Τι είναι φοροδιαφυγή;
Φοροδιαφυγή είναι το έγκλημα που διαπράττεται όταν αποκρύπτονται από την Φορολογική Διοίκηση εισοδήματα με σκοπό την αποφυγή πληρωμής του ανάλογου φόρου.
Παράδειγμα
Επιτυχία του γραφείου μας η αθώωση κατηγορουμένου για αποδοχή εικονικών τιμολογίων κατ’ έφεση στον β΄βαθμό στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο: Αθώος Εικονικα τιιμολογια Εφεση Τριμελες Πλημελειοδικειο
Βασικά Αδικήματα Φοροδιαφυγής
Τα βασικά αδικήματα που ενδιαφέρουν τις φορολογικές αρχές είναι, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση ιη’ του ν. 3691/2008, τα κάτωθι:
Α) Της φοροδιαφυγής:
i) Μη υποβολή δήλωσης ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000)ευρώ, καθώς και η αποφυγή πληρωμής φόρου πλοίων (άρθρο 17 του ν. 2523/1997 – ΦΕΚ 179 Α’- όπως ισχύει).
ii) Μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση ΦΠΑ, παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίστηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, υπερβαίνει τις 3.000 ευρώ σε ετήσια βάση (άρθρο 18, με την εξαίρεση της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1, του ν. 2523/1997, όπως ισχύει).
iii) Έκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, καθώς και μη έκδοση ή ανακριβής έκδοση στοιχείων (άρθρο 19, με την εξαίρεση της περίπτωσης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του ν. 2523/1997, όπως ισχύει και μετά την αντικατάσταση του Π. . 186/92 από τις διατάξεις του ΚΦΑΣ).
Β) Της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, με την εξαίρεση της μη καταβολής χρεών που προκύπτουν από χρηματικές ποινές ή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από τα δικαστήρια ή από διοικητικές αρχές (άρθρο 25 του ν. 1882/1990 – ΦΕΚ 43 Α, όπως ισχύει, με την εξαίρεση της περίπτωσης α της παραγράφου 1).
Με τις διατάξεις της περιπτ. α της παρ. 1 του άρθρου 66 ορίζεται ότι διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής όποιος αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την αποφυγή πληρωμής του φόρου εισοδήματος, του ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή του Ειδικού Φόρου Ακινήτων.
Ενδεικτικά αναφέρονται (στον νόμο χρησιμοποιείται η διατύπωση «ιδίως») οι περιπτώσεις αποφυγής πληρωμής των οφειλόμενων φόρων, όπως :
– Η παράλειψη υποβολής δήλωσης.
– Η υποβολή ανακριβούς δήλωσης.
– Η καταχώρηση στα λογιστικά αρχεία εικονικών (ολικά ή μερικά) δαπανών.
– Η επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη.
Περαιτέρω, ως έγκλημα φοροδιαφυγής θεωρούνται και οι περιπτώσεις :
– Της παραπλάνησης της Φορολογικής Διοίκησης με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών.
– Της αθέμιτης παρασιώπησης ή απόκρυψης αληθινών γεγονότων, με σκοπό την μη απόδοση ή απόδοση ανακριβώς ή συμψηφισμό ανακριβώς ή έκπτωση ανακριβώς των φόρων κ.λπ. ή με σκοπό την επίτευξη επιστροφής.
Τι είναι πλαστά εικονικά τιμολόγια;
Μια ειδικότερη κατηγορία φοροδιαφυγής είναι αυτή που ορίζεται στη παράγραφο 5 του άρθρου 66 του Ν.4174/2013 και αφορά την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων.
Ως πλαστό, γενικά, φορολογικό στοιχείο θεωρείται εκείνο το στοιχείο που έχει γίνει κατ’ απομίμηση ενός άλλου και χρησιμοποιείται δολίως αντί του πραγματικού.
Ως πλαστό θεωρείται και το φορολογικό στοιχείο που έχει σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου.
Με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται ότι θεωρείται ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου.
Εικονικό, γενικά, είναι το στοιχείο που δεν έχει πραγματική υπόσταση, που είναι ψεύτικο. Σύμφωνα με τη σχετική διάταξη εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφεται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση.
Εικονικό θεωρείται επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται.
- Δες ακόμα άρθρο Συκοφαντική Δυσφήμηση
- Δες ακόμα άρθρο Σωματική Βλάβη
- Δες ακόμα άρθρο Ναρκωτικά
- Δες ακόμα άρθρο Απάτη
- Δες ακόμα άρθρο Πλαστογραφία
- Δες ακόμα άρθρο Υπεξαίρεση
- Δες ακόμα άρθρο Ανθρωποκτονία εξ Αμελείας
ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ – ΠΛΑΣΤΑ ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ
1. Τι ποινή κινδυνεύω για αποδοχή εικονικών τιμολογίων;
Η ποινή εξαρτάται κατά κανόνα από τη συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων. Όταν η αξία υπερβαίνει τις 75.000 ευρώ, το αδίκημα αποκτά κακουργηματικό χαρακτήρα, ενώ σε χαμηλότερα ποσά παραμένει σε επίπεδο πλημμελήματος. Υπάρχουν όμως σημαντικά περιθώρια μείωσης μέσω αναγνώρισης ελαφρυντικών του άρθρου 84 ΠΚ (πρότερος έντιμος βίος, ειλικρινής μετάνοια, καλή συμπεριφορά μετά την πράξη), αναστολής κατά το άρθρο 99 ΠΚ ή μετατροπής σε χρηματική ποινή κατά το άρθρο 80 ΠΚ. Παράλληλα, η εξόφληση των οφειλόμενων φόρων πριν την εκδίκαση λειτουργεί ως ισχυρός λόγος μείωσης της ποινής και σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε εξάλειψη του αξιοποίνου.
2. Πώς υπερασπίζεται ο κατηγορούμενος για εικονικά τιμολόγια;
Η υπεράσπιση επικεντρώνεται στην αμφισβήτηση του δόλου, που αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του εγκλήματος. Πολλές φορές ο επιχειρηματίας λαμβάνει τιμολόγια καλόπιστα, χωρίς να γνωρίζει την εικονικότητα της συναλλαγής ή την προβληματική φορολογική κατάσταση του εκδότη. Ελέγχονται οι αποδείξεις για την πραγματική εκτέλεση της συναλλαγής (μεταφορικά, τραπεζικές πληρωμές, παραλαβές εμπορευμάτων, αλληλογραφία), η αξιοπιστία των φορολογικών εκθέσεων και τυχόν δικονομικές πλημμέλειες της προδικασίας. Μια αθωωτική απόφαση του γραφείου σε δεύτερο βαθμό για αποδοχή εικονικών τιμολογίων δείχνει ότι ο σωστός χειρισμός μπορεί να αλλάξει εντελώς την έκβαση.
3. Πότε παραγράφεται το αδίκημα της φοροδιαφυγής;
Η παραγραφή εξαρτάται από τον χαρακτήρα του αδικήματος ως πλημμελήματος ή κακουργήματος. Στα πλημμελήματα η παραγραφή ολοκληρώνεται κατά κανόνα στα πέντε έτη, ενώ στα κακουργήματα στα δεκαπέντε. Ωστόσο, στα φορολογικά αδικήματα ισχύουν ειδικοί κανόνες ως προς την έναρξη της προθεσμίας, η οποία συχνά τοποθετείται από την τελεσιδικία της φορολογικής πράξης ή από τον χρόνο διαπίστωσης. Είναι κρίσιμη η εξέταση της δικογραφίας από έμπειρο δικηγόρο, καθώς πολλές υποθέσεις φτάνουν στο ακροατήριο με ζητήματα παραγραφής που μπορούν να οδηγήσουν σε παύση της ποινικής δίωξης.
4. Τι έγγραφα χρειάζεται ο δικηγόρος για ανάληψη υπόθεσης;
Απαιτούνται η έκθεση ελέγχου της φορολογικής αρχής, η μηνυτήρια αναφορά, τα φύλλα ελέγχου και οι καταλογιστικές πράξεις, καθώς και τυχόν προσφυγές που έχουν ασκηθεί στα διοικητικά δικαστήρια. Επίσης χρειάζονται τα επίμαχα τιμολόγια, τα βιβλία και στοιχεία της επιχείρησης, οι τραπεζικές κινήσεις, αποδείξεις πληρωμών, παραστατικά μεταφοράς και κάθε στοιχείο που αποδεικνύει την πραγματικότητα των συναλλαγών. Σημαντική είναι η συνεργασία με τον λογιστή της επιχείρησης για ανασύνθεση των γεγονότων και η συγκέντρωση εγγράφων που τεκμηριώνουν την καλή πίστη και την επιμέλεια του κατηγορουμένου.
5. Πόσο διαρκεί η ποινική διαδικασία για φοροδιαφυγή;
Από την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς της φορολογικής αρχής μέχρι την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό συνήθως μεσολαβούν δύο έως τέσσερα έτη, ανάλογα με τον φόρτο του δικαστηρίου και την πολυπλοκότητα. Η εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό προσθέτει επιπλέον ένα έως δύο έτη. Σε κακουργηματικές υποθέσεις προηγείται κύρια ανάκριση, που επιμηκύνει σημαντικά τη διαδικασία. Παράλληλα τρέχουν και οι προσφυγές στα διοικητικά δικαστήρια, οι οποίες έχουν αυτοτελή χρονικά πλαίσια. Ο σωστός συντονισμός ποινικής και διοικητικής διαδικασίας είναι κρίσιμος, καθώς ευνοϊκή έκβαση στο διοικητικό δικαστήριο επηρεάζει θετικά την ποινική κρίση.
6. Ποιος ο ρόλος του δικηγόρου από την πρώτη στιγμή;
Η παρουσία έμπειρου ποινικολόγου από το στάδιο της προανάκρισης είναι καθοριστική. Η σωστή στρατηγική στην απολογία, η επιλογή ανάμεσα στη χρήση του δικαιώματος σιωπής και στην παροχή εξηγήσεων, καθώς και η έγκαιρη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, καθορίζουν την πορεία της υπόθεσης. Το γραφείο μας αναλαμβάνει την παράλληλη εκπροσώπηση σε ποινικό και διοικητικό επίπεδο, την επικοινωνία με τη φορολογική αρχή, την κατάθεση υπομνημάτων, τη διαπραγμάτευση ρύθμισης οφειλών και την υπεράσπιση σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, με στόχο την αθώωση ή τη μέγιστη δυνατή μείωση των ποινικών συνεπειών.


