ELEN

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΓΙΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗ

Ποινικη διαπραγματευση συνδιαλλαγη

Τι είναι η Ποινική Διαπραγμάτευση;

Στην ποινική διαπραγμάτευση ή ποινική συνδιαλλαγή ο εισαγγελέας διαπραγματεύεται μικρές ποινές με αντάλλαγμα την ομολογία του κατηγορουμένου. Ένας νέος θεσμός λοιπόν, στα πρότυπα του Αγγλοσαξονικού Δικαίου, εισήχθη στον Νέο ΚΠΔ και συγκεκριμένα στο αρ. 303 ΚΠΔ. Η ποινική διαπραγμάτευση (plea bargaining).  Αντικείμενο της ποινικής διαπραγμάτευσης, προϋπόθεση της οποίας είναι η ομολογία του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι μόνο η επιβλητέα ποινή ή η παρεπόμενη ποινή. Η αίτηση υποβάλλεται γραπτώς είτε ενώπιον του ανακριτή σε περίπτωση κακουργήματος είτε ενώπιον οποιουδήποτε προανακριτικού οργάνου σε περίπτωση πλημμελήματος είτε ενώπιον του εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον οποίο αργότερα θα διαβιβαστεί η δικογραφία. Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου, η ποινική διαδικασία συνεχίζεται κανονικά, ενώ η γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα. Το σχηματισθέν υλικό καταστρέφεται και τυχόν αντίγραφα δεν λαμβάνονται υπ’ όψη σε κανένα στάδιο της διαδικασίας. 

Ποινική Διαπραγμάτευση για Ναρκωτικά;

Ειδικά στην ποινική διαπραγμάτευση για ναρκωτικά παρατηρούμε ότι πρόκειται για μια δικονομική συμφωνία, η οποία συνίσταται στην αποδοχή της ενοχής του κατηγορουμένου με αντάλλαγμα μια ηπιότερη ποινή. Ο κατηγορούμενος έτσι ωφελείται από την αποφυγή μιας  χρονοβόρας, αμφίρροπης αποδεικτικής διαδικασίας, η οποία μπορεί να έχει δυσμενέστερα αποτελέσματα για τον ίδιο. Ο θεσμός αυτός, ο οποίος αποτελεί προϊόν της αγγλοσαξωνικής  ποινικής δίκης, εισάγει ρητή εξαίρεση από την θεμελιώδη αρχή του ποινικοδικονομικού μας συστήματος της αρχής της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας. Συνεπώς ένας  κατηγορούμενος, παρότι αθώος, μπορεί προκειμένου να αποφύγει μια μακροχρόνια εμπλοκή σε δικαστικό αγώνα να ομολογήσει την ενοχή του. Ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο το οποίο ως καθ’ ύλη αρμόδιο θα εξετάσει το πρακτικό διαπραγμάτευσης που συντάχθηκε κατόπιν συμφωνίας κατηγορούμενου- εισαγγελέα, δεν θα έχει δικαίωμα να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης σχετικά με την ενοχή ή την αθωώτητα του δράστη, παρά μόνο να ελέγξει τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 368 περ. β’ και γ’, ήτοι την παραγραφή , δεδικασμένο κλπ, και δικαιούται να μεταβάλλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου. Έτσι , το Μονομελές Εφετείο δεσμεύεται από την συμφωνία και η μόνη δυνατότητα  που έχει είναι να επιβάλλει μικρότερη ποινή από την συμφωνηθείσα , εφαρμόζοντας τα κριτήρια του α.79 ΠΚ.

Εάν κατόπιν των προαναφερομένων διαδικασιών, προκύψει συμφωνία κατηγορουμένου και εισαγγελέα για την επιβλητέα ποινή, συντάσσεται πρακτικό διαπραγμάτευσης που υπογράφεται από τον εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο και τον παριστάμενο συνήγορό του. Το πρακτικό διαπραγμάτευσης περιέχει την ομολογία του κατηγορουμένου, τη συμφωνηθείσα ποινή και τον τρόπο έκτισής της.

Στη συνέχεια, μέσα σε πέντε ημέρες από τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης, η υπόθεση εισάγεται με απευθείας κλήση στο μονομελές εφετείο επί κακουργημάτων και στο μονομελές πλημμελειοδικείο επί πλημμελημάτων.  Το δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο βάσει του πρακτικού διαπραγμάτευσης και των στοιχείων της δικογραφίας και επιβάλλει σε αυτόν ποινή, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει την συμφωνηθείσα μεταξύ εισαγγελέα και κατηγορούμενου.

Ποινική Διαπραγμάτευση εξαιρέσεις;

Η ποινική διαπραγμάτευση καλύπτει ένα ευρύ φάσμα εγκλημάτων τόσο κακουργημάτων όσο και πλημμελημάτων αυτεπαγγέλτως διωκομένων εξαιρουμένων α) αυτών που απειλούνται ισόβια, β) της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης και γ) των σεξουαλικών εγκλημάτων. Η ομολογία αποτελεί αντάλλαγμα επιβολής μειωμένης ποινής χωρίς να αποκλείεται και η αποκατάσταση της ζημίας, ενώ η μειωμένη ποινή δεν απομακρύνει την ποινική μεταχείριση του υπαιτίου από τον ποινικό της χαρακτήρα.

Ως προς το πλαίσιο της ποινής, που πρέπει να λάβει υπόψη ο Εισαγγελέας Εφετών κατά τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης, σε περίπτωση κακουργήματος, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 έτη, πρέπει να αναφερθεί ότι είναι από 2 έως 5 έτη φυλάκισης και για κακούργημα, που τιμωρείται με κάθειρξη πάνω από 10 έτη, το αντίστοιχο πλαίσιο είναι από 2 έως 7 έτη φυλάκισης. Σε περίπτωση πλημμελήματος το σχετικό πλαίσιο ποινής, που πρέπει να ληφθεί υπόψη από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, είναι αυτό των 10 ημερών έως 2 ετών φυλάκισης. Εκείνο, που έχει ενδιαφέρον κατά τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, είναι ότι ο αρμόδιος Εισαγγελέας μπορεί να καλέσει για ακρόαση και τον παθόντα της πράξης και να εξαρτήσει την ευδοκίμηση της διαπραγμάτευσης από την ικανοποίηση της ζημίας, που υπέστη από τον κατηγορούμενο.

Τι είναι η Ποινική Συνδιαλλαγή;

Η ποινική συνδιαλλαγή αφορά μόνο συγκεκριμένα κακουργήματα, δηλαδή αυτά της πλαστογραφίας, ψευδούς βεβαίωσης, κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, απάτης κατά της Ε.Ε, απιστίας, λαθρεμπορίας, φοροδιαφυγής, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, εφόσον το αίτημα συνδιαλλαγής έγινε πριν την παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη, αν όμως γίνει μετά την παραπομπή του σε δίκη η ποινική συνδιαλλαγή μπορεί να αφορά τις πλημμεληματικές μορφές των ανωτέρω εγκλημάτων .

Σε ό,τι αφορά την ποινική συνδιαλλαγή (για τα εγκλήματα, που αυτή μπορεί να γίνει) ο Εισαγγελέας καλεί υποχρεωτικά εκτός από τον κατηγορούμενο και τον παθόντα, επίσης αναφέρεται ότι στο οικείο πρακτικό συνδιαλλαγής εκτός από την ομολογία του κατηγορουμένου γίνεται μνεία ότι έγινε απόδοση του πράγματος στον παθόντα ή έλαβε χώρα πλήρης ικανοποίηση της ζημίας, που προσδιορίζεται στην κατηγορία και ότι σε αυτό δεν υπάρχει προτεινόμενη ποινή από τον Εισαγγελέα, που να έχει αποδεχθεί ο κατηγορούμενος, αφού τούτη την επιβάλει το Δικαστήριο. Σε περίπτωση απόπειρας η ικανοποίηση του παθόντος λόγω της ηθικής του βλάβης δεν μπορεί να ξεπερνά τις 30.000 ευρώ, ενώ μπορεί να γίνει επιφύλαξη για διεκδίκηση υπερβαίνουσας αξίας στα Πολιτικά Δικαστήρια. Ο Εισαγγελέας, που διεκπεραιώνει τη διαδικασία της ποινικής συνδιαλλαγής είναι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, όταν τούτη διεκπεραιώνονται πριν την παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη.

Διαφορετικά αν το αίτημα γίνει μετά την παραπομπή σε δίκη ή ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να διακόψει τη συνεδρίαση και να τάξει προθεσμία έως 15 ημέρες στους διαδίκους για τη σύνταξη του πρακτικού, στο οποίο θα έχει καταγραφεί η ομολογία του κατηγορουμένου και η πλήρης ικανοποίηση του παθόντος. Το Δικαστήριο επικυρώνει το πρακτικό, κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο επιβάλλοντας ποινή, που για τις κακουργηματικές μορφές των εγκλημάτων, για τις οποίες μπορεί να γίνει συνδιαλλαγή, δεν μπορεί να είναι πάνω από δύο έτη φυλάκισης και επί επιβαρυντικών περιστάσεων πάνω από τρία έτη, ενώ στις πλημμεληματικές μορφές των εγκλημάτων δεν μπορεί να είναι πάνω από έξι και δώδεκα μήνες αντίστοιχα. Το Δικαστήριο έχει εξουσία να ενεργήσει σε ό,τι αφορά ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και την αναζήτηση λόγων παύσης της ποινικής δίωξης και απαραδέκτου αυτής, όπως ακριβώς και στη διαδικασία της ποινικής διαπραγμάτευσης, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη προεκτεθεί, ενώ κατά της απόφασής του το μόνο ένδικο μέσο, που μπορεί να ασκηθεί, είναι αυτό της αναίρεσης.

ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΓΙΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗ

1. Τι ποινή κινδυνεύω αν δεχτώ ποινική διαπραγμάτευση για ναρκωτικά;

Στην ποινική διαπραγμάτευση (άρθρο 303 ΚΠΔ) το πλαίσιο της ποινής είναι σημαντικά μειωμένο σε σχέση με την κανονική απειλούμενη ποινή. Για κακούργημα που τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 έτη, η συμφωνηθείσα ποινή κυμαίνεται από 2 έως 5 έτη φυλάκισης. Για κακούργημα που τιμωρείται με κάθειρξη άνω των 10 ετών, το πλαίσιο είναι 2 έως 7 έτη φυλάκισης. Σε υποθέσεις ναρκωτικών, όπου οι κανονικές ποινές ξεκινούν από 8 έτη κάθειρξης και φτάνουν στα ισόβια, το όφελος για τον κατηγορούμενο είναι ουσιαστικό. Η ακριβής ποινή που θα προταθεί εξαρτάται από την ποσότητα, το είδος της ουσίας, τον ρόλο του κατηγορουμένου και το ιστορικό του.

2. Σε ποιες περιπτώσεις αποκλείεται η ποινική διαπραγμάτευση;

Ο θεσμός της ποινικής διαπραγμάτευσης δεν εφαρμόζεται σε τρεις βασικές κατηγορίες αδικημάτων: στα εγκλήματα που απειλούνται με ισόβια κάθειρξη, στη σύσταση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187 ΠΚ) και στα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας. Στις υποθέσεις ναρκωτικών αυτό σημαίνει ότι, αν η κατηγορία περιλαμβάνει διακίνηση κατ’ επάγγελμα από ομάδα τριών ή περισσότερων προσώπων που αποτελεί εγκληματική οργάνωση, ο δρόμος της διαπραγμάτευσης κλείνει. Ο δικηγόρος μελετά πρώτα το βούλευμα ή το κλητήριο θέσπισμα για να διαπιστώσει αν η κατηγορία επιτρέπει τη διαπραγμάτευση και ποια στρατηγική συμφέρει τον κατηγορούμενο.

3. Τι γίνεται αν δεν επιτευχθεί τελικά συμφωνία με τον εισαγγελέα;

Αν η διαπραγμάτευση αποτύχει, η ποινική διαδικασία συνεχίζεται κανονικά σαν να μην είχε ποτέ υποβληθεί η αίτηση. Ο νόμος προβλέπει ρητά ότι η γραπτή αίτηση θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα, το σχηματισθέν υλικό καταστρέφεται και τυχόν αντίγραφα δεν λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο. Αυτή η πρόβλεψη προστατεύει τον κατηγορούμενο, ώστε η ομολογία που προσφέρθηκε στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης να μη χρησιμοποιηθεί αργότερα εις βάρος του στο ακροατήριο. Παρά τη ρητή πρόβλεψη, η απόφαση να ξεκινήσει διαπραγμάτευση πρέπει να λαμβάνεται με μεγάλη προσοχή και πάντοτε με τη συνδρομή έμπειρου ποινικολόγου.

4. Πόσος χρόνος χρειάζεται από την αίτηση μέχρι την έκδοση απόφασης;

Η διαδικασία είναι αρκετά ταχεία σε σύγκριση με την κανονική ποινική δίκη. Μετά την επίτευξη συμφωνίας και τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης, η υπόθεση εισάγεται μέσα σε πέντε ημέρες με απευθείας κλήση στο Μονομελές Εφετείο για κακουργήματα ή στο Μονομελές Πρωτοδικείο για πλημμελήματα. Ο συνολικός χρόνος από την υποβολή της αίτησης μέχρι την έκδοση καταδικαστικής απόφασης κυμαίνεται κατά κανόνα σε λίγους μήνες, ανάλογα με τον φόρτο του εισαγγελέα και του δικαστηρίου. Σε σύγκριση με τη συνήθη διάρκεια εκδίκασης κακουργήματος ναρκωτικών, που μπορεί να φτάσει τα 2-3 χρόνια, το όφελος σε χρόνο είναι σημαντικό.

5. Μπορεί το δικαστήριο να επιβάλει διαφορετική ποινή από τη συμφωνηθείσα;

Το Μονομελές Εφετείο δεσμεύεται από τη συμφωνία εισαγγελέα και κατηγορουμένου και δεν εξετάζει την ουσία της υπόθεσης ως προς την ενοχή ή την αθωότητα. Ελέγχει μόνο τους λόγους του άρθρου 368 περ. β’ και γ’ ΚΠΔ, δηλαδή παραγραφή, δεδικασμένο και λοιπούς λόγους παύσης ή απαραδέκτου της δίωξης. Η μόνη δυνατότητα του δικαστηρίου να αποκλίνει από τη συμφωνία είναι να επιβάλει μικρότερη ποινή εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ ή να μεταβάλει τον νομικό χαρακτηρισμό μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου. Η συμφωνηθείσα ποινή λειτουργεί στην ουσία ως ανώτατο όριο.

6. Ποιος είναι ο ρόλος του δικηγόρου στην ποινική διαπραγμάτευση για ναρκωτικά;

Ο ρόλος του συνηγόρου είναι κρίσιμος και πολυεπίπεδος. Πρώτον, αξιολογεί αν η συγκεκριμένη υπόθεση συμφέρει να οδηγηθεί σε διαπραγμάτευση ή αν υπάρχουν βάσιμες πιθανότητες αθώωσης μέσω κανονικής δίκης. Δεύτερον, εξετάζει τη δικογραφία για κενά, παράνομα αποδεικτικά μέσα ή ελαττώματα της προδικασίας που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στη διαπραγμάτευση. Τρίτον, διαπραγματεύεται με τον εισαγγελέα τη χαμηλότερη δυνατή ποινή, την αναστολή εκτέλεσης (άρθρο 99 ΠΚ) ή τη μετατροπή σε χρηματική ποινή. Τέταρτον, εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο στη σύνταξη του πρακτικού και στη συνέχεια στο ακροατήριο. Η επιλογή έμπειρου ποινικολόγου συχνά καθορίζει τη διαφορά ανάμεσα σε ποινή με αναστολή και πραγματική κράτηση.