Επισκεφθείτε μας: Κέντρο Αθήνας, Σταθμός Λαρίσης, Οδός Χωματιανού 31 (Πλησίον Μετρό) --- info@ziamparas.gr --- Καλέστε μας: 210 82 18 945 ή 6975 127 045

Έφεση

Έφεση

Η έφεση είναι το ένδικο μέσο με το οποίο ο διάδικος παραπονείται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Προθεσμία άσκησης έφεσης

Προθεσμία άσκησης έφεσης αν επιδόθηκε η απόφαση

Διαδικασία Διαμονή στην Ελλάδα Διαμονή στο εξωτερικό ή αγνώστου διαμονής Έναρξη προθεσμίας Αναστολή προθεσμίας από 1η-31η Αυγούστου
Τακτική διαδικασία 30 ημέρες άρ. 518 παρ. 1 εδ. 1 υποεδ. 1 ΚΠολΔ 60 ημέρες άρ. 518 παρ. 1 εδ. 1 υποεδ. 2 ΚΠολΔ επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ. 518 παρ. 1 εδ. 1 υποεδ. 3 ΚΠολΔάρ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ Ναι άρ. 147 παρ. 2 ΚΠολΔ
Μισθωτική διαφορά (για αποφάσεις δημοσιευμένες έως και 31-12-2015) 15 ημέρες άρ. 652 παρ. 1 ΚΠολΔ 30 ημέρες άρ. 652 παρ. 1 ΚΠολΔ επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ. 652 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ Ναι άρ. 147 παρ. 2 ΚΠολΔ
Διαφορές προσβολών από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές (για αποφάσεις δημοσιευμένες έως και 31-12-2015) 15 ημέρες άρ. 681 Δ παρ. 5 εδ. 1 ΚΠολΔ 30 ημέρες άρ. 681 Δ παρ. 5 εδ. 1 ΚΠολΔ επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ. 681 Δ παρ. 5 εδ. 1 ΚΠολΔάρ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ Ναι άρ. 147 παρ. 2 ΚΠολΔ
Εκούσια δικαιοδοσία (παροχή κληρονομητηρίου) 20 ημέρες άρ. 824 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠολΔ 20 ημέρες άρ. 824 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠολΔ επόμενη της δημοσίευσης της απόφασης άρ. 824 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠολΔάρ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ Όχι
Ασφαλιστικά μέτρα (νομής) 10 ημέρες άρ. 734 παρ. 3 εδ. 1 ΚΠολΔ 10 ημέρες άρ. 734 παρ. 3 εδ. 1 ΚΠολΔ επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ. 734 παρ. 3 εδ. 1 ΚΠολΔάρ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ Όχι
Ασφαλιστικά μέτρα (περί οριστικής επίλυσης διαφοράς, όχι περί λήψης ή ανάκλησης ασφαλιστικού μέτρου)ΑΠ 1857/2011ΑΠ 1526/2007ΑΠ 402/2003 30 ημέρες άρ. 518 παρ. 1 εδ. 1 υποεδ. 1 ΚΠολΔ 60 ημέρες άρ. 518 παρ. 1 εδ. 1 υποεδ. 2 ΚΠολΔ επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ. 518 παρ. 1 εδ. 1 υποεδ. 3 ΚΠολΔάρ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ Ναι άρ. 147 παρ. 2 ΚΠολΔ
Απορριπτική απόφαση περί Ευρωπαϊκής Διαταγής Δέσμευσης Λογαριασμού 30 ημέρες άρ. 738 Α παρ. 2 εδ. 4 ΚΠολΔ 30 ημέρες άρ. 738 Α παρ. 2 εδ. 4 ΚΠολΔ επόμενη της γνωστοποίησης της απόφασης άρ. 738 Α παρ. 2 εδ. 4 ΚΠολΔάρ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ Όχι
Απόφαση περί εκτέλεσης προσωπικής κράτησης 5 ημέρεςάρ. 1054 παρ. 2 ΚΠολΔ 5 ημέρες άρ. 1054 παρ. 2 ΚΠολΔ επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ. 1054 παρ. 2 ΚΠολΔάρ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ Όχι

Θα συμβουλευτείτε τον ΚΠολΔ; Αν ένας από τους διαδίκους ήταν το Δημόσιο, η προθεσμία της έφεσης είναι, για όλους τους διαδίκους, τουλάχιστον 30 ημέρεςΑΠ 328/2005άρ. 10 εδ. 1 κδ. 26-06/10-07-1944. Αν ένας από τους διαδίκους ήταν το Δημόσιο, η προθεσμία έφεσης που ξεκινά με την επίδοση της απόφασης αναστέλλεται για όλους τους διαδίκους κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπώνάρ. 11 εδ. 1 κδ. 26-06/10-07-1944Ολομ. ΑΠ 12/2002ΣτΕ 2808/2002ΑΠ 328/2005. Οι προθεσμίες σε δίκες με εναγόμενο ή ενάγοντα το Δημόσιο αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπώνάρ. 11 εδ. 1 κδ. 26-06/10-07-1944άρ. 12 ν. 3514/2006. Το διάστημα των δικαστικών διακοπών αναστέλλει τις προθεσμίες ενδίκων μέσων επί αποφάσεων στις οποίες το Δημόσιο είναι ενάγων ή εναγόμενοΟλομ. ΑΠ 12/2002άρ. 11 κδ. 26-06/10-07-1944. Κατ’ εξαίρεση, επί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, για την άσκηση προσφυγής ή ενδίκων μέσων ή άλλων ενδίκων βοηθημάτων οριζομένων από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η αναστολή ισχύει μόνο για το διάστημα από 1 έως και 31 Αυγούστουάρ. 11 εδ. 4 κδ. 26-06/10-07-1944άρ. 25 ν. 3610/2007. Αν ένας από τους διαδίκους ήταν Δήμος, η προθεσμία της έφεσης είναι, για όλους τους διαδίκους, τουλάχιστον 30 ημέρεςΑΠ 328/2005άρ. 276 παρ. 1 εδ. 2 ν. 3463/2006άρ. 10 κδ. 26-06/10-07-1944. Αν ένας από τους διαδίκους ήταν Δήμος, η προθεσμία έφεσης που ξεκινά με την επίδοση της απόφασης αναστέλλεται για όλους τους διαδίκους κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών1476/2004 ΣτΕάρ. 276 παρ. 1 εδ. 2 ν. 3463/2006άρ. 11 κδ. 26-06/10-07-1944Ολομ. ΑΠ 12/2002ΣτΕ 2808/2002ΑΠ 328/2005. Η προθεσμία της έφεσης δεν επεκτείνεται σε 30 ημέρες για όλα τα ΝΠΔΔ183/2014 Μον.Εφ.Πατρών. Αν ένας από τους διαδίκους ήταν ΝΠΔΔ χωρίς να είναι Δήμος, η προθεσμία έφεσης που ξεκινά με την επίδοση της απόφασης αναστέλλεται για όλους τους διαδίκους κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπώνάρ. 28 παρ. 4 εδ. 1 ν. 2579/1998άρ. 11 κδ. 26-06/10-07-1944ΑΠ 1337/2014Ολομ. ΑΠ 12/20022808/2002 ΣτΕΑΠ 328/2005. Η προθεσμία έφεσης που αρχίζει με την επίδοση της απόφασης ισχύει και για τον παραλήπτη του δικογράφου της έφεσης, και για τον παραγγέλοντα την επίδοση της έφεσηςάρ. 144 παρ. 2 ΚΠολΔ. Το αν ο αντίδικος διαμένει στην Ελλάδα, στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής κρίνεται κατά τον χρόνο της επίδοσης. Αν η επίδοση γίνεται σε νομικό πρόσωπο, κρίσιμος για τον προσδιορισμό της έδρας είναι ο τόπος πραγματικής διοίκησής του, ως τόπος πραγματικής έδρας, και όχι απλά η καταστατική του έδραΑΠ 2/1999. Αν οι διάδικοι είναι απλοί ομόδικοι, η επίδοση της έφεσης σε έναν από αυτούς αποτελεί αφετηρία προθεσμίας έφεσης μόνο γι’ αυτόν, όχι και για τους υπόλοιπουςάρ. 75 παρ. 1 ΚΠολΔ. Αν οι διάδικοι είναι αναγκαίοι ομόδικοι, η επίδοση της έφεσης σε έναν από αυτούς αποτελεί αφετηρία προθεσμίας έφεσης και γι’ αυτόν και για τους υπόλοιπουςάρ. 76 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 76 παρ. 4 ΚΠολΔ. Αν ο διάδικος που δικαιούται να ασκήσει έφεση αποβιώσει, η προθεσμία έφεσης αρχίζει από την επίδοση της απόφασης στους καθολικούς διαδόχους ή κληροδόχουςάρ. 518 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Προθεσμία άσκησης έφεσης αν δεν επιδόθηκε η απόφαση

Η έφεση μπορεί να ασκηθεί και πριν την επίδοση της απόφασης, ακόμη και την ίδια την ημέρα της δημοσίευσης της απόφασηςάρ. 499 ΚΠολΔ. Αν η απόφαση που περατώνει τη δίκη δημοσιεύτηκε από 01-01-2016 και μετά, και η απόφαση δεν επιδοθεί, η προθεσμία άσκησης της έφεσης είναι 2 έτη από τη δημοσίευση της απόφασηςΠλ.Ολομ. ΑΠ 10/2018άρ. 518 παρ. 2 ΚΠολΔάρ. 1 άρ. τρίτο ν. 4335/2015άρ. 1 άρ. ένατο παρ. 2 ν. 4335/2015άρ. 24 παρ. 1 εδ. 1 ΕισΝΚΠολΔ. Αν η απόφαση που περατώνει τη δίκη δημοσιεύτηκε έως και 31-12-2015, και η απόφαση δεν επιδοθεί, η προθεσμία άσκησης της έφεσης είναι 3 έτη από τη δημοσίευση της απόφασηςΠλ.Ολομ. ΑΠ 10/2018άρ. 518 παρ. 2 ΚΠολΔάρ. 1 άρ. ένατο παρ. 2 ν. 4335/2015άρ. 24 παρ. 1 εδ. 1 ΕισΝΚΠολΔ. Η προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση της απόφασης για έφεση επί ακυρωτικής δίκης δεν αναστέλλεται από τις δικαστικές διακοπέςΟλομ. ΣτΕ 1780/2006. Αν η απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας αφορά σε απαγγελία υιοθεσίας, και η απόφαση δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης είναι ένα έτος από τη δημοσίευση της απόφασηςάρ. 800 παρ. 3 ΚΠολΔ. Αν κατατεθεί εμπρόθεσμα έφεση, και κατατεθεί εκπρόθεσμα έφεση από τον εφεσίβλητο, και η εκπρόθεσμη έφεση προσβάλλει τα εκκληθέντα ή τα αναγκαστικά συνεχόμενα με αυτά κεφάλαια της κατά το πρώτον εφεσίβλητης απόφασης, η εκπρόθεσμη αυτή έφεση μπορεί να θεωρηθεί ως αντέφεση1716/2004 Εφ.ΑθηνώνΑΠ 246/1979. “Κεφάλαιο” θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας, και για την οποία εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασηςΑΠ 842/2010. Ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια πρέπει να θεωρηθούν οι διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες, είτε

  • γιατί αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης, είτε
  • γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε
  • γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική και νομική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων,

έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των “συνεχόμενων” αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίωνΑΠ 937/2014.

Αποτέλεσμα άσκησης εκπρόθεσμης έφεσης

Αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτωςάρ. 532 ΚΠολΔ.

Παράβολο έφεσης

Αν ο διάδικος ασκήσει έφεση, και δεν καταθέσει το παράβολο έφεσης κατά την κατάθεση της έφεσης, και δεν καταθέσει το παράβολο ούτε μέχρι τη συζήτηση της έφεσης, η έφεση είναι απαράδεκτηΑΠ 933/2019ΑΠ 341/2015άρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔάρ. 12 παρ. 2 ν. 4055/2010άρ. 93 παρ. 1 ν. 4139/2013άρ. 532 ΚΠολΔ. Αν ο διάδικος ασκήσει έφεση, και δεν καταθέσει το παράβολο έφεσης κατά την κατάθεση της έφεσης, και καταθέσει το παράβολο μέχρι τη συζήτηση της έφεσης, δεν στοιχειοθετείται απαράδεκτο της έφεσηςΑΠ 933/2019ΑΠ 341/2015άρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔάρ. 12 παρ. 2 ν. 4055/2010άρ. 93 παρ. 1 ν. 4139/2013άρ. 532 ΚΠολΔ. Και αυτό, γιατί το απαράδεκτο γεννάται αν δεν κατατεθεί το παράβολο, και όχι αν αυτό δεν κατατεθεί εμπροθέσμωςΑΠ 933/2019ΑΠ 341/2015άρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔάρ. 12 παρ. 2 ν. 4055/2010άρ. 93 παρ. 1 ν. 4139/2013άρ. 532 ΚΠολΔ. Αν η έφεση γίνει δεκτή, και εξαφανισθεί εν όλω ή εν μέρει η απόφαση, το δικαστήριο διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτόΑΠ 532/2016άρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔάρ. 12 παρ. 2 ν. 4055/2012άρ. 93 παρ. 1 ν. 4139/2013άρ. 532 ΚΠολΔάρ. 509 ΚΠολΔ. Και αυτό, γιατί αν η έφεση γίνει δεκτή, και εξαφανισθεί εν όλω ή εν μέρει η απόφαση, ο διάδικος που άσκησε την έφεση θεωρείται, για την τύχη του κατατεθέντος παραβόλου, νικήσας, και δικαιούται την επιστροφή του παραβόλου, ανεξάρτητα αν η τελική κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης είναι ή όχι ευνοϊκότερη γι’ αυτόνΑΠ 532/2016άρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔάρ. 12 παρ. 2 ν. 4055/2012άρ. 93 παρ. 1 ν. 4139/2013άρ. 532 ΚΠολΔάρ. 509 ΚΠολΔ. Αν η έφεση δεν γίνει δεκτή, το δικαστήριο διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείοΑΠ 532/2016άρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔάρ. 12 παρ. 2 ν. 4055/2012άρ. 93 παρ. 1 ν. 4139/2013άρ. 532 ΚΠολΔάρ. 509 ΚΠολΔ. Αν στο δικόγραφο της έφεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προς άσκηση της έφεσης, επισυνάφθηκε πέραν της έκθεσης του γραμματέα για την κατάθεση ενδίκου μέσου και το παράβολο της έφεσης, και τη συζήτηση της έφεσης την επισπεύδει ο εφεσίβλητος, και στο αντίγραφο του δικογράφου της έφεσης που καταθέτει αυτός στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προς προσδιορισμό δικασίμου δεν επισυνάπτεται αντίγραφο του κατατεθέντος παραβόλου έφεσης, και δεν αποδεικνύεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η καταβολή του παραβόλου της έφεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει να θεωρήσει ότι δεν έχει κατατεθεί το παράβολο της έφεσης, και να απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη154/2017 Τριμ.Εφ.Θράκης73/2013 Μον.Εφ.Ευβοίαςάρ. 495 ΚΠολΔάρ. 498 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, αν γίνει δεκτό ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου – επισπεύδοντος τη συζήτηση της έφεσης κατέθεσε στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αντίγραφο του δικογράφου της έφεσης χωρίς το επισυναπτόμενο παράβολο από προφανή παραδρομή, και αποδεικνύεται ότι το παράβολο της έφεσης είχε επισυναφθεί στο δικόγραφο της έφεσης που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔΑΠ 1502/2018ΑΠ 164/2017άρ. 498 περ. 1 ΚΠολΔάρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Αν στο δικόγραφο της έφεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προς άσκηση της έφεσης, επισυνάφθηκε μόνο η έκθεση του γραμματέα για την κατάθεση ενδίκου μέσου, και όχι και το παράβολο της έφεσης ενώ διαρκούσε αναστολή της υποχρέωσης κατάθεσης παραβόλων, και τη συζήτηση της έφεσης την επισπεύδει πριν τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης του παραβόλου ο εφεσίβλητος, και αυτός καταθέσει στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προς προσδιορισμό δικασίμου αντίγραφο του δικογράφου της έφεσης χωρίς επισυναπτόμενο παράβολο, και δεν αποδεικνύεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η κατάθεση του παραβόλου της έφεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει να θεωρήσει ότι δεν έχει κατατεθεί το παράβολο της έφεσης, και να απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη154/2018 Τριμ.Εφ.Λάρισαςάρ. 495 ΚΠολΔάρ. 498 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, αν αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών κατέθεσε το παράβολο έφεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εντός της νόμιμης προθεσμίας, και παρότι αυτό έλαβε χώρα μετά την κατάθεση του αντιγράφου του δικογράφου της έφεσης χωρίς επισυναπτόμενο παράβολο στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔΑΠ 480/2020άρ. 1 ΚΥΑ 49214/21-07-2015ΚΥΑ 57382/2015ΚΥΑ 57384/2015ΚΥΑ 70905/2015άρ. 498 περ. 1 ΚΠολΔάρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.

Κατά ποιων αποφάσεων ασκείται έφεση

Έφεση επιτρέπεται να ασκηθεί κατά απόφασης, αν

  • η απόφαση εκδόθηκε από Ειρηνοδικείο, Μονομελές Πρωτοδικείο ή Πολυμελές Πρωτοδικείοάρ. 511 ΚΠολΔ, και
  • το δικαστήριο αυτό δίκαζε σε πρώτο βαθμόάρ. 513 παρ. 1 ΚΠολΔ, και
    • η απόφαση περατώνει οριστικά τη δίκηάρ. 513 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, ή
    • συνεκδικάστηκε αγωγή και ανταγωγή, και η απόφαση περατώνει τη δίκη όσον αφορά την αγωγή ή την ανταγωγήάρ. 513 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, ή
    • η απόφαση παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότηταςάρ. 513 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ.

Αν η απόφαση που περατώνει τη δίκη δημοσιεύτηκε από 01-01-2016 και μετά, η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου ή του πολυμελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για τον λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίουΠλ.Ολομ. ΑΠ 10/2018άρ. 47 εδ. 1 ΚΠολΔάρ. 1 άρ. πρώτο ν. 4335/2015άρ. 1 άρ. ένατο παρ. 2 ν. 4335/2015άρ. 24 παρ. 1 εδ. 1 ΕισΝΚΠολΔ. Αν η απόφαση που περατώνει τη δίκη δημοσιεύτηκε από 01-01-2016 και μετά, η απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο δικαστήριο δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για τον λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ανώτερου δικαστηρίουΠλ.Ολομ. ΑΠ 10/2018άρ. 47 εδ. 2 ΚΠολΔάρ. 1 άρ. πρώτο ν. 4335/2015άρ. 1 άρ. ένατο παρ. 2 ν. 4335/2015άρ. 24 παρ. 1 εδ. 1 ΕισΝΚΠολΔ. Αν η απόφαση που περατώνει τη δίκη δημοσιεύτηκε έως και 31-12-2015, η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου ή του πολυμελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για τον λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίουΠλ.Ολομ. ΑΠ 10/2018άρ. 47 εδ. 1 ΚΠολΔάρ. 47 εδ. 2 ΚΠολΔάρ. 1 άρ. ένατο παρ. 2 ν. 4335/2015άρ. 24 παρ. 1 εδ. 1 ΕισΝΚΠολΔ. Αν η απόφαση είναι μη οριστική, και δεν έχει εκδοθεί ακόμη οριστική απόφαση, η έφεση κατά των οριστικών διατάξεων της απόφασης είναι απαράδεκτηάρ. 513 παρ. 1 εδ. 3 ΚΠολΔ. Έφεση κατά οριστικής απόφασης συμπροσβάλλει και τις μη οριστικές διατάξεις της, ακόμη και αν δεν απευθύνεται εναντίον τους ρητά η έφεσηάρ. 513 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, η έφεση κατά της απόφασης είναι απαράδεκτηάρ. 512 ΚΠολΔάρ. 466 ΚΠολΔ. Η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη είναι οριστική, και επιδέχεται έφεσηΑΠ 1528/2008. Κατ’ άλλη άποψη, η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη δεν είναι οριστική, και δεν επιδέχεται έφεση82/2012 Εφ.Δωδεκανήσου715/2010 Εφ.Αθηνών. Κατά την ίδια άποψη, ο διάδικος δικαιούται να διορθώσει την έλλειψη και να επαναφέρει τη συζήτηση με κλήση82/2012 Εφ.Δωδεκανήσου715/2010 Εφ.Αθηνών. Περισσότερα για τη δυνατότητα άσκησης έφεσης κατά απόφασης ασφαλιστικών μέτρων Αν η απόφαση εκδόθηκε κατ’ εσφαλμένη διαδικασία, αλλά κατά τη διαδικασία που εφαρμόσθηκε ή κατά τη διαδικασία που έπρεπε να εφαρμοσθεί επιτρέπεται ένδικο μέσο κατά της απόφασης, το ένδικο μέσο δεν είναι απαράδεκτο από μόνο τον λόγο ότι στρέφεται κατά απόφασης που εκδόθηκε κατ’ εσφαλμένη διαδικασίαΑΠ 52/2009. Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων προσδιορίζεται τόσο από τη διαδικασία κατά την οποία πράγματι εκδικάσθηκε η υπόθεση, όσο και από την διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί κατά νόμο, αλλά δεν τηρήθηκε από σφάλμαΑΠ 1886/1994.

Ποιος ασκεί την έφεση

Κατά την τακτική διαδικασία και τις ειδικές διαδικασίες, έφεση δικαιούται να ασκήσει

  • ο ενάγων, αν νικήθηκε ολικά ή μερικά στην πρωτόδικη δίκηάρ. 516 παρ. 1 ΚΠολΔ, και
  • ο εναγόμενος, αν νικήθηκε ολικά ή μερικά στην πρωτόδικη δίκηάρ. 516 παρ. 1 ΚΠολΔ, και
  • ο κυρίως παρεμβαίνων, αν νικήθηκε ολικά ή μερικά στην πρωτόδικη δίκηάρ. 516 παρ. 1 ΚΠολΔ, και
  • ο προσθέτως παρεμβαίνων, αν νικήθηκε ολικά ή μερικά στην πρωτόδικη δίκηάρ. 516 παρ. 1 ΚΠολΔ, και
  • ο εισαγγελέας πρωτοδικών, αν ήταν διάδικοςάρ. 516 παρ. 1 ΚΠολΔ, και
  • ο διάδικος που νίκησε, αν έχει έννομο συμφέρονάρ. 516 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Έφεση δικαιούνται να ασκήσουν και

  • οι καθολικοί διάδοχοι του ηττηθέντος ολικά ή μερικά στην πρωτόδικη δίκη ενάγοντα, εναγομένου, κυρίως παρεμβαίνοντα ή προσθέτως παρεμβαίνονταάρ. 516 παρ. 1 ΚΠολΔ, και
  • οι ειδικοί διάδοχοί του ηττηθέντος ολικά ή μερικά στην πρωτόδικη δίκη ενάγοντα, εναγομένου, κυρίως παρεμβαίνοντα ή προσθέτως παρεμβαίνοντα, αν απέκτησαν την ιδιότητα του ειδικού διαδόχου μετά την άσκηση της αγωγήςάρ. 516 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Αν ο διάδικος στην πρωτοβάθμια δίκη ήταν ανήλικος, και νόμιμοι αντιπρόσωποί του στη δίκη ήταν οι έχοντες τη γονική μέριμνα αυτού, και ο διάδικος έχει ήδη ενηλικιωθεί κατά την άσκηση της έφεσης, και ασκήσουν την έφεση οι έχοντες αρχικά τη γονική μέριμνα, αντί να την ασκήσει ο πλέον ενήλικος στο όνομά του, η έφεση ασκείται απαράδεκτα705/2006 Εφ.Λάρισας.

Κατά ποιων ασκείται η έφεση

Αν δεν πρόκειται για δίκη διανομής, και δεν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία των αντιδίκων, η έφεση απευθύνεται

  • κατά του νικήσαντος αντιδίκου, ή κατά των καθολικών διαδόχων ή κληροδόχων αυτούΑΠ 1899/1984άρ. 517 εδ. 1 ΚΠολΔ, και
  • κατά των ομοδίκων του εκκαλούντος για τους οποίους η απόφαση περιέχει επωφελείς διατάξεις, οι οποίες είναι ταυτόχρονα επιβλαβείς για τον εκκαλούνταΑΠ 1899/1984άρ. 516 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Αν δεν πρόκειται για δίκη διανομής, και υπάρχει αναγκαστική ομοδικία των αντιδίκων, η έφεση απευθύνεται

  • κατά όλων των αναγκαίων ομοδίκων από την πλευρά των αντιδίκωνάρ. 517 εδ. 2 ΚΠολΔ, και
  • κατά των ομοδίκων του εκκαλούντος για τους οποίους η απόφαση περιέχει επωφελείς διατάξεις, οι οποίες είναι ταυτόχρονα επιβλαβείς για τον εκκαλούνταΑΠ 1899/1984άρ. 516 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Αν πρόκειται για δίκη διανομής, η έφεση απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων πλην του εκκαλούντοςΑΠ 617/2014, λόγω αναγκαστικής ομοδικίας όλων των διαδίκωνΑΠ 177/2017άρ. 517 εδ. 2 ΚΠολΔ. Αν ο διάδικος στην πρωτοβάθμια δίκη ήταν ανήλικος, και νόμιμοι αντιπρόσωποί του στην πρωτοβάθμια δίκη ήταν οι έχοντες τη γονική μέριμνα αυτού, και ο διάδικος έχει ήδη ενηλικιωθεί κατά την άσκηση της έφεσης, και ο εκκαλών έχει λάβει γνώση της ενηλικίωσης μέχρι την άσκηση της έφεσης, ο εκκαλών πρέπει να στρέψει την έφεσή του εναντίον του πλέον ενηλίκου και όχι εναντίον των αρχικά ασκούντων τη γονική μέριμνα αντ’ αυτού, διαφορετικά η έφεση είναι απαράδεκτη ως προς τον πλέον ενήλικο705/2006 Εφ.Λάρισας. Αν ο εκκαλών απευθύνει την έφεσή του κατά ομοδίκου του, και η απόφαση δεν περιλαμβάνει διάταξη επωφελή για τον ομόδικο και επιβλαβή για τον εκκαλούντα, η έφεση απορρίπτεται ως προς αυτόν τον ομόδικο ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντοςΑΠ 177/2017. Στη δίκη διανομής ακινήτου, κάθε ενάγων είναι ταυτόχρονα και εναγόμενοςΑΠ 177/2017. Στη δίκη διανομής ακινήτου, κάθε διάδικος είναι αναγκαίος ομόδικος των υπολοίπων διαδίκωνΑΠ 177/2017. Στη δίκη διανομής ακινήτου, αν ο εκκαλών δεν απευθύνει την έφεσή του κατά των υπολοίπων διαδίκων, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτηΑΠ 617/2014ΑΠ 177/2017άρ. 517 εδ. 2 ΚΠολΔάρ. 478 ΚΠολΔ. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία μεταξύ εκκαλούντος και ομοδίκου του, πλην επί διανομής ακινήτου, ο εκκαλών δεν απαιτείται να απευθύνει την έφεσή του και κατά των αναγκαίων ομοδίκων τουΑΠ 617/2014Ολομ. ΑΠ 63/1981. Αν ο εκκαλών δεν απευθύνει την έφεσή του κατά των αναγκαίων ομοδίκων του, και δεν κοινοποιήσει την έφεσή του στους αναγκαίους ομοδίκους του, και δεν εμφανιστούν στη συζήτηση, η συζήτηση της έφεσης κηρύσσεται απαράδεκτηΑΠ 192/2012. Κατά μια άποψη, αν ασκηθεί έφεση κατά απόφασης που εκδόθηκε κατά την εκούσια δικαιοδοσία, και η έφεση δεν απευθύνεται κατά των αναγκαίων ομοδίκων, και δεν εμφανιστούν αυτοβούλως κατά την εκδίκαση της έφεσης, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη από μόνο τον λόγο αυτό181/2017 Εφ.Πειραιώςάρ. 762 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο δύναται να διατάξει την κλήτευση των αναγκαίων ομοδίκων αυτών181/2017 Εφ.Πειραιώςάρ. 762 ΚΠολΔάρ. 748 παρ. 3 ΚΠολΔάρ. 760 εδ. 1 ΚΠολΔ. Αν η έφεση ασκείται από τον αντίδικο του διαδίκου εκείνου, υπέρ του οποίου ασκήθηκε στον πρώτο βαθμό απλή πρόσθετη παρέμβαση, και η έφεση δεν απευθύνεται και κατά του απλώς προσθέτως παρεμβάντος, η έφεση δεν είναι απαράδεκτη από τον λόγο αυτόΑΠ 1564/2017άρ. 76 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 76 παρ. 4 ΚΠολΔάρ. 82 ΚΠολΔάρ. 83 ΚΠολΔάρ. 517 ΚΠολΔ. Αν η έφεση ασκείται από τον αντίδικο του διαδίκου εκείνου, υπέρ του οποίου ασκήθηκε στον πρώτο βαθμό αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, και η έφεση δεν απευθύνεται και κατά του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντος, η έφεση είναι απαράδεκτη και απορριπτέαΑΠ 1564/2017άρ. 76 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 76 παρ. 4 ΚΠολΔάρ. 82 ΚΠολΔάρ. 83 ΚΠολΔάρ. 517 ΚΠολΔ. Αν ο διάδικος αποβιώσει μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης και πριν την άσκηση ενδίκου μέσου κατά της απόφασης, δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκηςΟλομ. ΑΠ 31/2009 σκέψ. IIάρ. 34 ΑΚάρ. 35 ΑΚάρ. 62 ΚΠολΔάρ. 63 ΚΠολΔάρ. 313 παρ. 1 περ. δ ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, αν το ένδικο μέσο ασκείται από τον αντίδικο του θανόντος, πρέπει να απευθύνεται κατά των κληρονόμων του θανόντοςΟλομ. ΑΠ 31/2009 σκέψ. II. Στην περίπτωση αυτή, αν το ένδικο μέσο ασκείται από τον αντίδικο του θανόντος, και απευθύνεται κατά του θανόντος, και ο ασκών το ένδικο μέσο, πριν την άσκηση του ενδίκου μέσου, είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να δύναται να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν’ απευθύνει κατ’ αυτών το ένδικο μέσο, το ένδικο μέσο είναι άκυροΟλομ. ΑΠ 31/2009 σκέψ. II. Στην περίπτωση αυτή, αν το ένδικο μέσο ασκείται από τον αντίδικο του θανόντος, και απευθύνεται κατά του θανόντος, και ο ασκών το ένδικο μέσο, πριν την άσκηση του ενδίκου μέσου, δεν γνώριζε τον θάνατο του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο δεν είναι άκυροΟλομ. ΑΠ 31/2009 σκέψ. II. Στην περίπτωση αυτή, αν το ένδικο μέσο ασκείται από τον αντίδικο του θανόντος, και απευθύνεται κατά του θανόντος, και ο ασκών το ένδικο μέσο, πριν την άσκηση του ενδίκου μέσου, δεν γνώριζε τον θάνατο του αντιδίκου του, και οι κληρονόμοι του θανόντος εμφανιστούν κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου με την ιδιότητά τους ως κληρονόμοι, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς, νόμιμα χωρεί η συζήτηση του ενδίκου μέσου με τους κληρονόμους του θανόνταΟλομ. ΑΠ 31/2009 σκέψ. II. Στην περίπτωση αυτή, αν το ένδικο μέσο ασκείται από τον αντίδικο του θανόντος, και απευθύνεται κατά του θανόντος, και από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι κληρονόμοι του θανόντα είχαν γνωστοποιήσει πριν την άσκηση του ενδίκου μέσου τον θάνατο αυτό στον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο, και δεν προβάλλεται αντίθετος ισχυρισμός από κάποιον διάδικο, και δεν υπάρχει αντίθετος ισχυρισμός των παριστάμενων ως κληρονόμων του θανόντα, συνάγεται ότι ο ασκών το ένδικο μέσο δεν είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου αυτού πριν την άσκηση του ενδίκου μέσουΟλομ. ΑΠ 31/2009 σκέψ. II.

Πώς ασκείται η έφεση

Το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται σε πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασηΑΠ 83/2008άρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρ. 496 ΚΠολΔ, την οποία υπογράφει και ο καταθέτων το δικόγραφοΑΠ 83/2008άρ. 495 παρ. 2 εδ. 1 ΚΠολΔ. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της, και βεβαιώνονται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεσηΑΠ 83/2008άρ. 495 παρ. 2 εδ. 2 ΚΠολΔ. Τα αποτελέσματα των ενδίκων μέσων αρχίζουν από τη σύνταξη της έκθεσης της κατάθεσής τουςΑΠ 83/2008άρ. 500 ΚΠολΔ. Το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να επιβάλλεται προς ολοκλήρωση της διαδικασίας άσκησής του και η κοινοποίησή του προς τον εφεσίβλητοΑΠ 83/2008άρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 495 παρ. 2 ΚΠολΔάρ. 500 ΚΠολΔ. Η κατάθεση του δικογράφου και η περί αυτής συντασσόμενη και φέρουσα την υπογραφή του καταθέσαντος έκθεση αποτελεί αναγκαίο κατά νόμο όρο της τελείωσης της άσκησης της έφεσηςΑΠ 83/2008. Το ανυπόγραφο δικόγραφο έφεσης που δεν φέρει στην έκθεση κατάθεσης αυτού την υπογραφή του καταθέσαντος είναι δικονομικά ανυπόστατο (άκυρο)ΑΠ 83/2008. Δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεταιΑΠ 83/2008άρ. 514 ΚΠολΔ. Αν το ένα από τα δύο δικόγραφα της έφεσης είναι δικονομικά ανυπόστατο λόγω έλλειψης υπογραφής του δικογράφου και της έκθεσης κατάθεσης από πληρεξούσιο Δικηγόρο, δεν συντρέχει περίπτωση διττής άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσηςΑΠ 83/2008.

Υποχρεωτικότητα υπογραφής της έφεσης από δικηγόρο

Αν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, και το δικόγραφο της έφεσης δεν περιέχει την υπογραφή δικηγόρου, το δικόγραφο της έφεσης είναι άκυροΑΠ 83/2008άρ. 94 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 118 παρ. 5 ΚΠολΔάρ. 520 ΚΠολΔ. Η υπογραφή του δικηγόρου δεν έχει πανηγυρική σημασία, επιβάλλεται όμως για την εξασφάλιση της γνησιότητας του δικογράφουΑΠ 83/2008.

Περιεχόμενο έφεσης

Το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, αίτηση και τους λόγους αυτήςΑΠ 170/2014. Η αοριστία του εφετηρίου δεν είναι δυνατό να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα και της αυτής ακόμη δίκηςΑΠ 1722/2006.

Αίτηση της έφεσης

Η αίτηση της έφεσης είναι ορισμένη αν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κλπ.ΑΠ 170/2014.

Λόγοι έφεσης

Το δικόγραφο της έφεσης που δεν περιέχει έναν τουλάχιστον ορισμένο λόγο έφεσης κηρύσσεται απαράδεκτοΑΠ 1722/2006. Αν η αγωγή ήταν απαράδεκτη, αόριστη, ή νομικά αβάσιμη, και έγινε πρωτόδικα δεκτή ως ουσία βάσιμη, και ο εναγόμενος παραπονείται με την έφεσή του για την κατ’ ουσία παραδοχή της αγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως να διαγνώσει τις παραπάνω ελλείψεις, και να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη, ή νομικά αβάσιμη, ακόμη και αν δεν υπάρχει ειδικός λόγος έφεσης εκ μέρους του εκκαλούντος – εναγομένουΑΠ 1004/2017. Οι αόριστοι λόγοι της έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και με αυτεπάγγελτη εξέτασηΑΠ 1574/2014. Ο λόγος της έφεσης πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα τα οποία αποδίδονται στην εκκαλουμένη και δικαιολογούν, κατά το αίτημα της έφεσης, την εξαφάνιση ή τη μεταρρύθμισή τηςΑΠ 1574/2014. Οι λόγοι της έφεσης συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίουΑΠ 170/2014. Οι παραδρομές του Δικαστηρίου δύναται να ανάγονται

  • στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίουΑΠ 1574/2014, ή
  • στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεωνΑΠ 1574/2014.

Πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων

Στα πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεωνΑΠ 104/2013 σκέψ. IIIΑΠ 170/2014. Η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων προσδιορίζεται επαρκώς ως λόγος έφεσης αν αναφέρεται στην έφεση ότι εξαιτίας της πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων το δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικόΑΠ 104/2013 σκέψ. IIIΑΠ 170/2014. Η εξειδίκευση στην περίπτωση αυτή των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι αναγκαίαΑΠ 104/2013 σκέψ. IIIΑΠ 170/2014ΑΠ 267/2017. Αντί του όρου “εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων” μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ταυτόσημος με αυτόν όροςΑΠ 267/2017.

Παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου

Κατά μια άποψη, ο λόγος έφεσης με τον οποίο προβάλλεται παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου είναι αόριστος αν δεν μνημονεύεται σ’ αυτόν ο κανόνας δικαίου που παραβιάσθηκε και με ποιο τρόπο χώρησε η παραβίαση αυτούΑΠ 170/2014. Κατ’ άλλη άποψη, για το παραδεκτό της έφεσης δεν είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία στην έφεση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που παραβίασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριοΑΠ 1574/2014.

Ισχυρισμοί στην κατ’ έφεση δίκη για ένδικα μέσα που κατατέθηκαν έως και 31-12-2015

Η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν παραδεκτά στην πρωτόδικη δίκη είναι απαράδεκτη, εκτός αν ισχύουν οι εξαιρέσεις του άρ. 527 ΚΠολΔ ή του άρ. 269 ΚΠολΔΑΠ 1087/2014. Ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί νοούνται μόνο οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, και στοιχειοθετούν τη βάση ένστασης, αντένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης για παροχή έννομης προστασίαςΑΠ 1087/2014.

  • Η άρνηση της αγωγήςΑΠ 306/2016ΑΠ 80/2015 σκέψ. III, και
  • η άρνηση της ανακοπήςΑΠ 306/2016, και
  • η άρνηση της ένστασηςΑΠ 306/2016ΑΠ 80/2015 σκέψ. III, και
  • η άρνηση της αντένστασηςΑΠ 306/2016ΑΠ 80/2015 σκέψ. III, και
  • η άρνηση της επαντένστασηςΑΠ 80/2015 σκέψ. III

δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός. Το απαράδεκτο της προβολής νέων πραγματικών ισχυρισμών λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριοΑΠ 1087/2014. Έγγραφη απόδειξη του νέου πραγματικού ισχυρισμού υπάρχει όταν όλα τα πραγματικά στοιχεία που τον θεμελιώνουν αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήριαΑΠ 1087/2014. Τη συνδρομή εξαιρετικής περίπτωσης (ή και περισσότερων) από τις παραπάνω για την επιτρεπτή προβολή νέων ισχυρισμών για πρώτη φορά στο Εφετείο οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούςΑΠ 1099/2017. Στην απόφαση του δικαστηρίου, που δέχεται ως βάσιμο τον νέο πραγματικό ισχυρισμό, πρέπει να βεβαιώνεται το παραδεκτό της βραδείας προβολής του και να διαλαμβάνεται στις παραδοχές της η συνδρομή μιας τουλάχιστον από τις παραπάνω περιπτώσεις, που δικαιολογούν τη βραδεία προβολή του ισχυρισμούΑΠ 1099/2017. Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής πραγματικού ισχυρισμού το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις προϋποθέσεις του άρ. 269 παρ. 2 ΚΠολΔ μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίαςΑΠ 1087/2014. Αν η αντέσταση προβλήθηκε απαράδεκτα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και ο διάδικος δεν επικαλείται ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου τη συνδρομή κάποιας από τις προϋποθέσεις της επιτρεπτής βραδείας προβολής του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αντένσταση προβάλλεται απαράδεκτα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίουΑΠ 1099/2017. Ο εναγόμενος ως εκκαλών δεν μπορεί να προτείνει νέες ενστάσεις, τις οποίες δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως, ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός αν πρόκειται για ενστάσεις που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, ή αν δεν είχαν προβληθεί εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, ή αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, ή αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και υπό την προϋπόθεση ότι οι λόγοι της βραδείας προβολής προβάλλονται και αποδεικνύονται με ελεύθερη απόδειξη από τον προτείνονταΑΠ 846/2017 σκέψ. Αάρ. 520 ΚΠολΔάρ. 525 ΚΠολΔάρ. 527 ΚΠολΔ.

Ισχυρισμοί του εκκαλούντος που δεν προτάθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο

Αν ο εναγόμενος δεν είχε προτείνει παραδεκτά και νόμιμα συγκεκριμένη ένσταση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν μπορεί να προτείνει την ένσταση ως νέα το πρώτο στον δεύτερο βαθμό ως εκκαλώνΑΠ 342/2009 σκέψ. IIIάρ. 522 ΚΠολΔάρ. 525 ΚΠολΔ. Αν ο εκκαλών δεν είχε προβάλει συγκεκριμένη ένσταση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και η ένσταση είναι οψιγενής, και δεν αποβλέπει στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά στην απόρριψη της αγωγής μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης βάσει άλλου λόγου έφεσης και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο, η ένσταση προτείνεται από τον εκκαλούντα παραδεκτώς το πρώτο και με μόνες τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τουΑΠ 1372/2010άρ. 527 περ. 2 ΚΠολΔ. Το ίδιο ισχύει και για την αντένσταση, αν είναι οψιγενής, και δεν αποβλέπει στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά στην απόρριψη της ένστασης μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης βάσει άλλου λόγου έφεσης και τη διακράτηση της υπόθεσης από το ΕφετείοΑΠ 1372/2010 Αν ο εκκαλών δεν είχε προβάλει συγκεκριμένη ένσταση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και η ένσταση είναι οψιγενής, και αποβλέπει στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, η ένσταση προβάλλεται παραδεκτά μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο)ΑΠ 1372/2010άρ. 520 ΚΠολΔάρ. 525 ΚΠολΔάρ. 527 περ. 2 ΚΠολΔ. Αν η ένσταση αυτή προβληθεί με τις προτάσεις, είναι απαράδεκτηΑΠ 1372/2010άρ. 520 ΚΠολΔάρ. 525 ΚΠολΔάρ. 527 περ. 2 ΚΠολΔ. Το ίδιο ισχύει και για την αντένστασηΑΠ 1372/2010 Αν ο εκκαλών δεν είχε προβάλει συγκεκριμένη ένσταση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και συντρέχει ως προς την ένσταση λόγος που συγχωρεί τη βραδεία προβολή της κατ’ άρ. 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, και η ένσταση αποβλέπει στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, η ένσταση προβάλλεται παραδεκτά μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο)ΑΠ 1372/2010άρ. 520 ΚΠολΔάρ. 525 ΚΠολΔάρ. 527 περ. 3 ΚΠολΔ. Αν η ένσταση αυτή προβληθεί με τις προτάσεις, είναι απαράδεκτηΑΠ 1372/2010άρ. 520 ΚΠολΔάρ. 525 ΚΠολΔάρ. 527 περ. 3 ΚΠολΔ. Το ίδιο ισχύει και για την αντένστασηΑΠ 1372/2010.

Ισχυρισμοί του εκκαλούντος που προτάθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο

Αν ο εναγόμενος είχε προτείνει πρωτόδικα συγκεκριμένη ένσταση για την απόκρουση της αγωγής, και η ένσταση απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, ο εναγόμενος ως εκκαλών μπορεί να επαναφέρει την ένσταση μόνο με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγουςΑΠ 342/2009 σκέψ. IIIάρ. 522 ΚΠολΔάρ. 525 ΚΠολΔ. Αν ο εκκαλών είχε προβάλει συγκεκριμένη ένσταση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και η ένσταση είχε απορριφθεί, και η ένσταση αποβλέπει στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, η ένσταση προβάλλεται παραδεκτά μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο)ΑΠ 1372/2010άρ. 520 ΚΠολΔάρ. 525 ΚΠολΔάρ. 527 ΚΠολΔ. Αν η ένσταση αυτή προβληθεί με τις προτάσεις, είναι απαράδεκτηΑΠ 1372/2010άρ. 520 ΚΠολΔάρ. 525 ΚΠολΔάρ. 527 ΚΠολΔ. Το ίδιο ισχύει και για την αντένστασηΑΠ 1372/2010. Αν ο εκκαλών είχε προβάλει συγκεκριμένη ένσταση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και συντρέχει ως προς την ένσταση λόγος που συγχωρεί τη βραδεία προβολή της κατ’ άρ. 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, και η ένσταση δεν αποβλέπει στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά στην απόρριψη της αγωγής μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης βάσει άλλου λόγου έφεσης και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο, η ένσταση προτείνεται από τον εκκαλούντα παραδεκτώς το πρώτο και με μόνες τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τουΑΠ 1372/2010. Το ίδιο ισχύει και για την αντένσταση, αν συντρέχει ως προς αυτή λόγος που συγχωρεί τη βραδεία προβολή της κατ’ άρ. 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν αποβλέπει στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά στην απόρριψη της ένστασης μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης βάσει άλλου λόγου έφεσης και τη διακράτηση της υπόθεσης από το ΕφετείοΑΠ 1372/2010

Ισχυρισμοί του εφεσίβλητου που δεν προτάθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο

Αν ο εφεσίβλητος δεν είχε προβάλει συγκεκριμένη ένσταση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και η ένσταση αυτή τείνει σε απόκρουση και απόρριψη της έφεσης, ο εφεσίβλητος μπορεί να προτείνει την ένσταση αυτή παραδεκτώς στην κατ’ έφεση δίκη με τις προτάσεις τουΑΠ 342/2009 σκέψ. IIIάρ. 522 ΚΠολΔάρ. 525 ΚΠολΔάρ. 527 περ. 1 ΚΠολΔ. Ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, κατ’ άρ. 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προβολή των οποίων εκ μέρους του εφεσίβλητου εναγομένου το πρώτο ενώπιον του Εφετείου είναι παραδεκτή αν συντρέχουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται επί πλέον στη διάταξη αυτή, θεωρούνται οι αυτοτελείς καταλυτικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ένστασης, και όχι εκείνοι που στηρίζουν αιτιολογημένη άρνηση της κατ’ ουσία βασιμότητας της αγωγήςΑΠ 342/2009 σκέψ. III. Ισχυρισμοί, που τείνουν στην κατάλυση, κατά ένα μέρος, του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, είναι αυτοτελείςΑΠ 611/2016. Ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τουςΑΠ 611/2016. Στην περίπτωση του άρ. 269 παρ. 2 περ. γ ΚΠολΔ, ο διάδικος πρέπει να επικαλεστεί τη δικαστική ομολογία ή τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομίσει, από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμόςΑΠ 611/2016. Η απόδειξη, όμως, αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον προτεινόμενο νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήριαΑΠ 611/2016.

Ισχυρισμοί του εφεσίβλητου που προτάθηκαν απαράδεκτα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο

Αν ο εφεσίβλητος είχε προβάλει συγκεκριμένη ένσταση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αορίστως, είτε αυτή απορρίφθηκε ως αορίστως προβληθείσα είτε όχι, και η ένσταση αυτή τείνει σε απόκρουση και απόρριψη της έφεσης, ο εφεσίβλητος μπορεί να προτείνει την ένσταση αυτή παραδεκτώς στην κατ’ έφεση δίκη με τις προτάσεις τουΑΠ 342/2009 σκέψ. IIIάρ. 522 ΚΠολΔάρ. 525 ΚΠολΔάρ. 527 περ. 1 ΚΠολΔ. Αν η ένσταση είχε προβληθεί αορίστως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μπορεί να προταθεί το πρώτο ορισμένως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι συντελεί σε “απολογία” κατά της έφεσηςΑΠ 342/2009 σκέψ. IIIάρ. 527 περ. 1 ΚΠολΔ. Ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, κατ’ άρ. 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προβολή των οποίων εκ μέρους του εφεσίβλητου εναγομένου το πρώτο ενώπιον του Εφετείου είναι παραδεκτή αν συντρέχουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται επί πλέον στη διάταξη αυτή, θεωρούνται οι αυτοτελείς καταλυτικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ένστασης, και όχι εκείνοι που στηρίζουν αιτιολογημένη άρνηση της κατ’ ουσία βασιμότητας της αγωγήςΑΠ 342/2009 σκέψ. III. Στους ισχυρισμούς αυτούς περιλαμβάνονται και οι ενστάσεις που ο αρχικά εναγόμενος και πλέον εφεσίβλητος είχε προβάλει απαραδέκτως στην πρωτοβάθμια δίκη, και οι οποίες τείνουν σε κατάλυση της αγωγής και μέσω τούτου σε απόρριψη της έφεσηςΑΠ 1143/2015 σκέψ. 6. Ισχυρισμοί, που τείνουν στην κατάλυση, κατά ένα μέρος, του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, είναι αυτοτελείςΑΠ 611/2016.

Ισχυρισμοί του εφεσίβλητου που προτάθηκαν παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο

Αν ο εφεσίβλητος είχε προβάλει παραδεκτώς συγκεκριμένη ένσταση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και η ένσταση αυτή τείνει σε απόκρουση και απόρριψη της έφεσης, ο εφεσίβλητος μπορεί να προτείνει την ένσταση αυτή παραδεκτώς στην κατ’ έφεση δίκη με τις προτάσεις τουΑΠ σκέψ. III 342/2009άρ. 522 ΚΠολΔάρ. 525 ΚΠολΔ.

Ακύρωση διάταξης για το προσωρινά εκτελεστό

Ο λόγος έφεσης που αναφέρεται σε σφάλμα της εκκαλούμενης απόφασης σχετικά με διάταξή της για το προσωρινά εκτελεστό είναι αλυσιτελής, γιατί με την έκδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η εκκαλούμενη καθίσταται τελεσίδικη και εκτελεστή1147/2012 Εφ.Αθηνών.

Πρόσθετοι λόγοι έφεσης

Πρόσθετοι λόγοι έφεσης μπορούν να ασκηθούν μόνο ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση, και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτάΑΠ 189/2016άρ. 520 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ως “κεφάλαιο” κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η οριστική διάταξη της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε για το ορισμένο και παραδεκτό ή και τη βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας και οποιασδήποτε κατά του αιτήματος αυτού ένστασηςΑΠ 189/2016άρ. 520 παρ. 2 ΚΠολΔ. Το παραδεκτό των πρόσθετων λόγων έφεσης κρίνεται σε σχέση με τα κεφάλαια που έχουν προσβληθεί με την έφεση του ιδίου του ασκούντος τους πρόσθετους λόγους, και όχι με τις εφέσεις των τυχόν ομοδίκων του, ακόμη και αν είναι αναγκαίοι ομόδικοιΑΠ 189/2016άρ. 520 παρ. 2 ΚΠολΔ. Για το παραδεκτό της άσκησης πρόσθετων λόγων έφεσης, πρέπει πριν την τιθέμενη προθεσμία να έχει συντελεστεί και η κατάθεση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων και η επίδοσή του στον εφεσίβλητοΟλομ. ΑΠ 25/2007. Η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσης των πρόσθετων λόγων έφεσης έχει ως χρονική αφετηρία την ημέρα κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, όχι αναγκαστικά την ημέρα που ορίστηκε αρχικά προς συζήτηση, ή η οποία προσδιορίστηκε μετά από αναβολή ή ματαίωσηΟλομ. ΑΠ 25/2007. Αν η εφετειακή απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, η παραπάνω προθεσμία έχει ως χρονική αφετηρία την ημέρα κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της στο δικαστήριο της παραπομπήςΟλομ. ΑΠ 25/2007. Η απόφαση αναιρείται στο σύνολό της, όταν η αναιρετική απόφαση δεν περιορίζει την αναίρεση, με σχετική διάταξη του διατακτικού της, σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκουςΟλομ. ΑΠ 25/2007. Το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγησηΑΠ 884/2007άρ. 254 ΚΠολΔ. Η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτησηΑΠ 884/2007άρ. 254 ΚΠολΔ. Οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης που ασκούνται με τις προτάσεις κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση είναι απαράδεκτοιΑΠ 884/2007άρ. 254 ΚΠολΔ. Ο εναγόμενος, ως εκκαλών, μπορεί να προτείνει παραδεκτώς για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη οψιγενή ισχυρισμό (ένσταση), όπως είναι και η ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, αν τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριοΑΠ 1179/2017άρ. 674 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 115 παρ. 3 ΚΠολΔάρ. 238 ΚΠολΔάρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 527 αριθ. 2 ΚΠολΔάρ. 591 παρ. 1 στοιχ. α ΚΠολΔ. Κατ’ αρχήν, η προβολή της οψιγενούς ένστασης μπορεί να γίνει μόνο με την έφεση ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσηςΑΠ 1179/2017. Στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ή όσων διαφορών δικάζονται κατά τη διαδικασία αυτή, η προβολή οψιγενούς ένστασης μπορεί να γίνει και με τις προτάσειςΑΠ 1179/2017. Στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, για την παραδεκτή προβολή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος με τις προτάσεις επί του εφετείου αρκεί να περιληφθεί το περιεχόμενό της σε αυτές, οπότε η ένσταση εκτιμάται ως πρόσθετος λόγος έφεσης, χωρίς να χρειάζεται να αναφέρεται τούτο πανηγυρικά στις προτάσειςΑΠ 1179/2017. Στην εκούσια δικαιοδοσία, οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης ασκούνται και με τις προτάσειςΑΠ 217/2019άρ. 764 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην εκούσια δικαιοδοσία, επιτρέπεται η προβολή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στην κατ’ έφεση δίκηΑΠ 1384/2018. Στην εκούσια δικαιοδοσία, επιτρέπεται η συμπλήρωση αλλά και η μεταβολή της αίτησης με νέα στοιχεία και μετά την (πρώτη) συζήτησηΑΠ 1384/2018. Στην εκούσια δικαιοδοσία, είναι δυνατή η μεταβολή ή η συμπλήρωση της ιστορικής βάσης της αίτησης και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίαςΑΠ 1384/2018άρ. 744 ΚΠολΔάρ. 745 ΚΠολΔάρ. 765 ΚΠολΔ.

Προβολή νέων ισχυρισμών

Ο διάδικος που ηττήθηκε στον πρώτο βαθμό μπορεί, ως εκκαλών, να προβάλει το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη νέους ισχυρισμούς μόνο αν τους προβάλει με την έφεση ή το δικόγραφο πρόσθετων λόγων, και επικαλεσθεί και αποδείξει τη συνδρομή κάποιας από τις περιπτώσεις του άρ. 527 παρ. 2 ΚΠολΔ που καθιστούν παραδεκτή τη βραδεία προβολή τουςΑΠ 88/2011άρ. 520 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 520 παρ. 2 ΚΠολΔάρ. 522 ΚΠολΔάρ. 527 ΚΠολΔ. Αν ο εκκαλών προβάλει νέο ισχυρισμό με τις προτάσεις του, ο ισχυρισμός είναι απαράδεκτοςΑΠ 88/2011. Πραγματικός ισχυρισμός που αποτελεί ένσταση ή αντένσταση μπορεί να προβληθεί κατ’ εξαίρεση για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου712/2008 Εφ.Πατρών. Η ένσταση παραγραφής μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν περιλαμβάνονται στην αγωγή712/2008 Εφ.Πατρών.

Έφεση κατά ερήμην απόφασης

Η έφεση κατά της ερήμην απόφασης λειτουργεί ως υποκατάστατο της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίαςΑΠ 884/2007άρ. 528 ΚΠολΔάρ. 271 ΚΠολΔάρ. 272 ΚΠολΔ. Αν η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε σαν να ήταν παρών ο διάδικος, και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεταιΑΠ 884/2007. Στην περίπτωση αυτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγουςΑΠ 394/2011άρ. 522 ΚΠολΔάρ. 528 ΚΠολΔάρ. 535 ΚΠολΔ. Στην ίδια περίπτωση, ο εκκαλών – εναγόμενος μπορεί να προβάλει με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θα μπορούσε να είχε προτείνει πρωτοδίκωςΑΠ 394/2011. Στην ίδια περίπτωση, το Εφετείο, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την ουσία, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει προς οριστική διάγνωση της διαφοράς όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκωςΑΠ 394/2011. Αν η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε σαν να ήταν παρών ο διάδικος, για την εξαφάνιση της απόφασης δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος της έφεσηςΑΠ 884/2007. Στην περίπτωση αυτή, η έφεση έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, αδιάφορα αν πρόκειται για τακτική ή ειδική διαδικασία, αφού και στις δύο η εκδίκαση της υπόθεσης περατώνεται σε μια συζήτηση, η δε τεκμαρτή ομολογία από την ερημοδικία είναι άγνωστη και στις δύο διαδικασίες, και δεν υπάρχει λόγος ο κανόνας του άρ. 528 ΚΠολΔ να τύχει διάφορης εφαρμογής ως προς τις ειδικές διαδικασίεςΑΠ 884/2007άρ. 528 ΚΠολΔ. Αν η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από τον διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίουΑΠ 866/2008άρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 524 παρ. 2 ΚΠολΔάρ. 528 ΚΠολΔ. Αν η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από τον διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, δεν είναι επιτρεπτή η συζήτηση της υπόθεσης με δήλωση όλων ή κάποιων διαδίκων κατ’ άρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησηΑΠ 866/2008άρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αν η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από τον διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, η απαγόρευση της παράστασης με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου ισχύει όχι μόνο για τον διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, αλλά και για τον αντίδικό του, ο οποίος κανονικά είχε παραστεί στον πρώτο βαθμόΑΠ 866/2008άρ. 528 ΚΠολΔάρ. 524 παρ. 2 ΚΠολΔάρ. 6 ΕΣΔΑ. Αν η απόφαση εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται η δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθένταΑΠ 764/2017άρ. 502 ΚΠολΔ. Η προθεσμία της έφεσης κατά ερήμην απόφασης που αρχίζει από την επίδοσή της απόφασης τρέχει συγχρόνως με την προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίαςΑΠ 709/2007άρ. 518 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 503 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά οποιασδήποτε ερήμην απόφασης δεν αναστέλλει την προθεσμία της έφεσηςΑΠ 709/2007. Αν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας κατά ερήμην εκδοθείσας απόφασης, και η ανακοπή ερημοδικίας απορριφθεί, και ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, δεν θεωρείται ότι η έφεση συμπροσβάλλει και την ερήμην εκδοθείσα απόφασηΑΠ 153/2015ΑΠ 709/2007. Αν ο διάδικος σε δίκη επί της οποίας εκδόθηκε ερήμην απόφαση ήταν ΟΤΑ, η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας είναι 30 ημέρεςΑΠ 764/2017άρ. 276 παρ. 1 εδ. 2 ν. 3463/2006άρ. 10 κδ. 26-06/10-07-1944.

Έφεση κατά απόφασης που απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου

Αν ο ενάγων δεν προκατέβαλε το οφειλόμενο τέλος δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος, και η αγωγή του απορρίπτεταιΑΠ 538/2019. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή θεωρείται ότι απορρίπτεται για ουσιαστικό (και όχι για τυπικό) λόγοΑΠ 538/2019. Αν η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου τελεσιδικήσει, δημιουργείται δεδικασμένο για την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγήςΑΠ 538/2019. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεσηΑΠ 538/2019. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, μπορεί να προταθεί και ως μόνος λόγος έφεσης η άρση της παραπάνω παράλειψης, δηλαδή η καταβολή του ως άνω τέλους εκ των υστέρωνΑΠ 538/2019. Αν ο λόγος αυτός της έφεσης είναι βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεταιΑΠ 538/2019. Μετά την ως άνω εξαφάνιση της απόφασης, χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο ενάγων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρ. 528 ΚΠολΔ, δύναται να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, του οποίους και πρωτοδίκως μπορούσε να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρ. 527 ΚΠολΔΑΠ 538/2019.

Ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης

Όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δεν μπορεί να εκτελεστεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίουάρ. 519 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα έφεση, η ανασταλτική ισχύς της έφεσης διαρκεί μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης για την έφεση ή μέχρι να καταργηθεί με άλλο τρόπο η δευτεροβάθμια δίκηάρ. 521 παρ. 3 ΚΠολΔ. Ειδικότερα: Αν διαρκεί ακόμη η προθεσμία της έφεσης, και δεν έχει ασκηθεί έφεση, και η απόφαση δεν είναι προσωρινά εκτελεστή, η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης είναι άκυρη, επιτρέπονται όμως τα ασφαλιστικά μέτραάρ. 519 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 519 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αν διαρκεί ακόμη η προθεσμία της έφεσης, και δεν έχει ασκηθεί έφεση, και η απόφαση είναι προσωρινά εκτελεστή, και η απόφαση πρόκειται να εκτελεστεί κατά του αντιδίκου, η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο αυτόάρ. 519 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 519 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αν διαρκεί ακόμη η προθεσμία της έφεσης, και δεν έχει ασκηθεί έφεση, και η απόφαση είναι προσωρινά εκτελεστή, και η απόφαση πρόκειται να εκτελεστεί κατά τρίτου, η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης είναι άκυρη, επιτρέπονται όμως τα ασφαλιστικά μέτραάρ. 519 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 519 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί έφεση εμπρόθεσμα, και η απόφαση δεν είναι προσωρινά εκτελεστή, η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης είναι άκυρη, επιτρέπονται όμως τα ασφαλιστικά μέτραάρ. 521 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 521 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί έφεση εμπρόθεσμα, και η απόφαση είναι προσωρινά εκτελεστή, και η απόφαση πρόκειται να εκτελεστεί κατά του αντιδίκου, η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο αυτόάρ. 521 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 521 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί έφεση εμπρόθεσμα, και η απόφαση είναι προσωρινά εκτελεστή, και η απόφαση πρόκειται να εκτελεστεί κατά τρίτου, η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης είναι άκυρη, επιτρέπονται όμως τα ασφαλιστικά μέτραάρ. 521 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 521 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αν παρήλθε η προθεσμία της έφεσης, και δεν έχει ασκηθεί έφεση, η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο αυτόάρ. 519 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠολΔ. Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, η προθεσμία και η άσκηση έφεσης κατ’ αυτής δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμαΑΠ 1200/2019άρ. 763 παρ. 1 ΚΠολΔ. Το ίδιο ισχύει και αν η υπόθεση εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά η υπόθεση πρόκειται για υπόθεση της εκουσίας δικαιοδοσίαςΑΠ 1200/2019. Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, η ισχύς της απόφασης, δηλαδή η διαπλαστική ενέργεια του διατασσόμενου ρυθμιστικού μέτρου, επέρχεται αμέσως με τη δημοσίευσή τηςΑΠ 1200/2019άρ. 763 παρ. 1 ΚΠολΔ. Το ίδιο ισχύει και αν η υπόθεση εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά η υπόθεση πρόκειται για υπόθεση της εκουσίας δικαιοδοσίαςΑΠ 1200/2019. Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, η εκτελεστότητα που τυχόν αναπτύσσει η απόφαση επέρχεται αμέσως με τη δημοσίευσή τηςΑΠ 1200/2019άρ. 763 παρ. 1 ΚΠολΔ. Το ίδιο ισχύει και αν η υπόθεση εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά η υπόθεση πρόκειται για υπόθεση της εκουσίας δικαιοδοσίαςΑΠ 1200/2019.

Προθεσμία κατάθεσης προτάσεων

Για τις εφέσεις που κατατίθενται από 01-01-2016 και μετά, οι προτάσεις κατατίθενται έως την έναρξη της συζήτησηςάρ. 524 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠολΔάρ. τρίτο ν. 4335/2015άρ. ένατο παρ. 2 ν. 4335/2015. Για τις εφέσεις που κατατίθενται έως 31-12-2015, αν η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία, οι προτάσεις κατατίθενται έως την έναρξη της συζήτησηςάρ. 524 παρ. 2 εδ. 2 ΚΠολΔάρ. ένατο παρ. 2 ν. 4335/2015άρ. 12 ΕισΝΚΠολΔ. Για τις εφέσεις που κατατίθενται έως 31-12-2015, αν ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην πρωτόδικα, και ασκήσει έφεση, ακολουθείται η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων που ίσχυε και πρωτόδικαΑΠ 293/2005άρ. 524 παρ. 2 εδ. 1 ΚΠολΔάρ. 528 ΚΠολΔ.

Εφαρμοστέος νόμος στο Εφετείο

Το Εφετείο εφαρμόζει κατ’ αρχήν τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασηςΑΠ 148/2017άρ. 533 παρ. 2 ΚΠολΔ. Και αυτό, ώστε να μην θεμελιώνεται λόγος έφεσης εξαιτίας ευνοϊκής υπέρ του εκκαλούντος νομοθετικής ρύθμισηςΑΠ 148/2017. Το δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ’ έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός αν με τον νεότερο νόμο ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος τουΑΠ 476/2014 σκέψ. 1άρ. 533 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αν ο νεότερος νόμος περιέχει ρητή διάταξη ότι ο νεότερος νόμος εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου δίκες, και δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα, το Εφετείο εφαρμόζει τον νεότερο νόμοΑΠ 148/2017. Αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει βάσιμο κάποιον λόγο έφεσης, και εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση, και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης “κατ’ ουσίαν”, υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του, είτε αυτός έχει αναδρομική ισχύ, είτε, παρότι δεν έχει αναδρομική ισχύ, καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέσηΑΠ 476/2014 σκέψ. 1άρ. 533 παρ. 2 ΚΠολΔάρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 536 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 536 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης

Το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση, και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντοςΑΠ 170/2014άρ. 522 ΚΠολΔάρ. 534 ΚΠολΔ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, μπορεί να εκδώσει δυσμενέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα και χωρίς την άσκηση από τον εφεσίβλητο (αντίθετης) δικής του έφεσης ή αντέφεσηςΑΠ 842/2010άρ. 536 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 536 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αν το Εφετείο κάνει τυπικά δεκτή την έφεση, και απορρίπτει την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, και το πρωτόδικο δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τις επικουρικές βάσεις της αγωγής λόγω της επικουρικής σώρευσης αυτών, δηλαδή σώρευσης υπό την αίρεση της απόρριψης της πρώτης κυρίας βάσης, το Εφετείο πρέπει να ερευνήσει χωρίς ειδικό παράπονο τις επικουρικές βάσεις της αγωγήςΑΠ 394/2011. Στην περίπτωση αυτή, για την εξέταση των βάσεων της αγωγής που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως δεν απαιτείται έφεση ή αντέφεση ή υποβολή ειδικού αιτήματος εκ μέρους του ενάγοντοςΑΠ 1372/2010. Η απαγόρευση χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος δεν ισχύει μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασηςΑΠ 1065/2009 σκέψ. III. Στην περίπτωση αυτή, το Εφετείο υποκαθίσταται στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δικάζει την αγωγήΑΠ 1065/2009 σκέψ. III. Η εξουσία αυτή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου περιορίζεται στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, που οριοθετείται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της έφεσηςΑΠ 1065/2009 σκέψ. IIIάρ. 536 ΚΠολΔάρ. 522 ΚΠολΔ. Αν η πρωτόδικη απόφαση έκανε μερικά δεκτή την αγωγή και την απέρριψε κατά το υπόλοιπο, και ο εναγόμενος άσκησε έφεση κατά του κεφαλαίου της απόφασης που αφορά την αξίωση που έγινε μερικά δεκτή, και ο ενάγων δεν άσκησε έφεση ή αντέφεση, και ο λόγος έφεσης του εναγομένου κριθεί παραδεκτός, το εφετείο θα προβεί σε μερική εξαφάνιση της απόφασης, και δεν μπορεί, ελλείψει έφεσης ή αντέφεσης του ενάγοντα, να επιδικάσει στον εφεσίβλητο ενάγοντα το μέρος του κεφαλαίου της απαίτησής του που απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφασηΑΠ 1065/2009 σκέψ. IIIάρ. 536 ΚΠολΔάρ. 522 ΚΠολΔ. Διαφορετικά ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρ. 559 αριθ. 9 ΚΠολΔΑΠ 1065/2009 σκέψ. III. Αν η πρωτόδικη απόφαση έκανε μερικά δεκτή την αγωγή και την απέρριψε κατά το υπόλοιπο, και ο εναγόμενος άσκησε έφεση κατά του κεφαλαίου της απόφασης που αφορά την αξίωση που έγινε μερικά δεκτή, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει αντέφεση και για το μέρος της αξίωσης που απορρίφθηκεΑΠ 1065/2009 σκέψ. IIIάρ. 536 ΚΠολΔάρ. 522 ΚΠολΔ. Αν το εκκληθέν με την έφεση του εναγομένου κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης αφορά αξίωση της αγωγής, η οποία έγινε μερικά δεκτή και απορρίφθηκε κατά το υπόλοιπο, το Εφετείο μπορεί να εξετάσει το κεφάλαιο μόνο στο μέρος κατά το οποίο πλήττεται με έφεση ή και παράλληλα με αντέφεσηΑΠ 1065/2009 σκέψ. IIIάρ. 536 ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί έφεση κατά απόφασης επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, και κριθεί βάσιμος ένας λόγος έφεσης, το Εφετείο πρέπει να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, να διακρατήσει την υπόθεση, και να ερευνήσει όλους τους λόγους της ανακοπής, όχι όμως και αυτούς της έφεσης, ή τους πρόσθετους λόγους, καθώς το κύρος της διαταγής πληρωμής πλήττεται μόνο με τους διαλαμβανόμενους στο δικόγραφο της ανακοπής λόγουςΑΠ 634/2011άρ. 522 ΚΠολΔάρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔάρ. 632 ΚΠολΔ.

Έφεση κατά απόφασης ασφαλιστικών μέτρων

  • Αν η απόφαση δέχεται ή απορρίπτει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, και δεν ορίζεται διαφορετικά, ή
  • η απόφαση δέχεται ή απορρίπτει αίτηση για ανάκληση ή για μεταρρύθμιση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, και δεν ορίζεται διαφορετικά,

η απόφαση δεν προσβάλλεται με έφεση ΑΠ 1389/2010 άρ. 699 ΚΠολΔ άρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στις γνήσιες υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων η απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα, κατά τη διάταξη του άρ. 699 ΚΠολΔ ΑΠ 490/2001 σκέψ. IIIάρ. 699 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση έχει πράγματι χαρακτήρα προσωρινού, εξασφαλιστικού ή ρυθμιστικού μέτρου με προσωρινή ισχύ, και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση κατ’ άρ. 695 ΚΠολΔ, και μπορεί να ανακληθεί ή να μεταρρυθμιστεί κατά τα άρ. 696 ΚΠολΔ και άρ. 697 ΚΠολΔΑΠ 1389/2010. Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, και

  • πρόκειται για ασφαλιστικά μέτρα περί νομής ή κατοχής άρ. 734 παρ. 3 εδ. 1 ΚΠολΔ, ή
  • πρόκειται για αίτηση προς επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης επί ακινήτου ή επί επιχείρησης του οφειλέτη άρ. 1034 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ,

επιτρέπεται η άσκηση έφεσης κατά της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων. Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, και

  • με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων επέρχεται οριστική επίλυση της διαφοράς ΑΠ 1857/2011 ΑΠ 1526/2007ΑΠ 402/2003, δηλαδή τέμνεται οριστικά η διαφορά ΑΠ 1389/2010 ΑΠ 1116/2015, χωρίς να πρόκειται κατά τα λοιπά για λήψη ασφαλιστικών μέτρων ΑΠ 317/2016 σκέψ. 2, και
  • δεν ορίζεται άλλως στον νόμο που προβλέπει την εκδίκαση της διαφοράς κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ΑΠ 1116/2015,

η απόφαση υπόκειται στα ένδικα μέσα της έφεσης ΑΠ 1857/2011 ΑΠ 1526/2007 ΑΠ 402/2003 ΑΠ 1116/2015 ΑΠ 1389/2010 και της αναίρεσης ΑΠ 1116/2015 ΑΠ 1389/2010άρ. 699 ΚΠολΔ. Και αυτό, γιατί οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για λόγους ταχύτερης και μόνον απονομής της δικαιοσύνης ΑΠ 317/2016 σκέψ. 2 ΑΠ 490/2001 σκέψ. III, και δεν καταλαμβάνονται από την απαγόρευση άσκησης ένδικων μέσων της διάταξης του άρ. 699 ΚΠολΔΑΠ 1389/2010άρ. 699 ΚΠολΔ. Στις υποθέσεις αυτές, δεν παρέχεται η δυνατότητα ανάκλησης της απόφασης ΑΠ 490/2001 σκέψ. III άρ. 696 ΚΠολΔ. Αν πρόκειται περί ρυθμιστικού μέτρου της εκούσιας δικαιοδοσίας, και όχι περί υπόθεσης γνήσιου ασφαλιστικού μετρου, η απόφαση που εκδίδεται επί της υπόθεσης υπόκειται σε ένδικα μέσα, κατά τη διάταξη του άρ. 761 ΚΠολΔ για την εκούσια δικαιοδοσία, μη εφαρμοζομένης της διάταξης του άρ. 699 ΚΠολΔΑΠ 1200/2019 άρ. 761 ΚΠολΔάρ. 699 ΚΠολΔ. Και αυτό, γιατί η παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για την ταχύτερη εκδίκασή της διαφοράς δεν περιλαμβάνει και εκείνες τις διατάξεις που προσιδιάζουν αποκλειστικά στα γνήσια ασφαλιστικά μέτρα, ή στα ρυθμιστικά κατάστασης μέτρα εξομοιούμενα με τα ασφαλιστικά μέτρα, όπως τέτοια διάταξη είναι και η διάταξη του άρ. 699 ΚΠολΔ, η οποία δεν αφορά τη διαδικασία, δηλαδή την πορεία της δίκης μέχρι την έκδοση της απόφασης, αλλά τα ένδικα μέσα κατά της απόφασης Ολομ. ΑΠ 38/2002ΑΠ 1200/2019. Αν η διαφορά δεν αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο κατά την έννοια του άρ. 682 ΚΠολΔ, και δεν αποτελεί μέτρο ρυθμιστικό κατάστασης, αλλά εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων βάσει διάταξης νόμου και για λόγους συνδεόμενους με την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης, και η διαφορά τέμνεται οριστικά με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, και δεν ορίζεται ειδικώς το αντίθετο, η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων επί της διαφοράς υπόκειται σε ένδικα μέσα ΑΠ 1116/2015 άρ. 699 ΚΠολΔ. Και αυτό, γιατί στην περίπτωση αυτή, η εκδίκαση της διαφοράς κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν εμπεριέχει και παραπομπή στη διάταξη του άρ. 699 ΚΠολΔ, με την οποία θεσπίζεται αποκλεισμός των ενδίκων μέσων μόνο για αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις ανάκλησης ή μεταρρύθμισης αυτών ΑΠ 1116/2015 άρ. 699 ΚΠολΔ. Ασφαλιστικά μέτρα κατά την έννοια του άρ. 682 ΚΠολΔ αποτελούν και τα προβλεπόμενα από τα άρ. 704 έως άρ. 738 ΚΠολΔ ΑΠ 1116/2015. Τα ρυθμιστικά κατάστασης μέτρα εξομοιώνονται με τα ασφαλιστικά μέτρα Ολομ. ΑΠ 38/2002ΑΠ 1116/2015 ΑΠ 1389/2010 ΑΠ 1526/2007 άρ. 699 ΚΠολΔ. Αν ο εκκαλών ερημοδικήσει στην κατ’ έφεση δίκη επί ασφαλιστικών μέτρων, η έφεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη 127/2012 Εφ.Λάρισας 222/2006 Πολ.Πρ.Λάρισας2151/1997 Πολ.Πρ.Πειραιώς. Αν η απόφαση διατάξει ασφαλιστικά μέτρα, και βάσει της απόφασης επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, και ασκηθεί ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, η ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ΑΠ 298/2003. Κατά της σχετικής απόφασης επί της ανακοπής δεν μπορεί να ασκηθεί έφεση ΑΠ 298/2003. Κατά μια άποψη, η απόφαση που ανακαλεί ασφαλιστικά μέτρα, είτε πρόκειται για ασφαλιστικά μέτρα που διατάχθηκαν κατ’ άρ. 686 επ. ΚΠολΔ είτε για ασφαλιστικά μέτρα στο πλαίσιο του άρ. 781 ΚΠολΔ, δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα 1165/2001 Εφ.Πειραιώς (ασφ. μέτρα).

Έφεση κατά απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νομής

Στις αποφάσεις για ασφαλιστικά μέτρα νομής επιτρέπεται έφεση, εντός προθεσμίας 10 ημερών από την επίδοση της απόφασης άρ. 734 παρ. 3 εδ. 1 ΚΠολΔ. Στα ασφαλιστικά μέτρα νομής, η προθεσμία έφεσης και η άσκησή της έφεσης δεν έχουν αυτοδίκαια ανασταλτικό αποτέλεσμα για την εκτελεστότητα της απόφασης άρ. 734 παρ. 4 ΚΠολΔ. Η αναστολή δύναται να διαταχθεί, αν το ζητήσει με αίτηση κατ’ άρ. 912 ΚΠολΔ ο διάδικος που νικήθηκε άρ. 734 παρ. 4 ΚΠολΔ άρ. 912 ΚΠολΔ. Η έφεση επί ασφαλιστικών μέτρων επί διατάραξης ή αποβολής από την νομή πρέπει να συζητηθεί και να εκδοθεί η απόφαση εντός της προθεσμίας ενός έτους από την διατάραξη ή την αποβολή 2678/2011 Πολ.Πρ.Αθηνών. Η άσκηση της τακτικής αγωγής περί νομής διακόπτει την παραγραφή 2678/2011 Πολ.Πρ.Αθηνών.

Μετά την έφεση

Αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή, και απορριφθεί κατ’ ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται στην εφετειακήΑΠ 341/2015άρ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, γιατί με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκηΑΠ 341/2015. Αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή, και γίνει και κατ’ ουσίαν δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και ενσωματώνεται στην εφετειακήΑΠ 341/2015άρ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, γιατί με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκηΑΠ 341/2015. Αν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απόφαση για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσηςΑΠ 341/2015άρ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, και η έφεση απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται στην απόφαση του ΕφετείουΑΠ 158/2013. Στην περίπτωση αυτή, αν η εφετειακή απόφαση δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απόφαση, με αναιρετικούς λόγους ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης τα τυχόν σφάλματα της πρωτοβάθμιας απόφασης που επικυρώθηκε από το ΕφετείοΑΠ 158/2013άρ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ. Αν ο εκκαλών ερημοδικήσει στην κατ’ έφεση δίκη, η απόρριψη της έφεσης γίνεται κατ’ ουσία, και όχι κατά τύπουςΑΠ 158/2013άρ. 524 παρ. 3 εδ. 1 ΚΠολΔ. Και αυτό, γιατί, παρότι στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι, και απορριπτέοι, καθώς δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί της παραδοχής τηςΑΠ 158/2013.

Διαχρονικό δίκαιο

Ο νεότερος νόμος καταλαμβάνει και ρυθμίζει το ατέλεστο μέρος της δίκης, κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου ΑΠ 989/1980 ΑΠ 971/1979, αν δεν ορίζεται διαφορετικά ΑΠ 989/1980. Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κρίνεται βάσει του νόμου που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου ΑΠ 329/2019 ΑΠ 1122/2015 ΑΠ 935/1995 άρ. 24 παρ. 1 εδ. 1 ΕισΝΚΠολΔ. Ο χρόνος της άσκησης των ενδίκων μέσων, δηλαδή ο χρόνος εντός του οποίου επιτρέπεται να ασκηθούν ΑΠ 329/2019, κρίνεται βάσει του νόμου που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου ΑΠ 935/1995 άρ. 24 παρ. 1 εδ. 1 ΕισΝΚΠολΔ. Το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων των ενδίκων μέσων κρίνεται βάσει του νόμου που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου ΑΠ 329/2019 ΑΠ 935/1995άρ. 24 παρ. 1 εδ. 1 ΕισΝΚΠολΔ. Αν ασκηθεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, και από την άσκηση της έφεσης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης νεότερος νόμος αλλάξει τον τρόπο συγκρότησης της σύνθεσης του Εφετείου, το Εφετείο θα συγκροτηθεί με τον τρόπο που προβλέπει ο νεότερος νόμος ΑΠ 989/1980ΑΠ 971/1979. Σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης, κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί, ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο, κρατώντας το εφετείο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο με τη γενική διάταξη του άρ. 2 ΑΚ, να εφαρμόζει τον νέο νόμο, καθώς αυτός ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ΑΠ 308/2019 άρ. 533 παρ. 2 ΚΠολΔ άρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ. Οι ενοχές από οποιοδήποτε λόγο των οποίων τα παραγωγικά γεγονότα συντελέστηκαν κατά τη διάρκεια που ίσχυε κάποιος νόμος, ο οποίος μεταγενέστερα καταργήθηκε ή τροποποιήθηκε, διέπονται και μετά την κατάργηση ή τροποποίησή του, από τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο τα παραγωγικά αυτά γεγονότα συντελέστηκαν, κατά τη γενική αρχή του δικαίου, της επιβίωσης του καταργηθέντος προγενέστερου νόμου, η οποία καθιερώνεται ρητά με τις διατάξεις των άρ. 2 ΑΚ και άρ. 24 ΕισΝΑΚ ΑΠ 308/2019 άρ. 2 ΑΚ άρ. 24 ΕισΝΑΚ. Αν ο νόμος ορίζει ότι η ισχύς του άρχεται μετά τριάντα ημέρες από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, η ημέρα κατά την οποία δημοσιεύθηκε ο νόμος στο ΦΕΚ δεν υπολογίζεται, όπως επί έναρξης της ισχύος του νδ. 797/1971 στις 31-01-1971 ΑΠ 637/2018 άρ. 32 νδ. 797/1971 (ΦΕΚ Α 1/01-01-1971). Αν λόγω ειδικών περιστάσεων, όπως της παρεμβολής χρονικώς περισσότερων δικαίων, διάφορων κατά περιεχόμενο, ανακύπτει θέμα εφαρμογής ενός από αυτά, ή αν το στοιχείο του χρόνου παρεμβαίνει στον καθορισμό του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, ή αν το στοιχείο αυτό συνδέεται προς την ίδια την ουσία της επιδιωκόμενης κατάστασης, όπως αυτή καθορίσθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη, και λείπει από την αγωγή ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης έργου, η αγωγή είναι αόριστη, παρότι κατ’ αρχήν ο χρόνος κατάρτισης του έργου δεν αποτελεί στοιχείο για το ορισμένο της σχετικής αγωγής ΑΠ 508/2008 σκέψ. I.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.