριφορά συνίσταται στον επηρεασμό των στοιχείων του Η/Υ με την ενδεικτική απαρίθμηση των τρόπων τέλεσης, που αναφέρονται στο άρθρο 386Α. Ως πρόγραμμα νοείται ένα σύνολο δεδομένων με τα οποία παρέχονται εντολές στον υπολογιστή. Η μη ορθή διαμόρφωση του προγράμματος μπορεί να πραγματωθεί με εκπόνηση ενός νέου ολικά ή μερικά προγράμματος, με την αλλοίωση του ήδη υπάρχοντος προγράμματος ή με την απόκρυψη δεδομένων (holding back). Η αλλοίωση μπορεί να επιτευχθεί με την προσθήκη ή εξάλειψη εντολών, η δε απόκρυψη δεδομένων συνίσταται σε κάθε συμπεριφορά εξ αιτίας της οποίας δεν εισάγονται στη διαδικασία προγράμματος στοιχεία απαραίτητα για την ορθή εφαρμογή του. Ιδίως κατά τους υποστηρικτές του κανονιστικού κριτηρίου ως “μη ορθή” είναι η διαμόρφωση του προγράμματος όταν αυτό είναι ικανό να προκαλέσει βλάβη στην περιουσία άλλου ή να επαυξήσει αυτήν σύμφωνα με την αρχή της επίτασης του κινδύνου και έτσι η λειτουργία του προγράμματος αποκλίνει από την κοινωνικά αποδεκτή αποστολή του, για την οποία προορίζεται.

Επέμβαση κατά την εφαρμογή του προγράμματος είναι κάθε πράξη, που επηρεάζει τη διαδικασία επεξεργασίας των δεδομένων είτε από το πληκτρολόγιο, είτε μέσω των μηχανικών μερών του υπολογιστή (hardware), που επηρεάζουν το πρόγραμμα.

Το άρ. 386Α ΠΚ μπορεί να εφαρμοστεί σε διάφορες περιπτώσεις διαδικτυακής απάτης, όπως για παράδειγμα η δυνατότητα παρέμβασης σε πρόγραμμα, μέσω της οποίας γίνονται οι μεταβιβάσεις χρηματικών ποσών από το λογαριασμό του χρήστη σε κάποιον άλλο λογαριασμό, που οι παρεμβαίνοντες στο πρόγραμμα είχαν ορίσει (είδος hacking). Σε κάθε περίπτωση με το άρ. 386Α ΠΚ στην απάτη με υπολογιστή καλύπτονται παρεμβάσεις στα στοιχεία του υπολογιστή, που αναφέρονται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας (παρέμβαση στα εισερχόμενα δεδομένα -inputmanipulation, παρέμβαση στο πρόγραμμα – program-manipulation, καθώς και επίδραση στα μηχανικά τμήματα του υπολογιστή – hardware).

Ως μη ορθά νοούνται τα δεδομένα του υπολογιστή που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ενώ ελλιπή εκείνα που εκφράζουν ανακριβώς την πραγματικότητα στην οποία αναφέρονται και που έχει καθοριστική σημασία για την επεξεργασία των δεδομένων. Στοιχειοθετείται κοινή απάτη και όχι αυτή του άρθρου 386Α ΠΚ αν τα στοιχεία ελέγχονται σε κάποιο στάδιο της επεξεργασίας τους πριν από την περιουσιακή διάθεση από φυσικό πρόσωπο, το οποίο και παραπλανάται, ενώ στην περίπτωση που η παρεμβολή κάποιου φυσικού προσώπου εξαντλείται στην παραλαβή χωρίς έλεγχο εκ μέρους του των δεδομένων (π.χ. παραλαβή μηχανογραφικού δελτίου) δεν αποκλείεται η στοιχειοθέτηση της απάτης με υπολογιστή. Εξάλλου ο επηρεασμός των στοιχείων του υπολογιστή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο νοηματικά επιτρέπει την υπαγωγή σε αυτήν και περιπτώσεων ακόμη και με μη σύννομη χρήση ορθών στοιχείων (όπως την ανάληψη χρημάτων από ATM) από μη δικαιούμενο πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή ο δράστης επηρεάζει τα στοιχεία του υπολογιστή όταν το αποτέλεσμα της επεξεργασίας των δεδομένων, λόγω της συμπεριφοράς του αποκλίνει από εκείνο που θα επιτυγχανόταν με κανονική και σύννομη εκτέλεση του προγράμματος.

ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΠΑΤΗ ΜΕ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ

1. Τι ποινή προβλέπει το άρθρο 386Α του Ποινικού Κώδικα;

Η απάτη με υπολογιστή τιμωρείται με τις ίδιες ποινές που προβλέπονται για την κοινή απάτη (άρθρο 386 ΠΚ), δηλαδή φυλάκιση και χρηματική ποινή στη βασική μορφή. Όταν το όφελος ή η ζημία ξεπερνά τα 120.000 ευρώ, ή όταν ο δράστης διαπράττει το αδίκημα κατ’ επάγγελμα, η πράξη αναβαθμίζεται σε κακούργημα με ποινή κάθειρξης έως δέκα ετών. Η ακριβής ποινή εξαρτάται από το ύψος της βλάβης, την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, την ύπαρξη προηγούμενης ποινικής εικόνας και τα συντρέχοντα ελαφρυντικά (άρθρο 84 ΠΚ). Σε πολλές υποθέσεις είναι εφικτή η αναστολή εκτέλεσης (άρθρο 99 ΠΚ) ή η μετατροπή της ποινής σε χρηματική (άρθρο 80 ΠΚ), η εξαγορά ή η κοινωφελής εργασία, ιδίως όταν αποκατασταθεί η ζημία πριν τη δίκη.

2. Τι κάνω αν συλληφθώ στο αυτόφωρο ή κληθώ ως κατηγορούμενος;

Από την πρώτη στιγμή της κλήσης σε προανάκριση ή σύλληψης πρέπει να ζητηθεί παρουσία δικηγόρου και να ασκηθεί το δικαίωμα σιωπής μέχρι τη μελέτη της δικογραφίας. Η υπεράσπιση εστιάζει σε τεχνικά ζητήματα: αν ο επηρεασμός των στοιχείων του υπολογιστή πραγματικά καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, αν η σύνδεση IP, τα ψηφιακά αποτυπώματα και τα log files αποδεικνύουν ταυτότητα δράστη πέραν πάσης αμφιβολίας, αν τα αποδεικτικά μέσα συλλέχθηκαν νόμιμα. Συχνά αμφισβητείται ο δόλος, καθώς απαιτείται σκοπός παράνομου περιουσιακού οφέλους. Η αποκατάσταση της ζημίας προς τον παθόντα και η επίκληση ελαφρυντικών (πρότερος έντιμος βίος, ειλικρινής μεταμέλεια, καλή συμπεριφορά μετά την πράξη) μπορούν να μειώσουν αισθητά την επαπειλούμενη ποινή.

3. Ποια είναι η διαφορά κοινής απάτης και απάτης με υπολογιστή;

Στην κοινή απάτη του άρθρου 386 ΠΚ ένα φυσικό πρόσωπο παραπλανάται και προβαίνει εκουσίως σε περιουσιακή διάθεση. Στην απάτη του άρθρου 386Α ΠΚ ο δράστης επηρεάζει απευθείας τα στοιχεία του υπολογιστή (πρόγραμμα, δεδομένα εισόδου, hardware) χωρίς να μεσολαβεί ανθρώπινη κρίση που να ελέγχει τα δεδομένα. Η διάκριση έχει πρακτική σημασία: αν αποδειχθεί ότι σε κάποιο στάδιο της επεξεργασίας ένας υπάλληλος έλεγξε τα στοιχεία και παραπλανήθηκε αυτός, στοιχειοθετείται κοινή απάτη και όχι ηλεκτρονική. Αυτή η νομική υπαγωγή μπορεί να επηρεάσει την παραγραφή, την αρμοδιότητα δικαστηρίου και την έκταση της ποινής, γι’ αυτό αποτελεί συχνά πεδίο υπερασπιστικής στρατηγικής.

4. Κινδυνεύω με προφυλάκιση και πόσο διαρκεί η ποινική διαδικασία;

Η προφυλάκιση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και επιβάλλεται μόνο όταν συντρέχουν αυστηρές προϋποθέσεις (κίνδυνος φυγής, υποτροπής ή νόθευσης αποδείξεων), ενώ συνήθως διατάσσονται περιοριστικοί όροι. Στο πλημμεληματικό επίπεδο, από την υποβολή της μήνυσης έως τη συζήτηση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο μεσολαβούν συνήθως ένα έως δύο έτη, ενώ σε κακουργηματική μορφή η υπόθεση περνά από τακτική ανάκριση και Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, με συνολικό χρόνο που μπορεί να φτάσει τα τρία έως πέντε χρόνια. Σε υποθέσεις με διεθνές στοιχείο (servers στο εξωτερικό, αιτήματα δικαστικής συνδρομής, εξέταση ψηφιακών μέσων από εργαστήρια) ο χρόνος επιμηκύνεται. Η σωστή προετοιμασία υπομνήματος στο στάδιο της προανάκρισης μπορεί να οδηγήσει σε αρχειοθέτηση και να αποτρέψει την παραπομπή σε ακροατήριο.

5. Τι πιθανότητες υπάρχουν για αθώωση ή απαλλαγή;

Οι υποθέσεις απάτης με υπολογιστή στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε ψηφιακά αποδεικτικά μέσα, τα οποία είναι ευάλωτα σε αμφισβήτηση. Συχνά η σύνδεση IP δεν αποδεικνύει ταυτοποίηση φυσικού χρήστη (κοινόχρηστο δίκτυο, VPN, παραβιασμένος υπολογιστής τρίτου), τα log files έχουν συλλεχθεί χωρίς διασφάλιση της αλυσίδας απόδειξης ή λείπει ο απαιτούμενος δόλος. Η αρχή in dubio pro reo ενεργοποιείται όταν παραμένουν εύλογες αμφιβολίες. Πέρα από την αθώωση, υπάρχει διαδρομή προς τη μετατροπή κακουργηματικής σε πλημμεληματική κατηγορία, την παραγραφή, τη συμβιβαστική επίλυση μέσω αποκατάστασης ζημίας και την επιβολή της ελάχιστης προβλεπόμενης ποινής με αναστολή.

6. Ποιος είναι ο ρόλος του δικηγόρου σε υπόθεση 386Α ΠΚ;

Η Δικηγορική Εταιρία ΖΙΑΜΠΑΡΑ Δ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ αναλαμβάνει την υπεράσπιση από το πρώτο στάδιο της προανάκρισης ή της σύλληψης, καθώς οι αρχικές καταθέσεις καθορίζουν την πορεία της υπόθεσης. Ο δικηγόρος μελετά τη δικογραφία, αξιολογεί τα ψηφιακά αποδεικτικά στοιχεία σε συνεργασία με τεχνικούς εμπειρογνώμονες όπου χρειάζεται, συντάσσει υπομνήματα, ασκεί τα ένδικα μέσα κατά εντάλματος σύλληψης ή βουλεύματος παραπομπής και εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Παράλληλα διαπραγματεύεται με τον παθόντα την αποκατάσταση της ζημίας, διαμορφώνει τη στρατηγική επίκλησης ελαφρυντικών και διασφαλίζει ότι κάθε δικονομική παρατυπία της προανάκρισης αξιοποιείται προς όφελος της υπεράσπισης.